Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Το Πείραμα Πόλγκαρ: Οι Ιδιοφυΐες Δεν Γεννιούνται

Απομαγνητοφώνηση

Πριν γνωρίσει ποτέ τη γυναίκα που θα γινόταν σύζυγός του, ο Λάσλο Πόλγκαρ της έγραψε ένα μανιφέστο. Ήταν το χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε, εκείνος ζούσε στην Ουγγαρία, εκείνη δίδασκε ξένες γλώσσες στην Ουκρανία, και η μόνη τους επαφή ήταν αλληλογραφία. Στα γράμματά του δεν της μιλούσε για έρωτα. Της εξηγούσε ένα σχέδιο ζωής: πώς σκόπευε να αποκτήσει παιδιά, και πώς σκόπευε να τα μεγαλώσει. Χρειαζόταν, της έγραφε, μια σύντροφο διατεθειμένη να μπει σε αυτό το εγχείρημα μαζί του. Η Κλάρα δέχτηκε. Παντρεύτηκαν, εκείνη μετακόμισε στη Βουδαπέστη, και το σχέδιο που ο Λάσλο είχε περιγράψει σε ένα γράμμα άρχισε να γίνεται πράξη πάνω σε πραγματικά, ζωντανά παιδιά.

Το σχέδιο δεν ήταν παραξενιά μιας στιγμής. Ο Λάσλο το είχε χτίσει χρόνια πριν, μελετώντας συστηματικά τις βιογραφίες τετρακοσίων μεγάλων πνευμάτων της ιστορίας, από τον Σωκράτη μέχρι τον Αϊνστάιν. Σε όλες έβρισκε το ίδιο μοτίβο: ξεκινούσαν πολύ νωρίς, και δούλευαν εντατικά. Από αυτό έβγαλε ένα συμπέρασμα που θα καθόριζε τις ζωές τριών ανθρώπων που δεν είχαν καν γεννηθεί ακόμα. «Όταν ένα παιδί γεννιέται υγιές, είναι μια δυνητική ιδιοφυΐα», έλεγε. Η ιδιοφυΐα, πίστευε, δεν είναι χάρισμα από τη γέννηση. Είναι αποτέλεσμα αγωγής. Κι αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε δεν χρειαζόταν να περιμένει να συναντήσει έναν σπάνιο ταλαντούχο άνθρωπο. Μπορούσε να φτιάξει ένα.

Έμενε ένα ερώτημα: σε τι πεδίο; Η οικογένεια σκέφτηκε τα μαθηματικά, σκέφτηκε τις ξένες γλώσσες, και τελικά διάλεξε το σκάκι, για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο. Το σκάκι έχει βαθμολογία. Έχει τουρνουά, τίτλους, μια αντικειμενική κλίμακα που δείχνει, μαύρο στο άσπρο, αν κάποιος βελτιώνεται. Αν ο Λάσλο επρόκειτο να αποδείξει τη θεωρία του μπροστά στον κόσμο, χρειαζόταν ένα πεδίο όπου η απόδειξη δεν θα άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης. Έτσι, πριν καν γεννηθεί το πρώτο του παιδί, ο Λάσλο είχε ήδη διαλέξει το ταμπλό πάνω στο οποίο θα έπαιζε ολόκληρη η οικογένειά του τα επόμενα τριάντα χρόνια.

Η πρώτη κόρη, η Ζούζα, γεννήθηκε το χίλια εννιακόσια εξήντα εννέα. Ο Λάσλο και η Κλάρα την έμαθαν σκάκι στα τέσσερα, και την κράτησαν εκτός δημόσιου σχολείου, κάτι σχεδόν παράνομο στην κομμουνιστική Ουγγαρία της εποχής. Πάλεψαν με τις αρχές μήνες ολόκληρους για να τους επιτραπεί η οικοδιδασκαλία. Το διαμέρισμά τους στη Βουδαπέστη ήταν μικρό και στριμωχτό, με χιλιάδες βιβλία σκακιού στοιβαγμένα σε ράφια, κι έναν ολόκληρο τοίχο σκεπασμένο με καρτέλες που κατέγραφαν κάθε παρτίδα, κάθε αντίπαλο, κάθε λεπτομέρεια. Έξι μήνες μετά την πρώτη της παρτίδα, η μικρή Ζούζα μπήκε σε μια καπνισμένη λέσχη σκακιού της Βουδαπέστης και άρχισε να νικά ενήλικες παίκτες με δεκαετίες εμπειρίας.

