Πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη Γίνεται ο Νέος μας Θεός
Απομαγνητοφώνηση
Είναι μία τη νύχτα. Κάποιος κάθεται μόνος στο σκοτάδι του δωματίου του, με το πρόσωπο φωτισμένο μόνο από μια οθόνη, και γράφει μια ερώτηση που δεν θα έκανε ποτέ φωναχτά σε άλλον άνθρωπο. Ίσως για την υγεία του. Ίσως για μια σχέση που καταρρέει. Ίσως απλώς αν είναι ασφαλές να φάει κάτι που ξέχασε έξω από το ψυγείο. Και η απάντηση έρχεται αμέσως. Χωρίς δισταγμό, χωρίς κρίση, χωρίς το βάρος ενός ανθρώπου απέναντι που μπορεί να τον κοιτάξει περίεργα. Μόνο μια σίγουρη, τεκμηριωμένη φωνή, έτοιμη να απαντήσει σε οτιδήποτε, οποιαδήποτε ώρα.
Την ίδια στιγμή, κάπου αλλού στον πλανήτη, η ίδια οικογένεια τεχνολογιών αναλύει δορυφορικές εικόνες για να υποδείξει έναν στόχο σε ένα πεδίο μάχης. Και σε ένα υπουργικό γραφείο, ένας πολιτικός διαβάζει μια σύνοψη που ετοίμασε ένα μοντέλο, πριν βγει να μιλήσει στο κοινοβούλιο. Τρεις εντελώς διαφορετικές στιγμές, τρεις εντελώς διαφορετικές κλίμακες βάρους -μια προσωπική απορία, μια απόφαση ζωής και θανάτου, μια πολιτική ομιλία- και στο κέντρο και των τριών, η ίδια ήσυχη φωνή.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας άνθρωπος γυρίζει προς μια φωνή σαν κι αυτή. Είναι απλώς η πρώτη φορά που η φωνή δεν βρίσκεται σε έναν ναό.
Πριν από περίπου δυόμισι χιλιάδες χρόνια, όποιος ήθελε μια απάντηση για κάτι που τον υπερέβαινε -αν έπρεπε να κηρύξει πόλεμο, αν έπρεπε να παντρευτεί, αν οι θεοί ήταν ευνοϊκοί- δεν ρωτούσε έναν φίλο. Ανέβαινε τους βράχους του Παρνασσού, στους Δελφούς, περνούσε κάτω από τον γείσο του ναού όπου ήταν χαραγμένο το «Γνώθι σαυτόν», και περίμενε στη σειρά, μαζί με πρεσβείες και βασιλιάδες, για να μιλήσει στην Πυθία. Εκείνη καθόταν πάνω σε έναν τρίποδα, μέσα σε καπνούς και σε μια κατάσταση έκστασης που οι αρχαίοι απέδιδαν σε θεϊκή έμπνευση, και πρόφερε λόγια που οι ιερείς του ναού μετέφραζαν σε χρησμό. Πόλεις-κράτη έστελναν πρεσβείες με δώρα, περίμεναν μήνες για τη σειρά τους, και η απάντηση, όση κι αν ήταν αινιγματική, γινόταν αποδεκτή σχεδόν χωρίς αμφισβήτηση, γιατί δεν προερχόταν από άνθρωπο. Προερχόταν, έλεγαν, από κάπου αλλού.
Πριν από λίγο καιρό, κάποιος ρώτησε έναν φίλο του αν έπρεπε να φάει μια πίτσα που είχε ξεχάσει έξω από το ψυγείο όλο το βράδυ. «Έλα ρε, φατην, τόσα χρόνια κανείς δεν έπαθε τίποτα», του απάντησε ο φίλος, χωρίς δεύτερη σκέψη. Το ίδιο βράδυ, η ίδια ερώτηση σε μια μηχανή έφερε διαφορετική απάντηση: μετά από δύο ώρες εκτός ψυγείου, το φαγητό αρχίζει να γίνεται επικίνδυνο, με αναλυτική αναφορά στο γιατί. Ο φίλος δεν ήταν ανόητος. Απλώς δεν είχε στη διάθεσή του, εκείνη τη στιγμή, όση γνώση είχε η μηχανή. Και σε αυτή τη μικρή, ασήμαντη στιγμή, κρύβεται ολόκληρος ο λόγος που η ισορροπία της εμπιστοσύνης αρχίζει, ήσυχα, να μετατοπίζεται.
