Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Τα 12 Ναυτικά Μίλια: Η Γραμμή που Μπορεί να Φέρει Πόλεμο

Απομαγνητοφώνηση

Έξι ναυτικά μίλια. Ένας αριθμός τόσο μικρός, που ένα ταχύπλοο τον διανύει σε λίγα λεπτά. Κι όμως, αν αυτός ο αριθμός γίνει έστω και λίγο μεγαλύτερος όχι με πόλεμο, όχι με εισβολή, αλλά με μια υπογραφή κάτω από ένα νομοσχέδιο η Τουρκία έχει δηλώσει, επίσημα, ότι αυτό θα σήμαινε πόλεμο. Και η δήλωση αυτή παραμένει ενεργή μέχρι σήμερα. Δύο χώρες, και οι δύο μέλη της ίδιας στρατιωτικής συμμαχίας, με μια απόφαση κοινοβουλίου που κρέμεται πάνω από μια θάλασσα λίγων εκατοντάδων χιλιομέτρων σαν γεμάτο όπλο.

Η φράση λέγεται «casus belli» λατινικά για «αιτία πολέμου» και δεν είναι σχήμα λόγου. Στις οχτώ Ιουνίου του χίλια εννιακόσια ενενήντα πέντε, η Τουρκική Εθνοσυνέλευση ψήφισε, ομόφωνα, από όλα τα κόμματα που εκπροσωπούνταν στη Βουλή, ένα ψήφισμα που έδινε στην τουρκική κυβέρνηση πλήρη και διαρκή εξουσιοδότηση να χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα, αν η Ελλάδα επέκτεινε ποτέ τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο πάνω από τα έξι ναυτικά μίλια. Δεν ήταν η δήλωση ενός πολιτικού σε μια συνέντευξη. Ήταν επίσημη θέση ολόκληρου κοινοβουλίου, καταγεγραμμένη στα πρακτικά, και ισχύει ακόμα, τυπικά, σήμερα. Αξίζει μια λεπτομέρεια: το κόμμα που κυβερνά σήμερα την Τουρκία δεν υπήρχε καν το ενενήντα πέντε ιδρύθηκε έξι χρόνια αργότερα. Το ψήφισμα δεν είναι πολιτική μιας κυβέρνησης. Είναι θέση του τουρκικού κράτους, που πέρασε αναλλοίωτη από τη μια γενιά ηγετών στην άλλη.

Για να καταλάβεις γιατί δύο χώρες κρέμονται από αυτόν τον αριθμό, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο χίλια εννιακόσια τριάντα έξι. Τότε, η Ελλάδα και η Τουρκία υιοθέτησαν, η καθεμία με δικό της νόμο, τα έξι ναυτικά μίλια ως πλάτος των χωρικών τους υδάτων απόσταση περίπου έντεκα χιλιομέτρων, κοντά στα τρία μίλια που θεωρούνταν τότε ο συνηθισμένος διεθνής κανόνας. Για δεκαετίες, η ισορροπία αυτή δεν ενοχλούσε κανέναν. Το Αιγαίο έμενε μοιρασμένο ανάμεσα σε ελληνικά νερά, τουρκικά νερά, και μια απέραντη μεσαία ζώνη ανοιχτής θάλασσας, ελεύθερης για όλους.

Τα τρία μίλια που αντικατέστησαν δεν ήταν καν αυθαίρετος αριθμός. Προέρχονταν από τον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα, όταν ναυτικά κράτη της Ευρώπης αποφάσισαν ότι η κυριαρχία μιας χώρας πάνω στη θάλασσα φτάνει όσο μακριά φτάνει και ένα κανόνι από την ακτή της τον λεγόμενο «κανόνα της βολής του κανονιού». Η απόσταση αυτή, γύρω στα τρία ναυτικά μίλια, έγινε σιγά σιγά διεθνής συνήθεια. Όταν η Ελλάδα και η Τουρκία διάλεξαν τα έξι, το χίλια εννιακόσια τριάντα έξι, ουσιαστικά διπλασίασαν έναν κανόνα που ήδη ξεπερνούσε το βεληνεκές οποιουδήποτε πραγματικού κανονιού μια πρώτη υπενθύμιση ότι, σε αυτή τη θάλασσα, οι αριθμοί σπάνια μένουν εκεί που τους βάζει η αρχική τους λογική.