Η μέθοδος δεν ήταν τυχαία επανάληψη. Ο Λάσλο κρατούσε λεπτομερές αρχείο για κάθε αντίπαλο που είχαν συναντήσει ή επρόκειτο να συναντήσουν οι κόρες του, μελετούσε μαζί τους χιλιάδες παρτίδες μεγάλων σκακιστών του παρελθόντος, και προσάρμοζε το πρόγραμμα στις δυνατότητες της κάθε κόρης ξεχωριστά, αντί να τους επιβάλλει το ίδιο καλούπι. Οι ώρες μελέτης ήταν πραγματικά πολλές, καθημερινά, αλλά δεν έμοιαζαν με αποστήθιση· έμοιαζαν περισσότερο με προπόνηση αθλητή που δουλεύει τη λεπτομέρεια ξανά και ξανά, μέχρι να γίνει ένστικτο. Αυτό ακριβώς επιχειρηματολογούσε ο Λάσλο: η ιδιοφυΐα δεν είναι στιγμιαία έμπνευση, είναι χιλιάδες ώρες συγκεκριμένης, καθοδηγημένης εξάσκησης, από ηλικία που οι περισσότεροι γονείς θεωρούν πολύ μικρή για να ξεκινήσει κανείς οτιδήποτε σοβαρό.

Οι γείτονες δεν έβλεπαν πρόοδο. Έβλεπαν κακοποίηση. «Οι γονείς τούς καταστρέφουν», έλεγαν. «Δουλεύουν όλη μέρα, δεν έχουν παιδική ηλικία». Και η κατηγορία δεν ήταν εντελώς αβάσιμη πάνω στα χαρτιά: οι τρεις αδερφές περνούσαν ώρες κάθε μέρα πάνω από τη σκακιέρα, χωρίς σχολείο, χωρίς τα συνηθισμένα παιχνίδια της γειτονιάς. Όμως όσοι έμπαιναν στο σπίτι έβλεπαν κάτι άλλο: τρία κορίτσια που γελούσαν, μάθαιναν Εσπεράντο για διασκέδαση, μιλούσαν γερμανικά και ρωσικά, κι έλυναν μαθηματικά προβλήματα σαν παιχνίδι. Ποιος είχε δίκιο; Η γειτονιά ή το σπίτι; Αυτό το ερώτημα θα ακολουθούσε την οικογένεια σε κάθε βήμα της.

Στα δεκαπέντε της, το χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα, η Ζούζα έγινε η κορυφαία γυναίκα σκακίστρια στον κόσμο. Αλλά η επιτυχία της άνοιξε μια καινούργια μάχη, πιο σκληρή από οποιονδήποτε αντίπαλο στη σκακιέρα. Η Ζούζα δεν έπαιζε σε γυναικεία τουρνουά· έπαιζε ενάντια σε άντρες, γιατί εκεί βρισκόταν το πραγματικό επίπεδο. Το χίλια εννιακόσια ογδόντα έξι, η παγκόσμια ομοσπονδία σκακιού έδωσε εκατό μπόνους βαθμούς σε όλες τις ενεργές γυναίκες παίκτριες. Σε όλες, εκτός από μία: τη Ζούζα, με την αιτιολογία ότι έπαιζε κυρίως ενάντια σε άντρες. Η απόφαση την έριξε από την πρώτη θέση. Το μήνυμα ήταν σαφές: μπορούσε να είναι καλή, αλλά όχι τόσο καλή ώστε να σπάσει τους κανόνες του παιχνιδιού των αντρών. Χρόνια αργότερα, η Ζούζα θα ξανασηκωνόταν ενάντια στην ίδια ομοσπονδία: το χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι κατέκτησε τον τίτλο της παγκόσμιας πρωταθλήτριας γυναικών, αλλά το ενενήντα εννέα αρνήθηκε να ταξιδέψει στην Κίνα για την υπεράσπιση του τίτλου, έγκυος τότε στον γιο της, με όρους που θεωρούσε άδικους. Η ομοσπονδία της πήρε τον τίτλο. Η ίδια δεν το μετάνιωσε ποτέ δημόσια.

