Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Το 1945 Δεν Ήταν το Τέλος: Νεοναζί, Ευρώπη και Μόσχα

Απομαγνητοφώνηση

Το έλεγαν Σπίτι των Ηλιοτρόπιων, από τα τεράστια ηλιοτρόπια που ήταν ζωγραφισμένα στην πρόσοψή του. Ήταν μια πολυκατοικία στο Ρόστοκ, στη Γερμανία, όπου έμεναν, μεταξύ άλλων, Βιετναμέζοι εργάτες. Τον Αύγουστο του χίλια εννιακόσια ενενήντα δύο, την τρίτη νύχτα μιας πολιορκίας από ακροδεξιούς εξτρεμιστές, κάποιοι πέταξαν μολότοφ στο κτίριο. Πήρε φωτιά, με περίπου εκατό ανθρώπους ακόμη μέσα, που σώθηκαν βγαίνοντας στην ταράτσα. Κάτω, στον δρόμο, στέκονταν περίπου τρεις χιλιάδες περίοικοι. Δεν έτρεχαν να βοηθήσουν. Χειροκροτούσαν. Είχαν περάσει σαράντα επτά χρόνια από την ήττα του ναζισμού, και η Ευρώπη πίστευε ότι είχε τελειώσει για πάντα μαζί του.

Είχε κάθε λόγο να το πιστεύει. Οι σύμμαχοι είχαν καταλάβει τη Γερμανία, η Νυρεμβέργη είχε δικάσει τους αρχηγούς του καθεστώτος, ο αγκυλωτός σταυρός είχε γίνει απαγορευμένο σύμβολο. Μόνο που μια ιδεολογία δεν εκτελείται με δίκη. Το χίλια εννιακόσια πενήντα ένα, έξι χρόνια μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ, ένα κόμμα που το είχαν ιδρύσει πρώην στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος πήρε περίπου έντεκα τοις εκατό των ψήφων στις εκλογές της Κάτω Σαξονίας. Οι Γερμανοί δεν περίμεναν να δουν πού θα φτάσει. Το χίλια εννιακόσια πενήντα δύο, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο το διέλυσε: ήταν το πρώτο κόμμα που απαγορεύτηκε στη Δυτική Γερμανία. Ήξεραν πολύ καλά τι είχε συμβεί την τελευταία φορά που περίμεναν.

Το χίλια εννιακόσια είκοσι οκτώ, οι ναζί είχαν πάρει δύο κόμμα έξι τοις εκατό των ψήφων. Ήταν μια περιθωριακή φωνή, από αυτές που οι σοβαροί άνθρωποι δεν παίρνουν στα σοβαρά. Έπειτα ήρθε το κραχ. Οι άνεργοι στη Γερμανία, που ήταν περίπου ενάμισι εκατομμύριο, ξεπέρασαν μέσα σε τέσσερα χρόνια τα πέντε εκατομμύρια. Το χίλια εννιακόσια τριάντα, οι ναζί πήραν σχεδόν έναν στους πέντε ψηφοφόρους. Το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια τριάντα δύο, πάνω από έναν στους τρεις. Δεν είχαν γίνει ξαφνικά πειστικοί, ούτε είχε πιάσει τους ανθρώπους μια συλλογική τρέλα. Είχε γκρεμιστεί ο κόσμος κάτω από τα πόδια τους, και κάποιος τους έδειχνε ποιον να κατηγορήσουν.

Και όμως ούτε τότε κέρδισαν την πλειοψηφία. Τον Νοέμβριο του χίλια εννιακόσια τριάντα δύο έχασαν ψήφους, και για λίγο φάνηκε ότι το κύμα υποχωρούσε. Δεν υποχώρησε, γιατί όσοι είχαν τη δύναμη να το σταματήσουν προτίμησαν να το χρησιμοποιήσουν. Συντηρητικοί πολιτικοί και άνθρωποι του κατεστημένου έπεισαν τον γηραιό πρόεδρο Χίντενμπουργκ να διορίσει τον Χίτλερ καγκελάριο, πιστεύοντας ότι θα τον δαμάσουν: θα τον είχαν μέσα στην κυβέρνηση, κάτω από τον έλεγχό τους. Στις τριάντα Ιανουαρίου του χίλια εννιακόσια τριάντα τρία, ο Χίτλερ ανέλαβε την καγκελαρία. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η Ευρώπη ήταν ερείπια. Η ιδέα ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις μια τέτοια δύναμη χωρίς να σε καταπιεί είναι από τα πιο ακριβά λάθη που έχει κάνει ποτέ η πολιτική.

