Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Μίκης Θεοδωράκης

Απομαγνητοφώνηση

Είναι το χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά, στο νησί Μακρόνησος. Στρατιώτες θάβουν έναν κρατούμενο μέχρι τον λαιμό μέσα στην άμμο, κάτω από τον ήλιο του καλοκαιριού, και τον αφήνουν εκεί, ώρες ολόκληρες. Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνουν σ' αυτόν τον άνθρωπο. Είναι ένας νεαρός μουσικός, κι έχει ήδη περάσει φυλακές, εξορίες, ξυλοδαρμούς — το μόνο του «έγκλημα» είναι ότι σκέφτεται διαφορετικά απ' όσους κρατούν τα όπλα. Κανείς γύρω του δεν ξέρει αν θα βγει ζωντανός από κει.

Σαράντα χρόνια αργότερα, οι μελωδίες του ίδιου αυτού ανθρώπου θα γεμίζουν ένα αρχαίο θέατρο στην Έφεσο, στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, με τριάντα χιλιάδες κόσμο να χειροκροτεί Έλληνες και Τούρκους μουσικούς να παίζουν μαζί, πάνω στην ίδια σκηνή.

Πώς φτάνει ένας άνθρωπος θαμμένος στην άμμο μιας ελληνικής ερημιάς να γίνει, δεκαετίες μετά, η φωνή που ενώνει δύο λαούς που η ιστορία τους είχε μάθει να μισούνται;

Το όνομά του είναι Μίκης Θεοδωράκης, και η ιστορία του ξεκινά πολύ πριν απ' όλα αυτά, σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου.

Γεννήθηκε στη Χίο, στις είκοσι εννέα Ιουλίου του χίλια εννιακόσια είκοσι πέντε. Ο πατέρας του, ο Γιώργης, καταγόταν από τα Γαλατά της Χανίας, στην Κρήτη, κι ήταν ανώτερος δημόσιος υπάλληλος — γι' αυτό η οικογένεια δεν έμενε ποτέ πολύ σε έναν τόπο. Η Μυτιλήνη, τα Γιάννενα, το Αργοστόλι, ο Πύργος, η Πάτρα, η Τρίπολη — ο μικρός Μίκης μεγάλωνε αλλάζοντας σχεδόν κάθε λίγα χρόνια πόλη. Η μητέρα του, η Ασπασία, δεν ήταν καν από εκεί. Καταγόταν από το Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, μία από τις χιλιάδες οικογένειες που ξεριζώθηκαν και έφτασαν πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά την καταστροφή της Σμύρνης, το χίλια εννιακόσια είκοσι δύο. Μεγάλωνε, δηλαδή, μέσα σε δύο ιστορίες ξεριζωμού ταυτόχρονα — του πατέρα που δεν σταματούσε ποτέ να μετακομίζει, και της μητέρας που είχε ήδη χάσει μια φορά τον τόπο της για πάντα. Το μικρό αγόρι δεν έμαθε πρώτα νότες. Έμαθε πρώτα να τραγουδά μελωδίες που έβγαζε μόνο του, πριν καν αγγίξει ένα όργανο — σαν να είχε ήδη μέσα του τη μουσική, και να περίμενε απλώς το σώμα του να μεγαλώσει αρκετά για να τη βγάλει έξω.

Μεγάλωσε μέσα στην Κατοχή. Στις είκοσι πέντε Μαρτίου του χίλια εννιακόσια σαράντα τρία, έφηβο παιδί ακόμα, συμμετείχε σε διαδήλωση κατά των κατακτητών. Τον συνέλαβαν, τον βασάνισαν. Ήταν η πρώτη φορά. Δεν θα ήταν η τελευταία.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, η Ελλάδα δεν βρήκε ειρήνη — βρήκε εμφύλιο. Κι ο Θεοδωράκης, με πολιτικές πεποιθήσεις της αριστεράς, βρέθηκε στη λάθος πλευρά για όσους κρατούσαν πλέον την εξουσία. Τον εξόρισαν στην Ικαρία. Μετά τον έστειλαν στο Μακρόνησο, το νησί που η επίσημη Ελλάδα το ονόμαζε «στρατόπεδο αναμόρφωσης» και όλοι οι άλλοι το ήξεραν σαν κολαστήριο. Εκεί τον έθαψαν ζωντανό, δύο φορές, μέχρι τον λαιμό μέσα στην άμμο — η σκηνή που άνοιξε αυτή την ιστορία. Εκεί τον χτύπησαν τόσο πολύ, που τα σημάδια θα τον ακολουθούσαν σε όλη του τη ζωή. Κανείς, ούτε ο ίδιος, δεν ήξερε ακόμα αν θα έβγαινε από κει με τη μουσική του άθικτη.