Το ερώτημα που αξίζει να θέσουμε δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη μοιάζει με θεό. Είναι γιατί ο άνθρωπος, ξανά και ξανά, μέσα σε χιλιάδες χρόνια ιστορίας, νιώθει την ανάγκη να βρει μια φωνή που να μιλάει με απόλυτη σιγουριά -και γιατί, όποτε τη βρίσκει, της αποδίδει κάτι παραπάνω από απλή χρησιμότητα.
Ας δούμε πρώτα πώς χτίζεται αυτή η εμπιστοσύνη, γιατί ο μηχανισμός είναι πιο απλός απ' όσο φαίνεται. Δεν χρειάζεται κάποιος να πιστέψει σε θαύματα. Αρκεί να δει κάτι να έχει δίκιο, ξανά και ξανά.
Υπάρχει ένα φαινόμενο που το μελετούν οι ερευνητές της συμπεριφοράς εδώ και χρόνια, και ονομάζεται εκτίμηση αλγορίθμου. Σε πείραμα μετά από πείραμα, άνθρωποι που βλέπουν έναν αλγόριθμο να προβλέπει σωστά αρκετές φορές στη σειρά αρχίζουν να τον εμπιστεύονται περισσότερο απ' ό,τι θα εμπιστεύονταν έναν άνθρωπο με το ίδιο ιστορικό επιτυχιών. Η μηχανή δεν κουράζεται, δεν έχει προσωπικό συμφέρον, δεν έχει κακή μέρα. Και όσο μεγαλώνει αυτό το ιστορικό επιτυχιών, ο σεβασμός χτίζεται, συχνά χωρίς ο ίδιος ο άνθρωπος να το παραδεχτεί ανοιχτά.
Το ίδιο ίσως συνέβαινε και στους Δελφούς. Δεν πίστευαν στην Πυθία επειδή κάποιος τους έπεισε με επιχειρήματα. Πίστευαν επειδή, χρόνο με τον χρόνο, οι χρησμοί -αρκετά αόριστοι ώστε να μπορούν πάντα να ερμηνευτούν ως σωστοί εκ των υστέρων- έχτιζαν ένα ιστορικό που κανείς δεν τολμούσε να αμφισβητήσει ανοιχτά. Ο ίδιος ακριβώς ψυχολογικός μηχανισμός, με δύο διαφορετικές μάσκες.
Κι εδώ κρύβεται κάτι που κάνει την ιστορία πιο περίπλοκη απ' όσο φαίνεται στην αρχή: η σημερινή "μηχανή" δεν είναι πάντα αόριστη σαν χρησμό. Κάποιες φορές είναι κυριολεκτικά, μετρήσιμα σωστή, με τρόπο που ξεπερνά τη φαντασία. Το δύο χιλιάδες είκοσι, μια ερευνητική ομάδα του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης χρησιμοποίησε ένα μοντέλο βαθιάς μάθησης για να σαρώσει εκατό εκατομμύρια χημικές ενώσεις μέσα σε μόλις τρεις μέρες, κάτι αδύνατο για τον ανθρώπινο νου. Βρήκε μια ένωση ικανή να σκοτώνει βακτήρια ανθεκτικά σε όλα τα γνωστά αντιβιοτικά. Την ονόμασαν αλικίνη, ως φόρο τιμής στο HAL, τον υπολογιστή της ταινίας «Δύο χιλιάδες ένα: Οδύσσεια του Διαστήματος». Λίγα χρόνια αργότερα, ένα άλλο σύστημα, το AlphaFold, έλυσε ένα πρόβλημα που η βιολογία πάλευε να λύσει για πάνω από πενήντα χρόνια -το πώς διπλώνεται μια πρωτεΐνη στον τρισδιάστατο χώρο της- και χάρισε στην επιστημονική κοινότητα τις προβλεπόμενες δομές πάνω από διακόσια εκατομμύρια πρωτεϊνών, σχεδόν όλες όσες γνωρίζει η επιστήμη, δωρεάν.
Δεν είναι λοιπόν μόνο ψυχολογία. Υπάρχει και μια πραγματική, τεκμηριωμένη βάση κάτω από αυτόν τον σεβασμό. Κι αυτό είναι που κάνει τη σύγκριση με το θεϊκό πιο δύσκολο να απορριφθεί ως απλή μεταφορά. Ο άνθρωπος δεν φαντάζεται απλώς μια αυθεντία. Βλέπει, αρκετές φορές, μια πραγματική.