Η ήττα του ναζισμού, το χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε, του πήρε τα κόμματα, τους στρατούς και το κράτος, όχι όμως όλους τους πιστούς του. Ο ναζισμός επέζησε στο περιθώριο: σε μικρές οργανώσεις, σε συναυλίες, σε παρέες που συναντιούνταν κρυφά. Και όταν έπεσε το Τείχος και, μέσα σε έναν χρόνο, η Ανατολική Γερμανία έπαψε να υπάρχει, οι νεοναζί βγήκαν ξανά στους δρόμους. Το Ρόστοκ, με το οποίο ξεκινήσαμε, ήταν μόνο η πιο ορατή στιγμή τους. Μέσα σε τρεις μέρες, εκατοντάδες ακροδεξιοί εξτρεμιστές είχαν πολιορκήσει ένα κέντρο υποδοχής προσφύγων και το κτίριο δίπλα του, και το τρίτο βράδυ η αστυνομία απέσυρε τις δυνάμεις της από το σημείο.

Θυμήσου τι ήταν το πιο ανησυχητικό εκείνη τη νύχτα: όχι οι λίγοι που πετούσαν τις φωτιές, αλλά το πλήθος που τις χειροκροτούσε. Η βία των νεοναζί δεν χρειάζεται πολλούς. Χρειάζεται μόνο να μην τη σταματήσει κανείς. Η Γερμανία το έμαθε με τον χειρότερο τρόπο. Ανάμεσα στο δύο χιλιάδες και το δύο χιλιάδες επτά, μια μικρή ομάδα, το Εθνικοσοσιαλιστικό Υπόγειο, σκότωσε δέκα ανθρώπους: οκτώ τουρκικής καταγωγής, έναν Έλληνα και μια Γερμανίδα αστυνομικό. Για χρόνια οι αρχές έψαχναν τους δράστες στον κύκλο των ίδιων των θυμάτων, ο γερμανικός Τύπος μιλούσε για «φόνους του ντόνερ», και η υπόθεση έμοιαζε με έγκλημα μαφίας. Η αλήθεια βγήκε το δύο χιλιάδες έντεκα, έντεκα χρόνια μετά την πρώτη δολοφονία.

Πριν προχωρήσουμε, χρειάζεται μια διευκρίνιση, γιατί εδώ συχνά μπερδεύονται δύο πράγματα. Νεοναζί λέμε όσους υιοθετούν ανοιχτά την ιδεολογία του Τρίτου Ράιχ: τη ρατσιστική ιεραρχία, τον αντισημιτισμό, τη λατρεία της βίας. Τα μεγάλα κόμματα της σημερινής ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, αντίθετα, αρνούνται τον χαρακτηρισμό, και μερικές φορές το αποδεικνύουν. Το δύο χιλιάδες δεκαπέντε, η Μαρίν Λεπέν έδιωξε από το κόμμα τον ίδιο της τον πατέρα, τον ιδρυτή του, επειδή εκείνος ξαναείπε ότι οι θάλαμοι αερίων ήταν «λεπτομέρεια» της ιστορίας. Το δύο χιλιάδες είκοσι τέσσερα, όταν ο επικεφαλής υποψήφιος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία δήλωσε ότι οι άνδρες των Ες Ες δεν ήταν όλοι εγκληματίες, το κόμμα της Λεπέν διέκοψε τη συνεργασία, και οι Γερμανοί αποβλήθηκαν από την κοινή τους ομάδα στο Ευρωκοινοβούλιο. Η γραμμή, λοιπόν, υπάρχει. Το ερώτημα είναι πόσο καθαρή είναι.