Στο μεταξύ, το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα είχε γεννηθεί η δεύτερη κόρη, η Σοφία, κι εκείνη έμελλε να δώσει στην οικογένεια τη στιγμή που κανείς δεν περίμενε. Το χίλια εννιακόσια ογδόντα εννέα, στη Ρώμη, σε ένα τουρνουά γεμάτο έμπειρους γκραν μετρ, η δεκατετράχρονη Σοφία έπαιξε εννιά παρτίδες και κέρδισε τις οκτώμισι. Η απόδοσή της αντιστοιχούσε σε βαθμολογία πάνω από δύο χιλιάδες οκτακόσια πενήντα, μια από τις πιο εντυπωσιακές επιδόσεις που είχε δει ποτέ το σκάκι σε τόσο νεαρή ηλικία. Οι εφημερίδες την αποκάλεσαν «τη Λεηλασία της Ρώμης». Για λίγες μέρες, η μεσαία αδερφή, αυτή που συνήθως έμενε στη σκιά, στάθηκε πιο ψηλά κι από τις δύο αδερφές της.

Κι όμως, η ιστορία που θα έμενε στην αιωνιότητα δεν ήταν της Ζούζας ούτε της Σοφίας. Ήταν της μικρότερης. Η Γιούντιτ γεννήθηκε το χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι, τελευταία από τις τρεις, και μεγάλωσε βλέποντας τις αδερφές της να παλεύουν με κόσμο και κανόνες πολύ μεγαλύτερους από αυτές. Στα πέντε της χρόνια νίκησε έναν οικογενειακό φίλο χωρίς καν να κοιτάζει τη σκακιέρα. Την ίδια χρονιά νίκησε και τον ίδιο της τον πατέρα. Ο Λάσλο, που είχε χτίσει ολόκληρο το πείραμά του πάνω στην πεποίθηση ότι η ιδιοφυΐα κατασκευάζεται, βρέθηκε ξαφνικά να τη βλέπει, μέσα στο ίδιο του το σπίτι, να ξεπερνά κάθε πρόβλεψη.

Η άνοδος της Γιούντιτ δεν σταμάτησε. Στα δέκα της χρόνια νίκησε έναν διεθνή μάστερ. Στα έντεκα, έναν γκραν μετρ. Στα έντεκα χρόνια και εννέα μήνες πήρε τον τίτλο του διεθνούς μάστερ, γινόμενη ο νεότερος παίκτης στην ιστορία, αγόρι ή κορίτσι, που τον είχε κατακτήσει ποτέ. Και τότε στράφηκε προς έναν στόχο που κανείς δεν τολμούσε καν να πει δυνατά: τον τίτλο του γκραν μετρ στη μικρότερη δυνατή ηλικία, ρεκόρ που κρατούσε από το χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ ο Μπόμπι Φίσερ, ο πιο θρυλικός σκακιστής του εικοστού αιώνα. Τριάντα τρία χρόνια είχε μείνει άθικτο εκείνο το ρεκόρ. Κάθε τουρνουά που έχανε η Γιούντιτ ήταν κι ένας μήνας λιγότερος στο χρονόμετρο.

Τον Δεκέμβριο του χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, σε ηλικία δεκαπέντε ετών και τεσσάρων μηνών, η Γιούντιτ Πόλγκαρ πήρε επίσημα τον τίτλο του γκραν μετρ. Έσπασε το ρεκόρ του Φίσερ κατά έναν μήνα. Ήταν η νεότερη γκραν μετρ στην ιστορία του σκακιού, γυναίκα ή άντρας, και η ίδια στιγμή αποδείκνυε δύο πράγματα μαζί: ότι το πείραμα του πατέρα της είχε πετύχει πέρα από κάθε προσδοκία, και ότι η μικρή αδερφή είχε μόλις προσπεράσει τις δύο μεγαλύτερες. Ο ίδιος ο Γκάρι Κασπάροφ, τότε παγκόσμιος πρωταθλητής, δεν έκρυβε τις αμφιβολίες του γι' αυτήν: είχε φανταστικό ταλέντο, έλεγε, αλλά ήταν, τελικά, γυναίκα. Η Γιούντιτ δεν απάντησε με λόγια. Απάντησε με το ταμπλό.

Όσοι την έβλεπαν να παίζει δυσκολεύονταν να συνδέσουν τον χαρακτήρα της με το στιλ της. Στην καθημερινή ζωή ήταν ήσυχη, σχεδόν ντροπαλή. Πάνω στη σκακιέρα γινόταν κάτι εντελώς διαφορετικό: επιθετική μέχρι σκληρότητας, έτοιμη να θυσιάσει κομμάτια για μια επίθεση, χωρίς κανένα ίχνος του δισταγμού που έδειχνε έξω από το τουρνουά. Ο Βρετανός γκραν μετρ Ντέιβιντ Νόργουντ την περιέγραψε αργότερα ως «αυτό το χαριτωμένο κοριτσάκι με τα καστανά μαλλιά που σε συνέτριβε». Ο ίδιος ο Κασπάροφ, χρόνια αργότερα, θα το διατύπωνε αλλιώς: αν το «παίζεις σαν κορίτσι» σήμαινε κάτι στο σκάκι, θα σήμαινε ασταμάτητη επιθετικότητα.

