Κρίση: Η Πιο Ακριβή Δεκαετία στην Ελληνική Ιστορία
Απομαγνητοφώνηση
Μέσα στη Βουλή, τριακόσιοι βουλευτές σηκώνουν το χέρι για να εγκρίνουν το μεγαλύτερο δάνειο που πήρε ποτέ ευρωπαϊκή χώρα. Δύο τετράγωνα πιο κάτω, την ίδια ακριβώς ώρα, μια γυναίκα τεσσάρων μηνών έγκυος παλεύει να βρει αέρα μέσα σε πυκνό καπνό, σε ένα κατάστημα της τράπεζας Μαρφίν. Λέγεται Αγγελική Παπαθανασοπούλου, είναι τριάντα δύο χρονών, και σε λίγα λεπτά θα πεθάνει μαζί με δύο συναδέλφους της — κάποιος πέταξε μολότοφ μέσα στην τράπεζα, την ώρα που χιλιάδες άνθρωποι έξω διαδήλωναν ενάντια ακριβώς σε αυτό το δάνειο που μόλις εγκρινόταν από πάνω τους. Πέντε Μαΐου, δύο χιλιάδες δέκα.
Πώς φτάνει μια χώρα ως εκεί; Όχι στο δάνειο — στο σημείο να καίγονται άνθρωποι στους δρόμους της ενώ το κοινοβούλιό της υπογράφει, την ίδια ώρα, τη μεγαλύτερη δανειακή σύμβαση της ιστορίας της. Η βολική απάντηση είναι ότι φταίει ο κόσμος. Το δύο χιλιάδες οκτώ, οι τράπεζες της Ουόλ Στριτ καταρρέουν. Η Lehman Brothers χρεοκοπεί μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, αφήνοντας πίσω χρέη πάνω από εξακόσια δεκαεννιά δισεκατομμύρια δολάρια. Ο πλανήτης βυθίζεται στη χειρότερη ύφεση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η ιστορία είναι αληθινή. Είναι όμως μισή. Η κρίση του δύο χιλιάδες οκτώ δεν πνίγει την Ελλάδα επειδή πνίγει όλο τον κόσμο. Την πνίγει επειδή η Ελλάδα, όταν έρχεται το κύμα, δεν έχει σωσίβιο — το έχει ήδη πουλήσει.
Για δεκαετίες, το ελληνικό κράτος λειτουργεί με έναν κανόνα που κανείς δεν γράφει αλλά όλοι καταλαβαίνουν: δανείσου για να πληρώσεις σήμερα, άσε το αύριο να ανησυχεί κάποιος άλλος. Ο δημόσιος τομέας φουσκώνει σε κάθε προεκλογική περίοδο. Και το συνταξιοδοτικό σύστημα γίνεται το πιο ακριβό σύμπτωμα αυτής της συνήθειας: μέχρι και πεντακόσια ογδόντα επαγγέλματα έχουν καταταγεί ως «βαρέα και ανθυγιεινά», με δικαίωμα σύνταξης στα πενήντα ή τα πενήντα πέντε. Κομμωτές, επειδή αγγίζουν χημικά βαφών. Τρομπονίστες, επειδή φυσάνε πολύ. Ακόμα και ψάλτες, με το επιχείρημα ότι η συνεχής παρουσία σε κηδείες είναι ψυχολογικά επιβαρυμένη. Δεν είναι κακή τύχη. Είναι πολιτική επιλογή, χρόνο με το χρόνο, από κυβερνήσεις και των δύο μεγάλων κομμάτων, που προτιμούν να αγοράζουν ψήφους με λεφτά που δεν υπάρχουν παρά να πουν σε κανέναν «όχι».