Και τα κόμματα αυτά ανεβαίνουν. Το Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας ιδρύθηκε το χίλια εννιακόσια πενήντα έξι, με πρώτο αρχηγό έναν πρώην υπουργό του ναζιστικού καθεστώτος στην Αυστρία και αξιωματούχο των Ες Ες. Σήμερα αρνείται κάθε νεοναζιστικό χαρακτηρισμό, και το δύο χιλιάδες είκοσι τέσσερα ήρθε πρώτο στις εθνικές εκλογές, με σχεδόν τρεις στους δέκα ψηφοφόρους. Την ίδια χρονιά, στη Γαλλία, η Εθνική Συσπείρωση της Λεπέν πήρε πάνω από τριάντα ένα τοις εκατό στις ευρωεκλογές. Και στη Γερμανία, το δύο χιλιάδες είκοσι πέντε, η Εναλλακτική για τη Γερμανία έγινε το δεύτερο κόμμα της χώρας, με έναν στους πέντε ψηφοφόρους. Τρεις χώρες, τρία διαφορετικά κόμματα, και η ίδια κατεύθυνση.

Και μόλις αυτόν τον μήνα, η Εναλλακτική για τη Γερμανία νίκησε σε δύο γερμανικά κρατίδια. Στις έξι Σεπτεμβρίου, στη Σαξονία-Άνχαλτ, πήρε σχεδόν σαράντα τέσσερα τοις εκατό, το καλύτερο αποτέλεσμά της σε οποιοδήποτε κρατίδιο, και έμεινε τρεις μόνο έδρες μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία. Δύο εβδομάδες αργότερα, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, ήρθε πάλι πρώτη, με πάνω από τριάντα οκτώ τοις εκατό. Τα υπόλοιπα κόμματα αρνούνται να κυβερνήσουν μαζί της, το λεγόμενο «τείχος προστασίας». Οι υπηρεσίες πληροφοριών της Σαξονίας-Άνχαλτ έχουν χαρακτηρίσει την τοπική της οργάνωση επιβεβαιωμένα ακροδεξιά εξτρεμιστική, κάτι που το κόμμα αμφισβητεί. Και η ηγεσία του υποστήριξε ότι το αποτέλεσμα δείχνει πως οι ψηφοφόροι απέρριψαν αυτό το τείχος.

Τι δίνει σε τέτοια κόμματα αυτή τη δύναμη; Οι ερευνητές προσφέρουν πολλές εξηγήσεις: οικονομική ανασφάλεια, δυσπιστία απέναντι σε όσους κυβερνούν, φόβο για την ταυτότητα και για τη μετανάστευση. Καμία δεν αρκεί από μόνη της, και η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται αυτούσια: το δύο χιλιάδες είκοσι έξι δεν είναι το χίλια εννιακόσια τριάντα δύο, υπάρχουν συνταγματικά δικαστήρια, υπάρχει η μνήμη. Το μοτίβο όμως θυμίζει κάτι. Μια κρίση που τρώει την εμπιστοσύνη, ένα πλήθος που ψάχνει ποιον να κατηγορήσει, και όλοι εκείνοι που στέκονται έξω από την πόρτα και περιμένουν να ωφεληθούν. Ανάμεσά τους, στα ανατολικά σύνορα της ηπείρου, στέκεται και ένα κράτος.

Ποιος ωφελείται από μια Ευρώπη που τσακώνεται με τον εαυτό της; Η Μόσχα έχει δύο εμπόδια στη γειτονιά της: την Ευρωπαϊκή Ένωση, που επιβάλλει κυρώσεις όταν συμφωνούν όλα τα κράτη-μέλη, και το ΝΑΤΟ. Πολλά ακροδεξιά κόμματα έχουν δικούς τους λόγους να αντιπαθούν και τα δύο. Πιστεύουν στο έθνος-κράτος, όχι στους υπερεθνικούς θεσμούς, και στις Βρυξέλλες βλέπουν εχθρό. Δεν χρειάζεται να δώσει κανείς εντολές· τα συμφέροντα συναντιούνται από μόνα τους. Ζητούν, ανάλογα με το κόμμα, ουδετερότητα, έξοδο από το ΝΑΤΟ ή από τη στρατιωτική του δομή, τέλος στις κυρώσεις. Πρόκειται για νόμιμες πολιτικές θέσεις. Συμπίπτουν όμως με όσα θα ήθελε η Μόσχα.