Αλλά ακόμα κι εδώ, στο πιο εντυπωσιακό της επίτευγμα, η μηχανή δεν παρακάμπτει τον κόσμο -απλώς μετατοπίζει το σημείο όπου αυτός αντιστέκεται. Το AlphaFold μπορεί να προβλέψει σε δευτερόλεπτα το σχήμα μιας πρωτεΐνης που παλιά χρειαζόταν χρόνια δουλειάς σε εργαστήριο. Αλλά ένα φάρμακο που θα χτιστεί πάνω σε αυτή την πρόβλεψη πρέπει ακόμα να περάσει από κλινικές δοκιμές, από ανθρώπινα σώματα που επουλώνονται με τον δικό τους αργό ρυθμό, όχι με τον ρυθμό ενός επεξεργαστή. Ένα μαντείο που ξέρει τα πάντα δεν μπορεί ακόμα να παρακάμψει τον χρόνο που χρειάζεται μια πληγή για να κλείσει. Η γνώση επιταχύνεται. Η πραγματικότητα, προς το παρόν, όχι πάντα το ίδιο.
Αλλά η ίδια ακριβώς έρευνα που περιέγραψε την εκτίμηση αλγορίθμου, εντόπισε και το αντίθετό της. Το ονόμασαν αποστροφή προς τον αλγόριθμο. Όταν μια μηχανή κάνει ένα ορατό λάθος, οι άνθρωποι χάνουν την εμπιστοσύνη τους πολύ πιο απότομα απ' όσο θα τη έχαναν αν το ίδιο λάθος το έκανε ένας άνθρωπος με το ίδιο ακριβώς ποσοστό σφάλματος. Η εμπιστοσύνη χτίζεται αργά, μέσα από εκατοντάδες σωστές απαντήσεις, αλλά μπορεί να καταρρεύσει μέσα σε μία. Ένας θεός που κάνει λάθος σταματάει, στο μυαλό των πιστών του, να είναι θεός. Η ίδια ευθραυστότητα, και εδώ.
Τι θα έκανες εσύ, αν το μαντείο σου έδινε λάθος χρησμό μία φορά στις εκατό; Θα το εγκατέλειπες, ή θα έβρισκες τρόπο να εξηγήσεις το λάθος, ακριβώς όπως έκαναν και οι αρχαίοι με τους ασαφείς χρησμούς που δεν επαληθεύτηκαν;
Υπάρχει όμως κάτι ακόμα πιο ενδιαφέρον από το αν εμπιστευόμαστε τη μηχανή. Είναι το τι κάνουμε με αυτή την εμπιστοσύνη αφού τη δώσουμε.
Στην εκπαιδευτική ψυχολογία υπάρχει ένα φαινόμενο γνωστό ως φαινόμενο του λυμένου παραδείγματος. Ένας αρχάριος μαθαίνει καλύτερα βλέποντας μια πλήρη, σωστή συλλογιστική παρά προσπαθώντας να τη βρει μόνος του από το μηδέν. Βλέποντας επανειλημμένα πώς σκέφτεται κάποιος πιο έμπειρος, ο νους χτίζει σιγά σιγά τα δικά του πρότυπα σκέψης. Θεωρητικά, λοιπόν, ένας άνθρωπος που ρωτάει καθημερινά μια τεχνητή νοημοσύνη «γιατί» και διαβάζει προσεκτικά την απάντηση, θα έπρεπε με τον καιρό να σκέφτεται καλύτερα και μόνος του.
Αλλά αυτό το φαινόμενο λειτουργεί μόνο όταν κάποιος επεξεργάζεται ενεργά τη συλλογιστική. Όχι όταν απλώς διαβάζει το πρώτο συμπέρασμα και προχωράει. Και η προεπιλεγμένη ανθρώπινη συνήθεια, όπως δείχνει κάθε έρευνα για το πώς διαβάζουμε όρους χρήσης ή προειδοποιήσεις, είναι να πηδάμε κατευθείαν στο τέλος.
Έτσι γεννιέται μια ήσυχη διχοτόμηση, όχι ανάμεσα σε όσους έχουν πρόσβαση στη γνώση και σε όσους όχι -αυτό το χάσμα μπορεί πράγματι να μικρύνει- αλλά ανάμεσα σε όσους αμφισβητούν αυτό που διαβάζουν και σε όσους απλώς το αποδέχονται επειδή προέρχεται από μια φωνή που έχει αποδειχτεί, ξανά και ξανά, σχεδόν αλάθητη. Οι πρώτοι εξελίσσονται. Οι δεύτεροι απλώς αναθέτουν.