Υπάρχει όμως και δεύτερο πρόβλημα, πιο σκοτεινό: τα νούμερα που η Ελλάδα δείχνει στην Ευρώπη δεν είναι αληθινά. Το δύο χιλιάδες ένα, για να μπει στο ευρώ, η ελληνική κυβέρνηση συμφωνεί με τη Goldman Sachs σε μια «ανταλλαγή νομισμάτων» ύψους δύο κόμμα οκτώ δισεκατομμυρίων ευρώ, δομημένη έτσι ώστε ένα κομμάτι του χρέους να εξαφανιστεί, τεχνικά, από τα βιβλία. Δεν είναι παράνομο — οι ευρωπαϊκοί κανόνες το επέτρεπαν τότε. Είναι όμως ένα μήνυμα: η χώρα μπαίνει στο ευρώ δείχνοντας νούμερα που δεν είναι πραγματικά, και συνεχίζει να τα «μαγειρεύει» για χρόνια. Η ανάπτυξη είναι πραγματική, τα σπίτια χτίζονται, τα δάνεια τρέχουν φτηνά χάρη στο ευρώ — αλλά η βάση κάτω από όλα αυτά είναι κούφια. Κάποια στιγμή, κάποιος πρέπει να την ελέγξει.
Αυτός ο κάποιος είναι ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Τον Οκτώβριο του δύο χιλιάδες εννιά, λίγες μέρες αφότου το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές και ο ίδιος αναλαμβάνει υπουργός Οικονομικών, ζητά τα πραγματικά στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδος. Το έλλειμμα που η προηγούμενη κυβέρνηση δηλώνει γύρω στο έξι με οκτώ τοις εκατό του ΑΕΠ αποδεικνύεται δώδεκα κόμμα επτά τοις εκατό — και μετά από νέες αναθεωρήσεις, δεκαπέντε κόμμα τέσσερα. Δεν είναι απλώς ένα λάθος. Είναι απόδειξη ότι η Ελλάδα λέει ψέματα στους δανειστές της εδώ και χρόνια, με τη σιωπηλή ανοχή διαδοχικών κυβερνήσεων. Οι αγορές δεν συγχωρούν κάτι τέτοιο. Μέσα σε λίγες βδομάδες, οι οίκοι αξιολόγησης υποβαθμίζουν τη χώρα, το κόστος δανεισμού εκτοξεύεται, και η Ελλάδα βρίσκεται ξαφνικά αποκλεισμένη από αγορές που μέχρι χθες τη δάνειζαν με όρους σχεδόν ίδιους με αυτούς της Γερμανίας.
Έξι μήνες αργότερα, με το ελληνικό δημόσιο μπροστά στην αδυναμία να πληρώσει μισθούς και συντάξεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο — η «Τρόικα», μια λέξη που μπαίνει μόνιμα στο ελληνικό λεξιλόγιο — συμφωνούν σε δάνειο εκατόν δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ. Σε αντάλλαγμα: άμεσες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, αύξηση φόρων, πάγωμα προσλήψεων. Ο ρυθμός είναι τόσο γρήγορος και τόσο βίαιος που η κοινωνία δεν προλαβαίνει να τον χωνέψει. Και μέσα σε αυτό ακριβώς το κλίμα καίγεται η Μαρφίν. Η δικαιοσύνη θα αποδείξει αργότερα ότι το κτίριο δεν έχει λειτουργικά συστήματα πυρόσβεσης — ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας και ο υπεύθυνος ασφαλείας καταδικάζονται σε είκοσι δύο χρόνια φυλάκιση. Τρεις άνθρωποι, κι ένα παιδί που δεν πρόλαβε να γεννηθεί, γίνονται το πρώτο ανθρώπινο κόστος μιας κρίσης που μόλις ξεκινούσε.
