Το Τίμημα της Τάξης
Απομαγνητοφώνηση
Ένα κομμάτι από ό,τι κερδίζεις δεν σου ανήκει ποτέ πραγματικά. Φεύγει πριν καν το δεις, σε κάθε μισθό, σε κάθε αγορά, σε κάθε ιδιοκτησία που αποκτάς. Το αποδεχόμαστε τόσο αυτονόητα, που σπάνια αναρωτιόμαστε γιατί. Η απάντηση δεν είναι αυτή που νομίζεις — δεν ξεκίνησε από την ιδέα ότι μια κοινωνία πρέπει να μοιράζεται τα έξοδά της. Ξεκίνησε πολύ πιο ωμά, πολύ πιο παλιά, και πολύ πιο κοντά σε κάτι που σήμερα θα το λέγαμε αλλιώς.
Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, ούτε παντού. Στις πρώτες, μικρές ανθρώπινες κοινότητες, δεν υπήρχε κανείς με τη δύναμη να σου πάρει τίποτα, γιατί δεν υπήρχε κανείς πάνω από τους άλλους. Κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες, μικρά χωριά, καμία κεντρική εξουσία. Ό,τι χρειαζόταν η ομάδα — άμυνα, κοινά έργα, βοήθεια σε δύσκολες στιγμές — γινόταν με αμοιβαιότητα: βοηθάς σήμερα, σε βοηθούν αύριο, χωρίς κανέναν να «μαζεύει» τίποτα σε κοινό ταμείο. Αυτό άλλαξε μόνο όταν εμφανίστηκε κάτι νέο: μια εξουσία αρκετά μεγάλη ώστε να χρειάζεται πόρους πέρα από όσους μπορούσε να μαζέψει μόνη της.
Ο φόρος εμφανίζεται τη στιγμή ακριβώς που εμφανίζεται η εξουσία — βασιλιάς, ιερατείο, στρατός — και ο λόγος είναι πρακτικός: ένας στρατός τρώει, οπλίζεται, πληρώνεται, και αυτά πρέπει να έρθουν από κάπου. Στην αρχαία Αίγυπτο, η εξουσία αυτή φορολογούσε ανάλογα με τη στάθμη του Νείλου — σε όλη τη χώρα υπήρχαν ειδικά «νειλόμετρα» για να μετρούν την πλημμύρα, γιατί περισσότερο ή λιγότερο νερό σήμαινε καλύτερη ή χειρότερη σοδειά, άρα και διαφορετικό φόρο. Ο ιστορικός Ηρόδοτος, πριν από περίπου δυόμισι χιλιάδες χρόνια, έγραψε κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό: μετά από κάθε πλημμύρα, τα χωράφια έπρεπε να ξαναμετρηθούν από την αρχή για να υπολογιστεί σωστά ο φόρος καθενός — και αυτή, λέει, ήταν η γέννηση της γεωμετρίας ως επιστήμης. Η ίδια η μέτρηση του κόσμου γύρω μας μπορεί να ξεκίνησε από την ανάγκη να υπολογιστεί σωστά ένα χαράτσι.
Όσο πιο ισχυρή γινόταν μια εξουσία, τόσο πιο δημιουργική γινόταν και στο τι θεωρούσε φορολογήσιμο. Ο τσάρος Πέτρος ο Μέγας, το χίλια εξακόσια ενενήντα οκτώ, θέλοντας να εκδυτικοποιήσει τη Ρωσία, επέβαλε φόρο σε όποιον κρατούσε γένια — όποιος ήθελε να κρατήσει τη γενειάδα του, πλήρωνε ετησίως και κουβαλούσε ένα ειδικό νόμισμα-απόδειξη πάνω του. Στην Αγγλία, από το χίλια εξακόσια ενενήντα έξι μέχρι το χίλια οκτακόσια πενήντα ένα, ίσχυε ο περίφημος φόρος παραθύρου: όσο περισσότερα παράθυρα είχε ένα σπίτι, τόσο περισσότερο πλήρωνε ο ιδιοκτήτης. Το αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες σπίτια να χτίζουν τα παράθυρά τους φραγμένα με τούβλα — ακόμα φαίνονται σε παλιά βρετανικά κτίρια σήμερα — και μια δημοφιλής, αν και αμφισβητούμενη, παράδοση αποδίδει σε αυτόν ακριβώς τον φόρο τη γέννηση της αγγλικής έκφρασης «κλεψιά του φωτός της ημέρας».