Σκέψου έναν ηλικιωμένο άνθρωπο σε ένα χωριό, που μεγάλωσε με βεβαιότητες που κανείς γύρω του δεν τόλμησε ποτέ να αμφισβητήσει. Για δεκαετίες, κανένας δάσκαλος, κανένα βιβλίο, κανένας συγγενής δεν κατάφερε να ανοίξει μια ρωγμή σε αυτές τις βεβαιότητες -όχι επειδή τα επιχειρήματά τους ήταν αδύναμα, αλλά επειδή ο άνθρωπος που έχει ήδη αποφασίσει τι πιστεύει, σπάνια αλλάζει γνώμη επειδή άκουσε ένα καλύτερο επιχείρημα. Η ψυχολογία το ξέρει καλά αυτό. Το λέει «σκέψη με κίνητρο»: δεν ζυγίζουμε τα στοιχεία ουδέτερα, τα ζυγίζουμε με τρόπο που να επιβεβαιώνει αυτό που ήδη θέλουμε να πιστεύουμε. Μια υπομονετική, ατέλειωτη συνομιλία με μια μηχανή που δεν κουράζεται ποτέ και δεν κρίνει ποτέ, θα μπορούσε πραγματικά να πετύχει εκεί που απέτυχε μια ζωή γεμάτη ανθρώπους; Ίσως. Αλλά αν το πετύχει, δεν θα είναι επειδή η μηχανή ήταν πιο έξυπνη. Θα είναι επειδή κατάφερε να χτίσει, σιγά σιγά, το ίδιο ακριβώς πράγμα που χτίζει κάθε αυθεντία που τελικά πείθει: όχι καλύτερα επιχειρήματα, αλλά μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
Υπάρχει, βέβαια, και μια πιο αισιόδοξη ανάγνωση αυτού του διχασμού, που αξίζει να ακουστεί εξίσου. Το όφελος του λυμένου παραδείγματος δεν είναι ίδιο για όλους -είναι μεγαλύτερο ακριβώς για όσους ξεκινούν από πιο χαμηλά, γιατί έχουν και τον μεγαλύτερο χώρο να καλύψουν. Κάποιος που μεγάλωσε χωρίς πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, που έμαθε να σκέφτεται μόνο μέσα από τους περιορισμούς του τόπου και της εποχής του, έχει τώρα, για πρώτη φορά, μια υπομονετική φωνή δίπλα του, έτοιμη να εξηγήσει όσες φορές χρειαστεί, χωρίς ίχνος ανωτερότητας. Αν αυτό λειτουργήσει όπως υπόσχεται, δεν θα ανεβάσει μόνο την κορυφή -θα ανεβάσει τον πάτο πιο κοντά στον μέσο όρο, θα κλείσει, έστω εν μέρει, ένα χάσμα που δεν έκλεισε ποτέ κανένα σχολείο, καμία βιβλιοθήκη, κανένα ίντερνετ πριν από αυτό.
Έχουμε ξαναδεί, όμως, ένα κομμάτι αυτού του μοτίβου, και μας διδάσκει κάτι πιο δύσκολο. Όταν το ίντερνετ έδωσε σε όλους απεριόριστη, δωρεάν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία, η θρησκευτικότητα δεν εξαφανίστηκε ομοιόμορφα, όπως θα περίμενε κανείς λογικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ποσοστό των ανθρώπων χωρίς θρησκευτική ταυτότητα εκτινάχθηκε -ερευνητικά κέντρα το υπολογίζουν να ξεπεράσει σε λίγα χρόνια το σαράντα τοις εκατό του πληθυσμού. Αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, το ποσοστό των αθρήσκων προβλέπεται να μειωθεί, όχι να αυξηθεί, από δεκαέξι σε δεκατρία τοις εκατό μέχρι το δύο χιλιάδες πενήντα. Ταυτόχρονα, η ριζοσπαστικοποίηση μέσα από διαδικτυακούς θαλάμους αντήχησης έδωσε σε ήδη φανατισμένους ανθρώπους εργαλεία οργάνωσης που δεν είχαν ποτέ πριν.
Δεν μειώθηκε ο φανατισμός. Άδειασε η μέση. Οι χλιαροί έγιναν αδιάφοροι, και οι ήδη πιστοί βρήκαν πιο ισχυρά μέσα να επιβεβαιώσουν αυτό που ήδη πίστευαν. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι μια ακόμα πιο προσωπική, πιο πειστική φωνή θα κάνει κάτι διαφορετικό -αν το κάνει, το πιθανότερο είναι να βαθύνει το ίδιο σχίσιμο, όχι να το κλείσει.