Η Ελλάδα δεν είναι μόνη. Μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, η Ιρλανδία ζητά διάσωση εξήντα επτά κόμμα πέντε δισεκατομμυρίων ευρώ για να σώσει τις τράπεζές της. Η Πορτογαλία, εβδομήντα οκτώ δισεκατομμύρια. Η Κύπρος φτάνει στο σημείο οι καταθέτες της να χάσουν κομμάτι από τις ίδιες τις καταθέσεις τους, πάνω από εκατό χιλιάδες ευρώ. Είναι, πράγματι, ευρωπαϊκή κρίση, όχι μόνο ελληνική. Η διαφορά είναι ότι η Ιρλανδία πέφτει επειδή οι τράπεζές της έχουν στοιχηματίσει στα αμερικανικά subprime δάνεια — ένα εξωτερικό χτύπημα σε μια κατά τα άλλα υγιή οικονομία. Η Ελλάδα πέφτει επειδή το ίδιο το κράτος, όχι οι τράπεζές της, είναι το πρόβλημα. Κι ένα σπασμένο κράτος δεν διορθώνεται με ένα δάνειο. Χρειάζεται να αλλάξει ο ίδιος ο μηχανισμός. Αυτό επιχειρεί το πρώτο μνημόνιο. Και αποτυγχάνει.
Αποτυγχάνει γιατί η ύφεση που προκαλούν οι ίδιες οι περικοπές κάνει την οικονομία να συρρικνώνεται πιο γρήγορα απ' όσο μειώνεται το χρέος — έτσι το ποσοστό χρέους προς ΑΕΠ, το νούμερο που υποτίθεται πως έπρεπε να πέσει, συνεχίζει να ανεβαίνει. Μέχρι το φθινόπωρο του δύο χιλιάδες έντεκα, όλοι στις Βρυξέλλες ξέρουν ότι το πρώτο δάνειο δεν αρκεί. Χρειάζεται δεύτερο, μεγαλύτερο — και αυτή τη φορά, πρέπει να πληρώσουν κι οι ιδιώτες δανειστές το μερίδιό τους. Ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, πιεσμένος από παντού, παίρνει μια απόφαση που σοκάρει την Ευρώπη: ανακοινώνει δημοψήφισμα, θέτοντας στον ελληνικό λαό το ερώτημα αν αποδέχεται τους νέους όρους. Οι αγορές πανικοβάλλονται μέσα σε ώρες. Το Βερολίνο και το Παρίσι ασκούν τέτοια πίεση που το δημοψήφισμα αποσύρεται πριν καν γίνει, και ο Παπανδρέου παραιτείται.
Στη θέση του δεν έρχεται πολιτικός. Έρχεται ο Λουκάς Παπαδήμος, πρώην αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας — τραπεζίτης, όχι εκλεγμένος ηγέτης, ορκίζεται πρωθυπουργός μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Ελάχιστοι σταματούν για να αναρωτηθούν τι σημαίνει αυτό: όταν μια χώρα φτάνει στο σημείο να χρειάζεται τραπεζίτη αντί για πολιτικό, η δημοκρατία δεν καταργείται — απλώς μπαίνει σε αναμονή. Ο Παπαδήμος και ο νέος υπουργός Οικονομικών, Ευάγγελος Βενιζέλος, αναλαμβάνουν να κλείσουν τη μεγαλύτερη διαπραγμάτευση χρέους που έχει δει ποτέ η ιστορία. Στόχος: να πείσουν τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία που κρατούν ελληνικά ομόλογα να δεχτούν να χάσουν πάνω από τα μισά χρήματά τους — «εθελοντικά». Οι περισσότεροι δέχονται. Κάποιοι όμως αρνούνται, στοιχηματίζοντας ότι η Ελλάδα δεν θα τολμήσει να τους αναγκάσει. Κάνουν λάθος.