Η πιο απροκάλυπτη ίσως στιγμή αυτής της λογικής ήρθε στη Ρώμη, με τον αυτοκράτορα Βεσπασιανό, που επέβαλε φόρο ακόμα και στη συλλογή ούρων — τα οποία τότε χρησιμοποιούνταν σε βυρσοδεψεία και πλυντήρια. Όταν ο γιος του διαμαρτυρήθηκε πως ήταν αποκρουστικό να φορολογείς κάτι τόσο ταπεινό, ο Βεσπασιανός φέρεται να σήκωσε ένα νόμισμα από αυτά τα έσοδα, το έφερε κοντά στη μύτη του, και ρώτησε αν μύριζε άσχημα. Η φράση που έμεινε από εκείνη τη στιγμή, «pecunia non olet» — τα χρήματα δεν μυρίζουν — λέει, ουσιαστικά, όλη την αλήθεια για τη σχέση της εξουσίας με τον φόρο: δεν την ενδιαφέρει η πηγή, μόνο το ποσό.
Αλλά μια εξουσία που παίρνει χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν, αργά ή γρήγορα, βρίσκει απέναντί της αυτούς που την πληρώνουν. Το χίλια διακόσια δεκαπέντε, στην Αγγλία, οι ευγενείς εξεγέρθηκαν ενάντια στον βασιλιά Ιωάννη, ο οποίος φορολογούσε αυθαίρετα για να χρηματοδοτήσει αποτυχημένους πολέμους στη Γαλλία. Τον ανάγκασαν να υπογράψει τη Μάγκνα Κάρτα — ένα έγγραφο που, ανάμεσα σε άλλα, όριζε πως ο βασιλιάς δεν μπορούσε πια να επιβάλλει νέους φόρους μόνος του, χωρίς τη συναίνεση των πληρωμένων. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος έγραψε, μαύρο στο άσπρο, μια αρχή που θα επανερχόταν ξανά και ξανά τους επόμενους αιώνες: όποιος πληρώνει, θέλει και λόγο στο πού πάνε τα χρήματά του.
Η ίδια αρχή, πεντακόσια πενήντα χρόνια αργότερα, θα γινόταν το σύνθημα μιας επανάστασης. Οι δεκατρείς βρετανικές αποικίες της Αμερικής φορολογούνταν από το Λονδίνο — με τον νόμο περί ενσήμων το χίλια επτακόσια εξήντα πέντε, και αργότερα με τον φόρο στο τσάι που οδήγησε στο περίφημο «Κόμμα του Τσαγιού της Βοστόνης» το χίλια επτακόσια εβδομήντα τρία — χωρίς να έχουν κανέναν δικό τους εκπρόσωπο στο βρετανικό κοινοβούλιο που αποφάσιζε γι' αυτές. Το σύνθημα «καμία φορολογία χωρίς εκπροσώπηση» δεν ήταν αφηρημένη διεκδίκηση ελευθερίας· ήταν κυριολεκτικά αυτό που λέει — μια άρνηση να πληρώνουν σε μια εξουσία που δεν τους άκουγε καθόλου. Λίγα χρόνια αργότερα, η Γαλλική Επανάσταση θα ξεσπούσε από την ίδια ακριβώς ρωγμή, μόνο πιο έντονη: ο κλήρος και η αριστοκρατία ήταν σχεδόν απαλλαγμένοι, ενώ όλο το βάρος έπεφτε στην Τρίτη Τάξη — αγρότες, εργάτες, αστούς — που πλήρωναν για μια χώρα στην οποία δεν είχαν καμία πραγματική φωνή.
Στην ελληνική περίπτωση, η ίδια σχέση φόρου και υποταγής ήταν καθημερινή, όχι θεωρητική. Στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας, οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι πλήρωναν το χαράτσι, έναν κεφαλικό φόρο απλώς επειδή δεν ήταν μουσουλμάνοι, πέρα από τη συνηθισμένη δεκάτη στη σοδειά. Δεν ήταν η μόνη αιτία της Επανάστασης του χίλια οκτακόσια είκοσι ένα — εκεί έπαιξαν ρόλο ιδέες του Διαφωτισμού, εθνική συνείδηση, διεθνείς συγκυρίες — αλλά η βαριά, άνιση φορολογία ήταν ένα πραγματικό, καθημερινό βίωμα καταπίεσης που τροφοδότησε την οργή. Ήταν, με άλλα λόγια, ο ίδιος μηχανισμός που είχε ήδη γονατίσει βασιλιάδες στην Αγγλία και τη Γαλλία: όταν ο φόρος δεν συνοδεύεται από κανέναν λόγο στο πού πάει, γίνεται ο πιο αξιόπιστος καύσωνας εξέγερσης που υπάρχει.