Βγήκε. Και δεν σταμάτησε ποτέ να είναι μουσικός.

Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών, μαθητής του Φιλοκτήτη Οικονομίδη, μέχρι το χίλια εννιακόσια πενήντα. Λίγα χρόνια αργότερα, το χίλια εννιακόσια πενήντα τέσσερα, έφυγε για το Παρίσι μαζί με τη νεαρή σύζυγό του, τη Μυρτώ, για να σπουδάσει στο Ωδείο του Παρισιού — μαθητής του ίδιου του Ολιβιέ Μεσιάν στην ανάλυση. Ένας άνθρωπος που είχε θαφτεί ζωντανός στην άμμο του Μακρονήσου, καθόταν τώρα σε αίθουσες του Παρισιού, μαθαίνοντας πλάι στους μεγαλύτερους μουσικούς της εποχής. Έγραψε εκεί τη δική του πρώτη μουσική για κινηματογράφο, και μια σουίτα για πιάνο και ορχήστρα που, το χίλια εννιακόσια πενήντα επτά, κέρδισε πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό σύνθεσης στη Μόσχα — απονεμημένο από κανέναν άλλον παρά τον ίδιο τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς, έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες του αιώνα. Ο ίδιος άνθρωπος θα ξαναχρειαζόταν τον Σοστακόβιτς, χρόνια αργότερα. Τότε, όμως, ο Σοστακόβιτς δεν θα του απένειμε βραβείο. Θα πάλευε για τη ζωή του.

Το χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος του έστειλε από την Αθήνα ένα ποίημά του, τον «Επιτάφιο» — τους θρήνους μιας μάνας πάνω από τον νεκρό γιο της, σκοτωμένο σε απεργία. Ο Θεοδωράκης το έντυσε με μουσική, αλλά έκανε κάτι που κανείς δεν περίμενε: έβαλε το μπουζούκι, το όργανο των τεκέδων και των υπόκοσμων καφενείων, να παίξει πάνω σε στίχους υψηλής ποίησης. Η αστική Αθήνα σοκαρίστηκε. Πώς τολμούσε να βάλει το «άγιο των αγίων» της ελληνικής ποίησης μέσα στα χέρια ενός οργάνου των χασισοποτείων; Λένε πως ανησύχησε πρώτος ο ίδιος ο Ρίτσος. Αλλά αυτό ακριβώς το «τόλμημα» γέννησε κάτι καινούριο — ένα είδος τραγουδιού που η Ελλάδα δεν είχε ξανακούσει, όπου η σοβαρή ποίηση και ο λαϊκός ήχος δεν ήταν πια δύο κόσμοι χωριστά.

Στο Παρίσι είδε επίσης μια παράσταση ενός έργου του Ιρλανδού συγγραφέα Μπρέντον Μπίαν, «Ο Όμηρος» — για έναν νεαρό κρατούμενο του IRA σε φυλακή του Μπέλφαστ. Μέσα στο έργο υπήρχε ένα ποίημα που ο ίδιος ο Μπίαν είχε γράψει δώδεκα χρονών, προς τιμήν του επαναστάτη Μάικλ Κόλινς. Ο Θεοδωράκης εμπνεύστηκε έναν ολόκληρο κύκλο δεκαέξι τραγουδιών, με ελληνικούς στίχους του Βασίλη Ρώτα. Ένα από αυτά, «Το Γελαστό Παιδί», θα γινόταν μισό αιώνα αργότερα ύμνος της ελληνικής δημοκρατίας — το τραγούδι που θα τραγουδούσε η ίδια η αντίσταση ενάντια στη Χούντα, χρόνια πριν καν υπάρξει η Χούντα να αντισταθεί κανείς σ' αυτήν. Ένα ιρλανδικό ποίημα για έναν φυλακισμένο επαναστάτη, γινόταν ελληνικό τραγούδι για όλους τους μελλοντικούς φυλακισμένους της χώρας — έναν από τους οποίους δεν ήξερε ακόμα πως θα ήταν ο ίδιος.