Η ελληνική κυβέρνηση ενεργοποιεί μια ρήτρα που είχε προσθέσει αναδρομικά στα ίδια τα ομόλογα λίγο νωρίτερα — μια ρήτρα που της επιτρέπει να επιβάλει τη ζημιά ακόμα και σε όσους δεν συμφώνησαν ποτέ, αν η πλειοψηφία πει ναι. Ουσιαστικά, το κράτος αλλάζει τους όρους ενός συμβολαίου αφού το έχει ήδη υπογράψει, επιβάλλοντας εκ των υστέρων συναίνεση σε όσους ποτέ δεν συναίνεσαν. Τον Μάρτιο του δύο χιλιάδες δώδεκα, ο διεθνής οργανισμός ISDA αποφαίνεται ότι αυτό ισοδυναμεί επίσημα με πιστωτικό γεγονός — δηλαδή, στην πράξη, με στάση πληρωμών. Ομόλογα αξίας εκατόν ενενήντα επτά δισεκατομμυρίων ευρώ ανταλλάσσονται με νέα, μειωμένης αξίας κατά πενήντα τρία κόμμα πέντε τοις εκατό. Το ελληνικό χρέος «κουρεύεται» κατά εκατόν επτά δισεκατομμύρια ευρώ, σε μία μόνο κίνηση. Είναι, μέχρι σήμερα, η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση κρατικού χρέους στην ιστορία του κόσμου.
Ακούγεται σαν νίκη. Δεν είναι. Γιατί όσοι κρατούν τα περισσότερα από αυτά τα ομόλογα δεν είναι ξένοι τραπεζίτες σε γραφεία της Φρανκφούρτης — είναι τα ίδια τα ελληνικά συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ελληνικές τράπεζες. Το «κούρεμα» που υποτίθεται πως θα ελαφρύνει τη χώρα χτυπά πρώτα απ' όλα τα αποθεματικά που έπρεπε μια μέρα να πληρώσουν ακριβώς τις συντάξεις για τις οποίες η χώρα είχε ήδη δανειστεί πάνω από τις δυνατότητές της. Ο κύκλος κλείνει πάνω στον ίδιο τον εαυτό του: η χώρα ξόδεψε χρήματα που δεν είχε για συντάξεις που δεν μπορούσε να αντέξει, και όταν έρχεται η ώρα του λογαριασμού, τον πληρώνουν, εν μέρει, τα ίδια τα ταμεία των συντάξεων. Οι ελληνικές τράπεζες, με τρύπα δισεκατομμυρίων στους ισολογισμούς τους, χρειάζονται σαράντα οκτώ δισεκατομμύρια ευρώ από το ίδιο το δεύτερο δάνειο μόνο και μόνο για να μείνουν όρθιες.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του δύο χιλιάδες δώδεκα, με τις αγορές να στοιχηματίζουν ανοιχτά ότι η Ελλάδα θα βγει από το ευρώ, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, λέει τρεις λέξεις που θα σώσουν το νόμισμα: «whatever it takes» — ό,τι χρειαστεί. Καμία συγκεκριμένη πράξη δεν ακολουθεί αμέσως. Η φράση αρκεί. Το κόστος δανεισμού για ολόκληρη την ευρωζώνη πέφτει μέσα σε μέρες.
Στα παρασκήνια, όμως, η πιθανότητα εξόδου δεν είναι θεωρητική: εταιρείες εκτύπωσης χαρτονομισμάτων στο εξωτερικό ετοιμάζουν, εμπιστευτικά, σχέδια για το πώς θα τύπωναν δραχμές μέσα σε λίγες βδομάδες, αν χρειαζόταν. Τι θα σήμαινε αυτό στην πράξη; Μια νέα δραχμή που θα υποτιμούνταν αμέσως κατά δεκάδες τοις εκατό, καταθέσεις κλειδωμένες σε τράπεζες χωρίς ρευστό, εισαγωγές — φάρμακα, καύσιμα, τρόφιμα — να γίνονται απλησίαστα ακριβές μέσα σε μία νύχτα. Κανείς δεν το δοκίμασε ποτέ στην πράξη. Τρία χρόνια αργότερα, όμως, η Ελλάδα έρχεται πιο κοντά σε αυτό το σενάριο απ' όσο θα ήθελε.