Η αντιπαράθεσή τους δεν έμεινε μόνο στα λόγια. Το χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα, σε ένα τουρνουά στο Λινάρες της Ισπανίας, η δεκαεφτάχρονη Γιούντιτ έπαιζε μια κρίσιμη παρτίδα ενάντια στον ίδιο τον Κασπάροφ. Σε μια δύσκολη στιγμή, εκείνος άγγιξε ένα πιόνι, το άφησε ελεύθερο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, κατάλαβε πως ο χειρισμός ήταν λάθος, και το μετακίνησε αλλού. Σύμφωνα με τους κανόνες, μια κομμένη κίνηση είναι υποχρεωτική. Η Γιούντιτ διαμαρτυρήθηκε, ο διαιτητής δεν επενέβη, και μια τηλεοπτική κάμερα κατέγραψε τη στιγμή που τα δάχτυλά του άφηναν το κομμάτι. Η Γιούντιτ τον αντιμετώπισε αργότερα πρόσωπο με πρόσωπο, ρωτώντας τον πώς μπόρεσε να της το κάνει αυτό. Εκείνος επέμενε πως δεν το είχε καταλάβει. Για τα επόμενα τρία χρόνια, δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη.

Τον Ιανουάριο του χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, η Γιούντιτ έγινε η μόνη γυναίκα ανάμεσα στους δέκα καλύτερους σκακιστές του πλανήτη, ανεξαρτήτως φύλου. Έφτασε τελικά τη θέση οκτώ παγκοσμίως και βαθμολογία πάνω από δύο χιλιάδες επτακόσια τριάντα, η μόνη γυναίκα που το κατάφερε ποτέ. Το Σεπτέμβριο του δύο χιλιάδες δύο, σε έναν αγώνα Ρωσίας εναντίον του υπόλοιπου κόσμου, νίκησε τον ίδιο τον Κασπάροφ, τότε νούμερο ένα του πλανήτη, σε γρήγορο σκάκι. Ήταν η πρώτη φορά που μια γυναίκα νικούσε τον κορυφαίο παίκτη του κόσμου σε επίσημη παρτίδα. Ο Κασπάροφ, χρόνια αργότερα, θα το περιέγραφε αλλιώς απ' ό,τι στα νιάτα του: οι αδερφές Πόλγκαρ, είπε, απέδειξαν ότι δεν υπάρχουν έμφυτα όρια.

Το μοτίβο επαναλήφθηκε δεκάδες φορές μέσα στην καριέρα της. Η Γιούντιτ νίκησε τον Κάρποφ, τον Κράμνικ, τον Σπάσκι, τον Κάρλσεν, έντεκα πρώην ή νυν παγκόσμιους πρωταθλητές συνολικά, κάτι που καμία άλλη γυναίκα δεν είχε πλησιάσει ποτέ. Παρέμεινε η νούμερο ένα γυναίκα σκακίστρια στον κόσμο για είκοσι έξι συνεχόμενα χρόνια. Κι όμως, το ερώτημα που είχε ανοίξει η γειτονιά στη Βουδαπέστη πριν από δεκαετίες παρέμενε ανοιχτό. Το πείραμα είχε παράγει τρεις σπάνιες αθλήτριες. Ό,τι κι αν πλήρωσαν γι' αυτό, η υπόλοιπη ζωή τους θα το δείξει.

Γιατί το πείραμα δεν σταμάτησε στη σκακιέρα, ούτε στο εργαστήριο ενός θεωρητικού. Η οικογένεια το έζησε ολόκληρη, με σάρκα και οστά, μέσα σε μια χώρα που δεν τους διευκόλυνε καθόλου. Οι Πόλγκαρ ήταν εβραϊκής καταγωγής, και τα κορίτσια μεγάλωσαν αντιμετωπίζοντας έντονο αντισημιτισμό στη γειτονιά και στα τουρνουά, ακριβώς την ίδια εποχή που δέχονταν επίθεση και για το ίδιο τους το πείραμα ανατροφής. Παράδοξα, οι δύο πιέσεις δεν τις διέσπασαν. Τις έσφιξαν πιο κοντά η μία στην άλλη. Ό,τι κι αν σκεφτόταν ο έξω κόσμος για την οικογένειά τους, μέσα στο σπίτι οι τρεις αδερφές είχαν η μία την άλλη, με έναν τρόπο που λίγοι έξω μπορούσαν να καταλάβουν.