Και μερικές φορές τα συμφέροντα συναντιούνται και στα χαρτιά. Στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου του δύο χιλιάδες δεκαέξι, στη Μόσχα, το Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας υπέγραψε πενταετές σύμφωνο συνεργασίας με την Ενωμένη Ρωσία, το κόμμα εξουσίας του Πούτιν. Το δύο χιλιάδες δεκατέσσερα, το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο, όπως λεγόταν τότε η Εθνική Συσπείρωση, δανείστηκε περίπου εννέα εκατομμύρια ευρώ από μια τράπεζα ρωσικής ιδιοκτησίας· το δάνειο ξεπληρώθηκε πρόωρα το δύο χιλιάδες είκοσι τρία. Και το δύο χιλιάδες είκοσι τέσσερα, οι τσεχικές αρχές κατηγόρησαν ένα ρωσόφιλο δικτυακό μέσο με έδρα την Πράγα, τη Φωνή της Ευρώπης, ότι πλήρωνε ευρωπαίους πολιτικούς για λογαριασμό της Μόσχας. Όσοι κατονομάστηκαν, ανάμεσά τους και στελέχη της Εναλλακτικής για τη Γερμανία, το αρνούνται. Το ίδιο το κόμμα ζητά επίσημα το τέλος των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Ο πολιτικός επιστήμονας Άντον Σεχόφτσοφ, που μελέτησε αυτές τις σχέσεις, περιγράφει πώς άλλαξε η λογική τους. Στην αρχή η Μόσχα χρησιμοποιούσε τους ακροδεξιούς της Δύσης για να νομιμοποιεί τις δικές της πράξεις. Το δύο χιλιάδες δεκατέσσερα, όταν η Οργάνωση για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη αρνήθηκε να παρακολουθήσει το δημοψήφισμα της Κριμαίας, οι «παρατηρητές» που παρουσιάστηκαν ήταν κυρίως εκπρόσωποι ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων και περιθωριακών οργανώσεων. Αργότερα, η στήριξη έγινε μοχλός πίεσης: ένας τρόπος να κλονίζεται από μέσα η φιλελεύθερη δημοκρατική συναίνεση της Δύσης. Δεν είναι αγάπη για μια ιδεολογία. Είναι γεωπολιτική, και γι' αυτό υπάρχουν εξαιρέσεις. Η Πολωνία, όσο την κυβερνούσε το εθνικοσυντηρητικό κόμμα «Δίκαιο και Δικαιοσύνη», ήταν από τους πιο αντιρωσικούς συμμάχους της Ουκρανίας, και το κόμμα της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία έχει στηρίξει το ΝΑΤΟ και το Κίεβο.

Αν τα κόμματα είναι η πρόσοψη, η Αγία Πετρούπολη είναι το υπόγειο. Εκεί ιδρύθηκε, το δύο χιλιάδες δύο, το Ρωσικό Αυτοκρατορικό Κίνημα, με στόχο την αναβίωση της ρωσικής αυτοκρατορίας. Έχει ένοπλο σκέλος και στρατόπεδα εκπαίδευσης, και από το δύο χιλιάδες δεκατέσσερα έστειλε εθελοντές να πολεμήσουν στην ανατολική Ουκρανία. Δέχεται και ξένους. Το καλοκαίρι του δύο χιλιάδες δεκαέξι, δύο Σουηδοί νεοναζί έμειναν έντεκα μέρες σε ένα από τα στρατόπεδά του και έμαθαν να χειρίζονται όπλα και εκρηκτικά. Λίγους μήνες αργότερα, βόμβες έσκασαν στο Γκέτεμποργκ, σε ένα κέντρο φιλοξενίας προσφύγων και σε έναν χώρο αριστερών οργανώσεων. Ένας άνθρωπος τραυματίστηκε σοβαρά. Το δύο χιλιάδες δεκαεπτά καταδικάστηκαν τρεις άνδρες από τον ίδιο κύκλο. Και τον Απρίλιο του δύο χιλιάδες είκοσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες έβαλαν το Κίνημα στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων: για πρώτη φορά, μια οργάνωση λευκής υπεροχής έμπαινε σε τέτοιο κατάλογο.