Το δύο χιλιάδες δεκαπέντε, μετά από πέντε χρόνια λιτότητας χωρίς ορατό τέλος, οι Έλληνες ψηφίζουν κυβέρνηση που υπόσχεται να σταματήσει να λέει «ναι». Ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα κερδίζει τις εκλογές στις είκοσι πέντε Ιανουαρίου, με τον Γιάνη Βαρουφάκη υπουργό Οικονομικών να διαπραγματεύεται ανοιχτά, δημόσια, με ύφος αντιπαράθεσης απέναντι στους δανειστές. Δεν φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ για την κρίση — αυτή έχει ήδη ξεκινήσει έξι χρόνια νωρίτερα, από κυβερνήσεις άλλου χρώματος. Η στρατηγική αντιπαράθεσης που επιλέγει, όμως, έχει τίμημα.
Στις πέντε Ιουλίου, ο Τσίπρας θέτει σε δημοψήφισμα τους όρους των δανειστών, καλώντας τους πολίτες να πουν «όχι». Εξήντα ένα κόμμα τρία τοις εκατό λένε όχι. Είναι θρίαμβος πολιτικής νομιμοποίησης — και οικονομικός εφιάλτης. Οι τράπεζες, που έχουν ήδη αδειάσει από καταθέτες που φοβούνται ακριβώς αυτό το σενάριο, κλείνουν στις είκοσι οκτώ Ιουνίου. Επιβάλλονται capital controls: κάθε πολίτης μπορεί να τραβήξει το πολύ εξήντα ευρώ την ημέρα από το έι τι εμ. Ουρές έξω από τράπεζες κλειστές. Συνταξιούχοι χωρίς κάρτα, περιμένοντας ώρες για να πάρουν το ελάχιστο που τους αναλογεί. Και μετά έρχεται η ανατροπή που κανείς δεν περιμένει. Μέσα σε τρεις βδομάδες από τη νίκη του «όχι», ο ίδιος ο Τσίπρας πηγαίνει στις Βρυξέλλες και υπογράφει τρίτο μνημόνιο ογδόντα έξι δισεκατομμυρίων ευρώ — με όρους σκληρότερους από αυτούς που ο ελληνικός λαός μόλις είχε απορρίψει με τόσο μεγάλη πλειοψηφία.
Το δημοψήφισμα δεν αλλάζει τίποτα στην ουσία, εκτός από το τίμημα: τρεις εβδομάδες κλειστών τραπεζών, μια οικονομία που ξαναβυθίζεται σε ύφεση την ίδια στιγμή που άρχιζε, επιτέλους, να ανασαίνει. Αν υπάρχει μια στιγμή που δείχνει καθαρά τι σημαίνει να είσαι μικρή, χρεωμένη χώρα μέσα σε νόμισμα που δεν ελέγχεις, είναι αυτή: μπορείς να πεις «όχι» με τη μεγαλύτερη δυνατή φωνή, και η απάντηση να είναι, ούτως ή άλλως, «ναι». Ο απολογισμός, όταν μετρήθηκε, ήταν καταστροφικός. Η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε πάνω από είκοσι πέντε τοις εκατό — η βαθύτερη ύφεση οικονομίας ανεπτυγμένης χώρας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανεργία έφτασε στο είκοσι επτά κόμμα πέντε τοις εκατό το δύο χιλιάδες δεκατρία, με την ανεργία των νέων να αγγίζει σχεδόν το εξήντα τοις εκατό.
Ο κατώτατος μισθός κόπηκε κατά είκοσι δύο τοις εκατό, στα τετρακόσια ογδόντα ευρώ τον μήνα — και για όσους ήταν κάτω των είκοσι πέντε ετών, κατά τριάντα δύο τοις εκατό. Οικογένειες έμαθαν να ζουν με λιγότερα απ' όσα πίστευαν ποτέ πως άντεχαν. Πάνω από διακόσιες είκοσι τρεις χιλιάδες νέοι Έλληνες, ανάμεσά τους οι πιο μορφωμένοι και οι πιο ικανοί να φύγουν, έφυγαν μόνιμα μέσα σε πέντε χρόνια — γιατροί, μηχανικοί, επιστήμονες που η ελληνική δημόσια εκπαίδευση πλήρωσε να μορφώσει, κι άλλες χώρες καρπώθηκαν έτοιμους.