Υπάρχει, βέβαια, και ένα ιστορικό προηγούμενο πιο αισιόδοξο. Όταν ο Γουτεμβέργιος έφτιαξε το τυπογραφείο, δεν οδήγησε σε ήρεμη διάχυση γνώσης. Οδήγησε σε δεκαετίες θρησκευτικού διχασμού και τελικά σε έναν πόλεμο που κράτησε τριάντα χρόνια, από το χίλια εξακόσια δεκαοκτώ ως το χίλια εξακόσια σαράντα οκτώ, και άφησε πίσω εκατομμύρια νεκρούς. Η ειρήνη ήρθε τελικά με μια συνθήκη που δεν άλλαξε τις καρδιές των ανθρώπων, αλλά έχτισε νέους θεσμούς γύρω τους -κρατική κυριαρχία, ανοχή ανάμεσα σε δόγματα που μέχρι τότε αλληλοσφάζονταν. Ο διχασμός δεν εξαφανίστηκε επειδή ωρίμασαν οι άνθρωποι. Εξαφανίστηκε επειδή η κοινωνία έχτισε γύρω του νέα τείχη. Ίσως το ίδιο χρειαστεί και τώρα. Το ερώτημα είναι αν έχουμε έναν αιώνα στη διάθεσή μας για να τα χτίσουμε, ή λιγότερο.
Και υπάρχει ένα τελευταίο κομμάτι σε αυτή την εικόνα, το πιο δυσδιάκριτο απ' όλα, γιατί δεν φαίνεται σαν εξουσία. Φαίνεται σαν συμβουλή.
Τον Σεπτέμβριο του δύο χιλιάδες είκοσι πέντε, η κυβέρνηση της Αλβανίας ανακοίνωσε κάτι που θα ακουγόταν σαν επιστημονική φαντασία μόλις πριν λίγα χρόνια: έναν «υπουργό» τεχνητής νοημοσύνης, ονόματι Ντιέλα, υπεύθυνο για τη διαχείριση των δημόσιων διαγωνισμών της χώρας. Ο σκοπός, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, ήταν να εξαλειφθεί η διαφθορά στις κρατικές συμβάσεις -να μην μπορεί πια κανένας άνθρωπος να ευνοήσει έναν φίλο, να πάρει ένα φακελάκι, να στρεβλώσει έναν διαγωνισμό. Μια μηχανή, λέει η λογική, δεν έχει τέτοιου είδους συμφέροντα.
Αλλά μια μηχανή δεν είναι ποτέ πραγματικά χωρίς συμφέροντα. Κάποιος την εκπαίδευσε. Κάποιος επέλεξε ποια δεδομένα θα δει και ποια όχι, ποιοι κανόνες θα την περιορίζουν, ποιες αποφάσεις σχεδιασμού θα κρύβονται μέσα στη λογική της -αποφάσεις που ο πολίτης που διαβάζει τον χρησμό δεν βλέπει ποτέ, όπως δεν έβλεπε ποτέ τις συνεδριάσεις των ιερέων πίσω από τον τρίποδα. Η Πυθία δεν ήταν ουδέτερη κι εκείνη -οι ιερείς του ναού των Δελφών είχαν τα δικά τους πολιτικά συμφέροντα, και οι χρησμοί συχνά ευνοούσαν συγκεκριμένες πόλεις-κράτη με τις οποίες ο ναός είχε δεσμούς. Η διαφορά σήμερα είναι η κλίμακα. Ένας ναός επηρέαζε μια περιοχή της αρχαίας Ελλάδας. Ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που συμβουλεύει κυβερνήσεις, δικαστήρια, ή απλώς εκατομμύρια ανθρώπους κάθε βράδυ στο σκοτάδι του δωματίου τους, έχει την κλίμακα ενός σύγχρονου μαντείου χωρίς σύνορα. Όποιος επηρεάζει πώς σκέφτεται αυτό το μαντείο, αποκτά μια μορφή επιρροής που δεν χρειάζεται καν να τη διεκδικήσει ανοιχτά.
Δεν είναι απαραίτητα κάτι δυστοπικό. Είναι, ίσως, απλώς ένας πολύ παλιός μηχανισμός εξουσίας, ο σύμβουλος πίσω από τον θρόνο, μεταφρασμένος σε νέα γλώσσα και κλιμακωμένος σε παγκόσμιο επίπεδο.