Ο εικοστός αιώνας θα άλλαζε ξανά τους κανόνες, αυτή τη φορά όχι μέσω εξέγερσης αλλά μέσω πολέμου. Όταν ένα κράτος μπαίνει σε ολοκληρωτικό πόλεμο, ζητάει τα πάντα — ζωές, εργασία, χρήματα — και οι φορολογικοί συντελεστές ανεβαίνουν σε επίπεδα που πριν θα φάνταζαν αδιανόητα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στα τελευταία χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής έφτασε το ενενήντα τέσσερα τοις εκατό για τα υψηλότερα εισοδήματα. Το ενδιαφέρον είναι τι έγινε μετά: αυτοί οι συντελεστές δεν επέστρεψαν ποτέ πλήρως στα προπολεμικά επίπεδα. Οι κοινωνίες είχαν συνηθίσει την ιδέα ότι το κράτος μπορεί να ζητάει πολλά — και άρχισαν να αναρωτιούνται τι θα μπορούσε να χτίσει με αυτά, πέρα από όπλα.
Στη Γερμανία, η απάντηση είχε δοθεί νωρίτερα, και από έναν εντελώς απρόσμενο άνθρωπο. Ο καγκελάριος Ότο φον Μπίσμαρκ, ανάμεσα στο χίλια οκτακόσια ογδόντα τρία και το χίλια οκτακόσια ογδόντα εννέα, θέσπισε τα πρώτα κρατικά συστήματα ασφάλισης στον κόσμο — για ασθένεια, εργατικό ατύχημα, γήρας. Δεν το έκανε από φιλανθρωπία. Ήταν συντηρητικός μοναρχικός που έβλεπε το αναπτυσσόμενο σοσιαλιστικό κίνημα να κερδίζει έδαφος στην εργατική τάξη, και θέλησε να «αγοράσει» την πίστη της στο κράτος πριν την κερδίσει κάποιος άλλος. Ο φόρος, εδώ, δεν χρηματοδοτεί πια μόνο στρατό — χρηματοδοτεί σταθερότητα. Είναι το ίδιο ακριβώς εργαλείο, με εντελώς διαφορετικό στόχο.
Η πιο ριζοσπαστική εκδοχή αυτής της ιδέας ήρθε αργότερα, εν μέσω του ίδιου του πολέμου που την επιτάχυνε παντού αλλού. Το χίλια εννιακόσια σαράντα δύο, ο Βρετανός οικονομολόγος Ουίλιαμ Μπέβεριτζ δημοσίευσε μια έκθεση που εντόπιζε πέντε «γίγαντες» προς εξάλειψη — ένδεια, ασθένεια, αμάθεια, άθλια στέγαση, ανεργία — και πρότεινε κάτι που δεν είχε ξαναδοκιμαστεί σε αυτή την κλίμακα: όχι στοχευμένη βοήθεια μόνο στους φτωχούς, αλλά καθολική κάλυψη για όλους, χρηματοδοτούμενη από γενική φορολογία. «Από την κούνια μέχρι τον τάφο», όπως έμεινε γνωστό το σύνθημα. Έξι χρόνια αργότερα, το χίλια εννιακόσια σαράντα οκτώ, γεννήθηκε το βρετανικό εθνικό σύστημα υγείας — ίσως το πιο απτό παράδειγμα στον κόσμο του πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο ίδιος μηχανισμός που κάποτε χρηματοδοτούσε μόνο στρατούς και βασιλικές αυλές.
Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο βήμα άργησε πολύ. Το πρώτο μεγάλο ασφαλιστικό ταμείο, το ΙΚΑ, ιδρύθηκε το χίλια εννιακόσια τριάντα τέσσερα, αλλά η πραγματική επέκταση ενός κράτους πρόνοιας συγκρίσιμου με τη Δυτική Ευρώπη καθυστέρησε δεκαετίες — η χώρα πέρασε σχεδόν αμέσως από Κατοχή σε Εμφύλιο, και δεν είχε ποτέ την ήσυχη μεταπολεμική περίοδο ανοικοδόμησης που είχαν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το αποτέλεσμα ήταν δεκάδες ξεχωριστά ασφαλιστικά ταμεία, ένα ανά κλάδο ή επάγγελμα, χτισμένα αποσπασματικά αντί για ένα ενιαίο σχέδιο εξαρχής — και χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν ογδόντα χρόνια από την ίδρυση του ΙΚΑ, μέχρι το δύο χιλιάδες δεκαεπτά, για να ενοποιηθούν επιτέλους τα περισσότερα από αυτά κάτω από έναν φορέα, τον ΕΦΚΑ.
Αν λοιπόν ο φόρος γεννήθηκε από ανάγκη επιβίωσης μιας εξουσίας, τίθεται ένα λογικό ερώτημα: θα μπορούσε ένα σύγχρονο κράτος να ευημερεί χωρίς αυτόν εντελώς; Η απάντηση δεν είναι θεωρητική — υπάρχουν πραγματικά παραδείγματα. Χώρες όπως το Κατάρ ή το Μπρουνέι δεν επιβάλλουν φόρο εισοδήματος στους πολίτες τους, γιατί έχουν μια τεράστια εναλλακτική πηγή εσόδων: το πετρέλαιο. Αλλά αυτό έχει και μια σκοτεινή πλευρά, που επιβεβαιώνει ακριβώς τη σχέση φόρου και λόγου που είδαμε στη Μάγκνα Κάρτα: όταν ένα κράτος δεν χρειάζεται τα χρήματα των πολιτών του, συχνά δεν χρειάζεται ούτε να τους ακούσει πολιτικά. Λιγότερος φόρος, εδώ, σημαίνει και λιγότερη λογοδοσία, όχι περισσότερη ελευθερία.
Μικρές χώρες όπως το Μονακό ζουν από άλλη λογική — τουρισμό πολυτελείας, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ξένους — αλλά είναι πρακτικά παρασιτικές πάνω στα φορολογικά συστήματα άλλων χωρών, και δεν κλιμακώνεται σε μοντέλο για μια χώρα δεκάδων εκατομμυρίων κατοίκων. Ο λόγος είναι ένα πολύ συγκεκριμένο οικονομικό πρόβλημα: δρόμοι, δικαστήρια, εθνική άμυνα είναι αγαθά που δεν μπορείς εύκολα να αρνηθείς σε όποιον δεν πλήρωσε γι' αυτά — δεν μπορείς να εμποδίσεις κάποιον να περπατήσει σε έναν δημόσιο δρόμο επειδή δεν πλήρωσε φόρο. Αν η συμμετοχή γινόταν εθελοντική, οι περισσότεροι θα επέλεγαν λογικά να επωφεληθούν δωρεάν από αυτούς που πληρώνουν, και το σύστημα θα κατέρρεε. Γι' αυτό, ιστορικά, ο φόρος έγινε πάντα υποχρεωτικός — δεν βρέθηκε ποτέ βιώσιμη εναλλακτική, εκτός αν έχεις πετρέλαιο κάτω από τα πόδια σου.
Υπάρχει όμως και μια τελευταία, πιο απρόσμενη ανατροπή σε αυτή την ιστορία. Οι σκανδιναβικές χώρες έχουν από τους υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές στον κόσμο — και ταυτόχρονα βρίσκονται σταθερά, χρόνο με τον χρόνο, στην κορυφή των παγκόσμιων ερευνών ευτυχίας. Φαινομενικά αντιφατικό. Η εξήγηση που δίνουν οι ίδιοι οι κάτοικοι, όταν τους ρωτούν, δεν είναι ότι πληρώνουν λίγο — είναι ότι εμπιστεύονται πού πηγαίνουν τα χρήματα. Σε έρευνες εμπιστοσύνης, οι Σκανδιναβοί δηλώνουν πολύ πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο πως εμπιστεύονται όχι μόνο το κράτος τους, αλλά και ο ένας τον άλλον. Και η σχέση αυτή δουλεύει και προς τις δύο κατευθύνσεις: η εμπιστοσύνη επιτρέπει υψηλή φορολογία χωρίς αντίδραση, και η διαφανής, αποτελεσματική χρήση αυτών των χρημάτων ανατροφοδοτεί με τη σειρά της την ίδια εμπιστοσύνη. Όπου αυτός ο κύκλος σπάει — όπου οι πολίτες πιστεύουν πως τα χρήματά τους χάνονται ή κλέβονται — η φοροδιαφυγή γίνεται σχεδόν λογική επιλογή, ακόμα και σε μέτρια επίπεδα φόρου.