Το ερώτημα, όμως, δεν έλειπε ούτε από μέσα. Πολλά χρόνια αργότερα, η ίδια η Γιούντιτ θα το θυμόταν χωρίς πικρία, αλλά και χωρίς να το αρνηθεί: δεν πήγαιναν σχολείο, κάτι πολύ ασυνήθιστο για την εποχή, και ο κόσμος έλεγε ότι οι γονείς τις κατέστρεφαν. Το ίδιο αναγνώριζε κι εκείνη: η παιδική τους ηλικία δεν έμοιαζε με καμιάς άλλης. Δεν είχε όμως την εντύπωση ότι της είχε λείψει κάτι. Αυτό που έλειπε από τη μία εκδοχή της ιστορίας ήταν η άλλη: πίσω από κάθε ώρα μελέτης υπήρχε κι ένα σπίτι γεμάτο γέλιο, γλώσσες, παιχνίδια με αριθμούς, και γονείς που δεν έβλεπαν τις κόρες τους σαν πείραμα, αλλά σαν το ίδιο τους το στοίχημα στη ζωή.

Οι τρεις αδερφές δεν έμειναν σκακίστριες για πάντα, ούτε έγιναν το ίδιο πράγμα η μία με την άλλη, κι αυτό ίσως λέει περισσότερα απ' όσα λέει οποιοδήποτε ρεκόρ. Η Ζούζα κέρδισε αργότερα τον τίτλο της παγκόσμιας πρωταθλήτριας γυναικών και σήμερα αφιερώνει τη ζωή της στο να διδάσκει σκάκι σε παιδιά σε όλο τον κόσμο. Η Σοφία απομακρύνθηκε σταδιακά από τα τουρνουά και στράφηκε στη ζωγραφική. Η Γιούντιτ αποσύρθηκε από το αγωνιστικό σκάκι το δύο χιλιάδες δεκατέσσερα, παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά, κι ανέλαβε αργότερα εθνική προπονήτρια της ανδρικής ομάδας σκακιού της Ουγγαρίας· η ίδια που στα νιάτα της δεν την ήθελαν καν στα τουρνουά των αντρών, κλήθηκε τελικά να τους καθοδηγεί.

Ο ίδιος ο Λάσλο έγραψε αργότερα ένα βιβλίο για τη μέθοδό του, με τίτλο που μεταφράζεται περίπου ως «Μεγάλωσε μια Ιδιοφυΐα!», απευθυνόμενο σε κάθε γονιό που ήθελε να δοκιμάσει κάτι παρόμοιο. Ψυχολόγοι και ερευνητές της ανάπτυξης το αναφέρουν ακόμα και σήμερα σε κάθε συζήτηση για το πόσο μετρά η φύση απέναντι στην ανατροφή, δίπλα σε μελέτες για μουσικούς και αθλητές που έφτασαν στην κορυφή μέσα από χιλιάδες ώρες εξάσκησης από πολύ μικρή ηλικία. Κανείς δεν αμφισβητεί πια ότι οι τρεις αδερφές ήταν πραγματικά ασυνήθιστες. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν θα ήταν το ίδιο ασυνήθιστες γεννημένες σε οποιοδήποτε άλλο σπίτι.

Ο Λάσλο Πόλγκαρ δεν απέδειξε ποτέ, με απόλυτη επιστημονική βεβαιότητα, ότι κάθε υγιές παιδί μπορεί να γίνει ιδιοφυΐα. Ένα πείραμα πάνω σε τρεις ανθρώπους δεν αποδεικνύει έναν νόμο της φύσης. Απέδειξε όμως κάτι πιο ήσυχο και ίσως πιο ανατρεπτικό: πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένα παιδί όταν κάποιος πιστεύει, από πολύ νωρίς και χωρίς καμία επιφύλαξη, ότι μπορεί. Το ερώτημα που άνοιξε εκείνο το πρώτο γράμμα στην Κλάρα, πριν καν υπάρξουν οι τρεις κόρες, παραμένει ανοιχτό σήμερα σε κάθε σπίτι όπου ένας γονιός κοιτάζει το παιδί του και αναρωτιέται πόσα από αυτά που βλέπει είναι χάρισμα, και πόσα είναι επιλογή.