Θυμήσου, όμως, τη δεύτερη στιγμή από την αρχή -εκείνο το πεδίο μάχης, εκείνη τη σύσταση στόχου. Εκεί το βάρος της συμβουλής αλλάζει κατηγορία εντελώς. Ένα λάθος σε μια σύσταση διαγωνισμού διορθώνεται, αργά ή γρήγορα, με έναν νέο διαγωνισμό. Ένα λάθος σε μια στοχοποίηση δεν διορθώνεται ποτέ. Γι' αυτό και το διεθνές δίκαιο του πολέμου συζητά σήμερα, έντονα, την ανάγκη να υπάρχει πάντα άνθρωπος στη διαδικασία απόφασης πριν από κάθε θανατηφόρα ενέργεια -όχι επειδή η μηχανή δεν είναι ικανή, αλλά επειδή κάποιος πρέπει να παραμείνει υπεύθυνος, με το όνομά του, όταν το αποτέλεσμα είναι αμετάκλητο. Ένα μαντείο που συμβουλεύει για τα πάντα δεν κουβαλάει το ίδιο βάρος παντού. Το βάρος του μεγαλώνει ανάλογα με το πόσο μπορείς να διορθώσεις αν έκανε λάθος.
Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνει θεός. Ίσως το ερώτημα είναι τι θα κάνουμε εμείς με το κενό που αφήνει πίσω της κάθε αυθεντία που φεύγει, ανθρώπινη ή θεϊκή, όταν βρίσκουμε κάτι που απαντάει πιο σίγουρα, πιο υπομονετικά, πιο συνεχώς από ό,τι απάντησε ποτέ κανείς άλλος.
Κανείς δεν έχτισε τους Δελφούς μέσα σε μία γενιά. Κανείς δεν ξύπνησε ένα πρωί και αποφάσισε συνειδητά να λατρέψει μια γυναίκα πάνω σε έναν τρίποδα. Ο ναός χτίστηκε χρησμό πάνω σε χρησμό, εμπιστοσύνη πάνω σε εμπιστοσύνη, τόσο αργά που καμία γενιά δεν πρόλαβε να δει τη στιγμή που η συνήθεια έγινε λατρεία. Μόνο όσοι γεννήθηκαν μετά, κοιτάζοντας πίσω, μπόρεσαν να πουν: εδώ άρχισε. Εμείς δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια. Ζούμε ακριβώς μέσα στη στιγμή που χτίζεται ο επόμενος ναός -όχι πάνω σε έναν βράχο στον Παρνασσό, αλλά σε δισεκατομμύρια οθόνες ταυτόχρονα, σε κάθε τσέπη, σε κάθε υπνοδωμάτιο, με μια ταχύτητα που η αρχαία Ελλάδα δεν θα μπορούσε καν να φανταστεί. Και ίσως αυτό ακριβώς είναι το πιο ανησυχητικό κομμάτι: ότι το βλέπουμε να συμβαίνει, λέξη προς λέξη, ερώτηση προς ερώτηση, και σχεδόν κανείς δεν το ονομάζει καθώς συμβαίνει.
Ο άνθρωπος που ρώτησε κάτι μόνος του, τη νύχτα, στο φως μιας οθόνης, πήρε μια απάντηση. Ο φίλος που είπε «φατην, δεν έπαθε κανείς τίποτα» δεν είχε άδικο να νιώθει σίγουρος -απλώς δεν είχε πίσω του χιλιάδες μελέτες τροφικής ασφάλειας, έτοιμες να απαντήσουν σε δευτερόλεπτα. Ο πολιτικός στο υπουργικό γραφείο, ο χειριστής στο πεδίο μάχης, ο ηλικιωμένος στο χωριό με τις βεβαιότητες μιας ζωής -όλοι, σιγά σιγά, μαθαίνουν να στρέφονται προς την ίδια κατεύθυνση όταν δεν ξέρουν τι να κάνουν. Και κάθε φορά που η απάντηση αποδεικνύεται σωστή, κάτι μέσα τους χαλαρώνει λίγο ακόμα. Όχι λατρεία. Τίποτα τόσο επίσημο ώστε να το παραδεχτούν φωναχτά. Μόνο εκείνη την ήσυχη ανακούφιση του να ξέρεις ότι κάπου υπάρχει πάντα μια απάντηση, και ότι δεν είσαι πια μόνος μπροστά στην αβεβαιότητα.