Η ελληνική εμπειρία στέκεται κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα, και δεν είναι τυχαίο. Η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα δεν είναι νέο φαινόμενο των τελευταίων κρίσεων· είναι χρόνιο, δομικό πρόβλημα, με ρίζες ακριβώς στην ίδια εξίσωση εμπιστοσύνης που είδαμε στη Σκανδιναβία, μόνο αντεστραμμένη. Δεκαετίες αδιαφανούς διαχείρισης δημόσιου χρήματος, φαινόμενα διαφθοράς, και η αίσθηση ότι ο φόρος του ενός καλύπτει τη διαφυγή του άλλου, έχτισαν μια νοοτροπία όπου η αποφυγή του φόρου φάνταζε σε πολλούς όχι ως παρανομία, αλλά σχεδόν ως λογική άμυνα. Όταν ήρθαν τα Μνημόνια, μετά το δύο χιλιάδες οκτώ, η απάντηση ήταν να ανέβει απότομα ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας και να εισαχθεί ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων — περισσότερος φόρος, πάνω σε μια κοινωνία που ήδη δεν εμπιστευόταν το πού πήγαιναν τα χρήματά της. Το αποτέλεσμα δεν ήταν έκπληξη για κανέναν που ξέρει την ιστορία που μόλις ακούσαμε: όσο πιο απότομα ανεβαίνει ο φόρος χωρίς να ανεβαίνει μαζί του η εμπιστοσύνη, τόσο πιο βαθιά ριζώνει η αντίσταση σε αυτόν.
Ο κοινωνιολόγος Τσαρλς Τίλι έγραψε το χίλια εννιακόσια ογδόντα πέντε μια φράση που κλείνει αυτόν τον κύκλο καλύτερα από κάθε άλλη: ο πόλεμος έφτιαξε το κράτος, και το κράτος έφτιαξε τον πόλεμο — και ο φόρος ήταν το νήμα που τα κρατούσε δεμένα και τα δύο. Η διαφορά, έλεγε ο Τίλι, ανάμεσα σε μια εξουσία που απλώς παίρνει με τη βία και σε ένα κράτος που ονομάζουμε νόμιμο, δεν είναι ο ίδιος ο μηχανισμός — είναι ο χρόνος και η θεσμοθέτηση. Αν αυτή η εξουσία κρατήσει αρκετό καιρό, αποκτήσει σύνορα, νόμους, λογοδοσία, τότε κάποια στιγμή παύει να μοιάζει με εκβιασμό και αρχίζει να μοιάζει με κοινωνικό συμβόλαιο. Δεν αλλάζει η πράξη· αλλάζει το αν έχεις λόγο σε αυτήν.
Αυτή η ίδια θεσμοθέτηση είναι που η ελληνική ιστορία, όπως την είδαμε, έχτιζε πάντα με καθυστέρηση. Ο ΕΦΚΑ ήταν ένα βήμα προς αυτήν. Η Διαύγεια, η πλατφόρμα όπου δημοσιεύεται πια κάθε δημόσια απόφαση και δαπάνη, ήταν ένα ακόμα. Κανένα από τα δύο δεν έκλεισε από μόνο του την απόσταση αιώνων που περιγράψαμε — η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με έναν νόμο, χτίζεται σιγά, με μικρές αποδείξεις που άλλοτε κρατούν και άλλοτε όχι. Ο φόρος ξεκίνησε, πριν από χιλιάδες χρόνια, ως τίμημα φόβου προς μια εξουσία που δεν εξηγούσε τίποτα. Το ότι σήμερα, κάπου, μπορούμε έστω να ρωτήσουμε πού πήγε το μερίδιό μας, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι, μάλλον, το πραγματικό τίμημα της τάξης: να τη χτίζουμε, ξανά και ξανά, λίγο πιο δίκαια.