Έναν χρόνο αργότερα, ο Οδυσσέας Ελύτης δημοσίευσε το δικό του μεγάλο ποίημα, το «Άξιον Εστί» — μια «λειτουργία» σε λόγια, γέννηση, πάθος και δόξα, γραμμένη σαν ύμνος για όλη την Ελλάδα. Ο Θεοδωράκης το μελοποίησε σαν ορατόριο, το χίλια εννιακόσια εξήντα τέσσερα, ανακατεύοντας βυζαντινή ψαλμωδία, λαϊκό τραγούδι και συμφωνική ορχήστρα. Ο ίδιος ο Ελύτης θα κέρδιζε, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το Νόμπελ Λογοτεχνίας — κι ο Θεοδωράκης είχε ήδη δώσει φωνή στα λόγια του, πριν το μάθει ακόμα ο υπόλοιπος κόσμος.

Το ίδιο έτος ήρθε αυτό που θα τον έκανε γνωστό πέρα από κάθε ελληνικό σύνορο: η μουσική για την ταινία «Zorba the Greek». Κι εδώ κρύβεται μια λεπτομέρεια που λίγοι ξέρουν: ο χορός που ο κόσμος σήμερα θεωρεί «παραδοσιακό ελληνικό» — το συρτάκι — δεν υπήρχε πριν από αυτή την ταινία. Τον επινόησε ο χορογράφος Γιώργος Προβιάς πάνω στη μουσική του Θεοδωράκη, επειδή ο πρωταγωνιστής Άντονι Κουίν είχε σπασμένο πόδι και δεν μπορούσε να χορέψει τα γρήγορα, πηδηχτά βήματα που είχαν αρχικά σχεδιαστεί. Από έναν τραυματισμό γεννήθηκε ο χορός που εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο πιστεύουν πως χορεύουν οι Έλληνες εδώ και αιώνες.

Δεν ήταν όμως μόνο η μουσική του που τον έκανε γνωστό εκείνα τα χρόνια. Το χίλια εννιακόσια εξήντα τρία, ένας στενός του φίλος, ο αριστερός βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης, μιλούσε σε συγκέντρωση κατά των πυρηνικών όπλων στη Θεσσαλονίκη, όταν ένα αυτοκίνητο τον χτύπησε επίτηδες και άντρες με ρόπαλα τον αποτελείωσαν στον δρόμο. Η κυβέρνηση το είπε «τροχαίο ατύχημα». Κανείς δεν το πίστεψε, και σύντομα αποδείχτηκε πως πίσω από τη δολοφονία κρυβόταν ακροδεξιά παραστρατιωτική οργάνωση, με την ανοχή της ίδιας της αστυνομίας.

Ο Θεοδωράκης δεν έμεινε θεατής. Ίδρυσε και ηγήθηκε ενός νέου μαζικού κινήματος νέων προς τιμήν του φίλου του — τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, τους «Λαμπράκηδες» — με ένα μόνο σύνθημα: «Ζει». Έναν χρόνο αργότερα εκλέχτηκε ο ίδιος βουλευτής, με το κόμμα της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς. Ο συνθέτης που έγραφε ορατόρια πάνω σε ποιήματα ήταν πια κι επίσημα πολιτικό πρόσωπο — κάτι που η επερχόμενη δικτατορία δεν θα ξεχνούσε. Και κάτι που εκείνο το ίδιο σύνθημα, «Ζει», δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη.