Και δεν ήταν μόνο ένα στρατόπεδο. Ο ιδιωτικός στρατός Βάγκνερ έπαιρνε το όνομά του, σύμφωνα με τις πληροφορίες, από το ψευδώνυμο του στρατιωτικού διοικητή του, του Ντμίτρι Ούτκιν, θαυμαστή της ναζιστικής Γερμανίας· ένα ψευδώνυμο που παραπέμπει στον αγαπημένο συνθέτη του Χίτλερ. Στις τάξεις του πολεμούσε και η Ρουσίτς, μια ομάδα νεοναζί με σλαβικό αγκυλωτό σταυρό στο έμβλημά της, που ιδρύθηκε στην ανατολική Ουκρανία το δύο χιλιάδες δεκατέσσερα. Και όλα αυτά σε έναν πόλεμο που ο Πούτιν παρουσίασε, στις είκοσι τέσσερις Φεβρουαρίου του δύο χιλιάδες είκοσι δύο, ως «αποστρατιωτικοποίηση και αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας.

Η χώρα αυτή είχε τότε πρόεδρο έναν Εβραίο, τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο παππούς του πολέμησε με τον Κόκκινο Στρατό εναντίον των ναζί, και τρία από τα αδέλφια του πέθαναν εξαιτίας της ναζιστικής εισβολής. Είναι όμως αλήθεια ότι στην Ουκρανία υπάρχουν ακροδεξιοί, όπως σχεδόν παντού στην Ευρώπη, και στη Ρωσία. Το τάγμα Αζόφ γεννήθηκε το δύο χιλιάδες δεκατέσσερα, και ανάμεσα στους ιδρυτές και τους πρώτους μαχητές του υπήρχαν άνθρωποι με νεοναζιστικό παρελθόν, πριν ενσωματωθεί στην Εθνοφρουρά. Στις εκλογές του δύο χιλιάδες δεκαεννέα, όμως, το ισχυρότερο ακροδεξιό κόμμα της χώρας πήρε περίπου δύο τοις εκατό και δεν πέρασε το όριο του πέντε. Για τη Μόσχα, λοιπόν, ο ναζισμός μοιάζει να είναι εργαλείο: κατηγορία όταν στρέφεται εναντίον ενός αντιπάλου, ανεκτός συνεργάτης όταν στρέφεται εναντίον της Δύσης.

Όσο κι αν η Μόσχα ενθαρρύνει αυτά τα κινήματα απ' έξω, δεν δημιουργεί την ευρωπαϊκή ακροδεξιά· τη βρίσκει έτοιμη. Οι ρίζες είναι πάντα ντόπιες, και το κρίσιμο δεν είναι ποιος τις ποτίζει, αλλά τι κάνει μια κοινωνία όταν βλαστήσουν. Η Ελλάδα το έζησε σε μικρογραφία, από την άνοδο μέχρι τη δίκη. Το δύο χιλιάδες εννέα, ένα μικρό ακροδεξιό κόμμα με ναζιστικές αναφορές πήρε στις εκλογές λιγότερο από ένα τοις εκατό. Δυόμισι χρόνια αργότερα, στη μέση της οικονομικής κρίσης, πήρε σχεδόν επτά τοις εκατό και δεκαοκτώ έδρες. Ένα περιθώριο, με άλλα λόγια, είχε μπει στη Βουλή.