Η ανατροπή, όταν έρχεται τελικά, δεν είναι θεαματική. Το δύο χιλιάδες δεκαεννιά, η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη αναλαμβάνει μια χώρα εξαντλημένη, με χρέος πάνω από το εκατόν εβδομήντα τοις εκατό του ΑΕΠ. Δεν υπόσχεται θαύματα, ούτε νέες συγκρούσεις με τους δανειστές. Κρατάει, χρόνο με το χρόνο, πρωτογενή πλεονάσματα και δαπάνες υπό έλεγχο — τη βαρετή πειθαρχία που καμία κυβέρνηση της κρίσης δεν είχε καταφέρει να κρατήσει αρκετό καιρό.
Και τα νούμερα, σιγά σιγά, γυρίζουν. Το δύο χιλιάδες δεκαεννιά, η Ελλάδα ξαναδανείζεται από τις διεθνείς αγορές, μετά από τριετή αποκλεισμό. Το δύο χιλιάδες είκοσι τρία, δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη υποβάθμιση, οι διεθνείς οίκοι της επιστρέφουν την «επενδυτική βαθμίδα». Το δύο χιλιάδες είκοσι τέσσερα, η χώρα που κάποτε δανειζόταν με απαγορευτικά επιτόκια δανείζεται φθηνότερα από τη Γαλλία — μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης. Η ανεργία, που είχε φτάσει το είκοσι επτά τοις εκατό, πέφτει κάτω από το εννιά, η χαμηλότερη τιμή εδώ και πάνω από μία δεκαετία. Καμία από αυτές τις στιγμές δεν έγινε πρωτοσέλιδο με τον τρόπο που έγινε το δημοψήφισμα. Κανείς δεν βγήκε στους δρόμους να πανηγυρίσει ένα πρωτογενές πλεόνασμα. Η πειθαρχία δεν παράγει εικόνες σοκ. Παράγει, όμως, κάτι που καμία κραυγή δεν κατάφερε ποτέ: μια χώρα που ξαναδανείζεται, ξαναχτίζει, ξαναπιστεύεται.
Ο λογαριασμός, ωστόσο, δεν έκλεισε εντελώς. Το ελληνικό χρέος παραμένει, ακόμα και σήμερα, από τα υψηλότερα στον κόσμο σε αναλογία με το ΑΕΠ — παρά τη μεγαλύτερη διαγραφή χρέους που έγινε ποτέ, παρά τα πλεονάσματα, παρά την επενδυτική βαθμίδα. Ένα κομμάτι της γενιάς που έφυγε έχει αρχίσει να γυρίζει, τραβηγμένο από μια χώρα που επιτέλους μοιάζει και πάλι βιώσιμη. Όσοι έμειναν, όμως, και πέρασαν τα είκοσι πέντε τους χρόνια μέσα σε λιτότητα, δεν τα ξαναγράφουν. Και κάπου, ανάμεσα σε πλεονάσματα και αξιολογήσεις, μένουν τρία ονόματα που καμία ανάκαμψη δεν μπορεί να επαναφέρει: η Αγγελική, ο Επαμεινώνδας, η Παρασκευή. Δεν έζησαν αρκετά ούτε για το κούρεμα, ούτε για το δημοψήφισμα, ούτε για τη σημερινή, ήσυχη επιτυχία. Πέθαναν την πρώτη μέρα μιας δεκαετίας που η χώρα τους δεν είχε ακόμα καταλάβει πόσο θα κόστιζε.