Η φήμη του, καλλιτεχνική και πολιτική πια, μεγάλωνε μαζί. Κι έπειτα, το χίλια εννιακόσια εξήντα επτά, η Ελλάδα ξαναβρέθηκε κάτω από δικτατορία — η Χούντα των Συνταγματαρχών. Ο Θεοδωράκης πήγε στην παρανομία, ίδρυσε το Πατριωτικό Μέτωπο εναντίον της. Το καθεστώς απάντησε με το διάταγμα υπ' αριθμόν δεκατρία, που απαγόρευε όχι μόνο να παίζεται η μουσική του, αλλά ακόμα και να την ακούει κανείς. Ένας συνθέτης, απαγορευμένος με νόμο, σαν να ήταν ο ίδιος όπλο.

Τον συνέλαβαν στις είκοσι μία Αυγούστου του ίδιου χρόνου, τον φυλάκισαν πέντε μήνες, μετά τον εξόρισαν στο Ζατούνα μαζί με τη γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά, τη Μαργαρίτα και τον Γιώργο, και τελικά τον έκλεισαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ωρωπού. Ο ίδιος άνθρωπος που είχε ήδη γνωρίσει το Μακρόνησο, γνώριζε τώρα, στα σαράντα του χρόνια, ένα ακόμα στρατόπεδο.

Μέσα σ' αυτή την απομόνωση στο Ζατούνα, συνέβη κάτι που ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να φανταστεί. Ένας σκηνοθέτης, ο Κώστας Γαβράς, γύριζε στο εξωτερικό μια ταινία βασισμένη ακριβώς στη δολοφονία του Λαμπράκη, και την τιτλοφόρησε «Ζ» — παίρνοντας το ίδιο σύνθημα που είχε γεννηθεί μέσα από το κίνημα του Θεοδωράκη. Χρειαζόταν, όμως, τη μουσική του ίδιου του Θεοδωράκη. Κι εκείνος ήταν απαγορευμένος με νόμο, φυλακισμένος μέσα στη δική του χώρα. Πώς θα έφτανε η μουσική ενός ανθρώπου σε κατ' οίκον περιορισμό ως το εξωτερικό, χωρίς να το μάθει το ίδιο το καθεστώς που τον κρατούσε; Ο ηθοποιός Ζακ Περέν ταξίδεψε κρυφά μέχρι το Ζατούνα για να του περάσει το μήνυμα. Ο Θεοδωράκης ηχογράφησε κρυφά δύο τραγούδια και τα έστειλε λαθραία, σε μια απλή κασέτα. Η ταινία κέρδισε το βραβείο της κριτικής επιτροπής στις Κάννες και το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, κι έγινε παγκόσμια επιτυχία — με τη μουσική ενός συνθέτη που, την ίδια ακριβώς στιγμή, δεν επιτρεπόταν καν να ακουστεί μέσα στην ίδια του την πατρίδα.

Αλλά αυτή τη φορά, όλος ο κόσμος τον άκουσε, έστω κι αν η ίδια η Ελλάδα δεν μπορούσε. Καλλιτέχνες σε όλον τον πλανήτη — ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, ο Άρθουρ Μίλερ, ο Χάρι Μπελαφόντε, κι ανάμεσά τους ο ίδιος ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο άνθρωπος που δέκα χρόνια πριν του είχε δώσει βραβείο στη Μόσχα — ζήτησαν δημόσια την απελευθέρωσή του. Ένας Έλληνας μουσικός σε ένα ελληνικό στρατόπεδο έγινε ξαφνικά υπόθεση όλου του κόσμου. Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα, μετά από διεθνή πίεση, τον άφησαν να φύγει εξόριστος στο Παρίσι. Εκεί περιόδευσε, τραγουδώντας παντού ενάντια στη Χούντα, μέχρι που εκείνη έπεσε, το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα.

Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, γύρισε στην Ελλάδα και ανέβηκε στη σκηνή του Σταδίου Καραϊσκάκη. Ο κόσμος που ήρθε να τον ακούσει ήταν τόσος, που χρειάστηκε δεύτερη συναυλία τις επόμενες μέρες για να χωρέσουν όλοι. Στις εικόνες που έμειναν, διηύθυνε την ορχήστρα με δάκρυα στα μάτια, και το πλήθος τραγουδούσε μαζί του κάθε λέξη που κάποτε ήταν παράνομο να ειπωθεί δυνατά. Έδωσε κι άλλες συναυλίες σε όλη τη χώρα και σε όλον τον κόσμο, πολλές μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη.

Θα περίμενε κανείς εδώ να τελειώσει η ιστορία — ο αντάρτης που κέρδισε, ο εξόριστος που γύρισε. Αλλά ο Θεοδωράκης δεν σταμάτησε ποτέ να εκπλήσσει.

Το χίλια εννιακόσια ογδόντα τρία, γνώρισε στην Αθήνα έναν Τούρκο συνθέτη και συγγραφέα, τον Ζιλφί Λιβανελί. Οι δυο τους έγιναν φίλοι, και μαζί ίδρυσαν, το χίλια εννιακόσια ογδόντα έξι, μια Επιτροπή Ελληνοτουρκικής Φιλίας — ο καθένας τους, σε μια χώρα που μεγάλωνε τα παιδιά της μαθαίνοντάς τα να φοβούνται την άλλη. Το χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ, στο αρχαίο θέατρο της Εφέσου, τριάντα χιλιάδες άνθρωποι άκουσαν Έλληνες και Τούρκους μουσικούς να παίζουν μαζί — η ίδια σκηνή που άνοιξε αυτή την ιστορία. Ο άνθρωπος που είχε θαφτεί ζωντανός επειδή σκεφτόταν διαφορετικά, τώρα έχτιζε γέφυρες με το ίδιο πείσμα που κάποτε τον έκανε «επικίνδυνο».

Και μετά ήρθε η πιο απρόσμενη ανατροπή απ' όλες: το χίλια εννιακόσια ενενήντα, ο άνθρωπος που κάποτε ίδρυσε αντιστασιακό κίνημα ενάντια σε μια δικτατορία της δεξιάς, μπήκε σε συντηρητική κυβέρνηση, ως υπουργός επικρατείας, μέχρι το χίλια εννιακόσια ενενήντα δύο. Πολλοί από τους παλιούς συντρόφους του δεν το χώνεψαν ποτέ. Ο ίδιος έλεγε πως η πατρίδα και η συμφιλίωση μετρούσαν πάνω από τις παλιές παρατάξεις.

Πέθανε στην Αθήνα, στις δύο Σεπτεμβρίου του δύο χιλιάδες είκοσι ένα, ενενήντα έξι χρονών. Η σορός του έμεινε σε λαϊκό προσκύνημα τρεις μέρες στον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας, κι έξω, μέσα στη βροχή, χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν ώρες για να τον αποχαιρετήσουν, τραγουδώντας τα δικά του τραγούδια. Μετά τον πέρασαν με πλοίο ως την Κρήτη — εκεί απ' όπου καταγόταν ο πατέρας του — και τον έθαψαν στα Γαλατά της Χανίας, στο ίδιο μικρό χωριό απ' όπου είχε ξεκινήσει, έναν αιώνα πριν, η οικογένεια που δεν έπαψε ποτέ να μετακομίζει.

Σήμερα, οι μελωδίες του παίζονται σε γάμους και σε πανηγύρια, σε διαδηλώσεις και σε συναυλίες, σχεδόν σε κάθε γωνιά όπου μαζεύονται Έλληνες. Το συρτάκι που γεννήθηκε από έναν τραυματισμό χορεύεται ακόμα σε κάθε ταβέρνα του κόσμου που θέλει να μοιάσει λίγο Ελλάδα. Κι ένα παιδί που κάποτε τραγουδούσε μόνο του, πριν καν μάθει να παίζει κάποιο όργανο, έγινε η φωνή που μια ολόκληρη χώρα δανείζεται ακόμα, όποτε θέλει να θυμηθεί ποια είναι.