Τον Σεπτέμβριο του δύο χιλιάδες δεκατρία, ο Παύλος Φύσσας, τριάντα τεσσάρων ετών, ράπερ με αντιφασιστικούς στίχους, έβλεπε ποδόσφαιρο σε ένα καφέ στο Κερατσίνι, με τη σύντροφό του και μια παρέα φίλων. Ένας οπαδός του κόμματος τον μαχαίρωσε στον δρόμο. Ο Φύσσας, ακόμη ζωντανός, έδειξε στην αστυνομία τον δράστη· πέθανε λίγο αργότερα στο νοσοκομείο. Σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, η ηγεσία του κόμματος και βουλευτές του βρίσκονταν υπό κράτηση. Η δίκη ξεκίνησε το δύο χιλιάδες δεκαπέντε και κράτησε πέντε χρόνια και μισό. Στις επτά Οκτωβρίου του δύο χιλιάδες είκοσι, το δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν επρόκειτο για ένα κόμμα που κάποια στιγμή ξέφυγε. Ήταν εγκληματική οργάνωση, με ιεραρχία και κεντρική διοίκηση, που λειτουργούσε ως κόμμα και είχε οργανώσει επιθέσεις σε μετανάστες, σε συνδικαλιστές και σε υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Έξω από το δικαστήριο περίμεναν περίπου είκοσι χιλιάδες άνθρωποι. Όταν ακούστηκε η απόφαση, ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, και η μητέρα του Παύλου, η Μάγδα Φύσσα, ακούστηκε να φωνάζει στον νεκρό γιο της ότι τα κατάφερε. Τον Μάρτιο του δύο χιλιάδες είκοσι έξι, το εφετείο επιβεβαίωσε τις καταδίκες σαράντα δύο κατηγορουμένων, ανάμεσά τους όλα τα στελέχη της ηγεσίας. Το κόμμα είχε ήδη βγει από τη Βουλή: το δύο χιλιάδες δεκαεννέα πήρε λιγότερο από τρία τοις εκατό και έχασε όλες τις δεκαοκτώ έδρες του. Το δύο χιλιάδες είκοσι τρία, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο απέκλεισε από τις εκλογές το νέο κόμμα του πρώην εκπροσώπου του, εκείνος στήριξε από τη φυλακή ένα άλλο, που πήρε σχεδόν πέντε τοις εκατό και δώδεκα έδρες.

Και τώρα η ιστορία επιστρέφει. Στις δεκαπέντε Σεπτεμβρίου του δύο χιλιάδες είκοσι έξι, ο πρώην εκπρόσωπος του κόμματος βγήκε από τη φυλακή και τον περίμεναν έξω οπαδοί του. Ο νόμος του απαγορεύει να είναι υποψήφιος ως το δύο χιλιάδες τριάντα τρία. Εκείνος όμως δήλωσε ότι επιστρέφει στην πολιτική και ετοιμάζει νέο κόμμα, και οι νομικοί συζητούν ήδη πώς θα προσπαθήσει να παρακάμψει το εμπόδιο: ως ανεξάρτητος υποψήφιος ή δίπλα σε ένα κόμμα που θα φαίνεται να μην έχει σχέση μαζί του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, όταν κληθεί να αποφασίσει, θα κρίνει αν ένα κόμμα είναι πράγματι ανεξάρτητο ή η ίδια ιστορία με άλλο όνομα. Και οι ψηφοφόροι θα πουν κι αυτοί τον λόγο τους.

Τι κάνει λοιπόν μια δημοκρατία όταν οι ψηφοφόροι σπρώχνουν τέτοια κόμματα προς την εξουσία; Οι Γερμανοί, με το βάρος της ιστορίας τους, διάλεξαν την απομόνωση: δεν κυβερνάς μαζί τους, ό,τι κι αν πάρουν. Στην Ελλάδα ήταν τα δικαστήρια. Οι Δανοί δοκίμασαν το αντίθετο. Όταν οι Σοσιαλδημοκράτες υιοθέτησαν σκληρότερη μεταναστευτική πολιτική, το αντιμεταναστευτικό Λαϊκό Κόμμα έπεσε από το είκοσι ένα στο εννιά τοις εκατό περίπου μέσα σε τέσσερα χρόνια. Οι επικριτές λένε ότι έτσι κέρδισαν οι ιδέες του, ακόμη κι αν έχασε το κόμμα. Οι υποστηρικτές απαντούν ότι έτσι γύρισαν στο κέντρο ψηφοφόροι που αλλιώς θα είχαν χαθεί. Κανείς δεν ξέρει σίγουρα ποιος δρόμος δουλεύει. Ξέρουμε μόνο ποιος δεν δούλεψε ποτέ: να κοιτάς αλλού και να περιμένεις να δεις πού θα φτάσουν.