Η ισορροπία άρχισε να ραγίζει το χίλια εννιακόσια ογδόντα δύο, όταν τα Ηνωμένα Έθνη υιοθέτησαν μια νέα σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας, γνωστή διεθνώς ως UNCLOS. Τέθηκε σε ισχύ το χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα και καθιέρωσε παγκόσμιο κανόνα δώδεκα ναυτικών μιλίων για τα χωρικά ύδατα κάθε παράκτιας χώρας δικαίωμα, όχι υποχρέωση, που κάθε κράτος μπορεί να ασκήσει όποτε το επιλέξει. Δεν ήταν τυχαία επιλογή εκείνης της εποχής. Δεκάδες νέα ανεξάρτητα κράτη είχαν προκύψει μεταπολεμικά από την αποαποικιοποίηση, και η τεχνολογία πλέον επέτρεπε γεωτρήσεις πετρελαίου πολύ πιο μακριά από την ακτή απ' ό,τι πριν· όλοι ήθελαν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στη θάλασσα και στους πόρους κάτω από αυτήν. Η πλειονότητα των χωρών του κόσμου υιοθέτησε τα δώδεκα μίλια χωρίς δεύτερη σκέψη ένα ζήτημα ρουτίνας, σχεδόν λογιστικό. Στο Αιγαίο, όμως, το ίδιο αυτό δικαίωμα έγινε ο πυρήνας μιας κρίσης που κρατάει μέχρι σήμερα.

Η Ελλάδα κύρωσε τη σύμβαση την ίδια χρονιά, χίλια εννιακόσια ενενήντα πέντε, με νόμο του ελληνικού κοινοβουλίου, δηλώνοντας ρητά ότι διατηρεί το δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα δώδεκα μίλια όποτε το κρίνει σκόπιμο, χωρίς να δεσμεύεται από κανένα χρονοδιάγραμμα. Η Τουρκία, αντίθετα, δεν έχει υπογράψει ποτέ την ίδια σύμβαση είναι μία από τις ελάχιστες χώρες στον κόσμο εκτός UNCLOS. Εδώ βρίσκεται η πρώτη αντίφαση της ιστορίας: μια χώρα που αρνείται να δεσμευτεί από μια συνθήκη, θεωρεί ταυτόχρονα πράξη πολέμου την άσκηση ενός δικαιώματος που η ίδια αυτή συνθήκη χαρίζει σε κάθε παράκτιο κράτος.

Το τουρκικό επιχείρημα, όμως, δεν είναι μόνο νομικό είναι γεωγραφικό, και αξίζει να κατανοηθεί, όχι απλώς να απορριφθεί. Το Αιγαίο δεν είναι ανοιχτός ωκεανός. Είναι μια κλειστή, στενή θάλασσα, σπαρμένη με εκατοντάδες ελληνικά νησιά που φτάνουν, σε πολλά σημεία, μόλις λίγα μίλια από την τουρκική ακτή. Σε μια τέτοια γεωγραφία, ο αριθμός των μιλίων δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι αυτός που αποφασίζει πόση θάλασσα ανήκει σε ποιον.

Σήμερα, με τα έξι μίλια και για τις δύο χώρες, η Ελλάδα ελέγχει περίπου το σαράντα τρία κόμμα πέντε τοις εκατό της επιφάνειας του Αιγαίου, η Τουρκία μόλις το επτά κόμμα πέντε τοις εκατό, και το υπόλοιπο σχεδόν οι μισές παραμένει διεθνή, ανοιχτά ύδατα. Αν η Ελλάδα ασκούσε το δικαίωμά της και επέκτεινε στα δώδεκα μίλια, το ελληνικό ποσοστό θα εκτινασσόταν στο εβδομήντα ένα τοις εκατό, το τουρκικό θα έμενε σχεδόν αμετάβλητο, γύρω στο εννέα τοις εκατό, και τα διεθνή ύδατα θα συρρικνώνονταν σε ένα αδύναμο είκοσι τοις εκατό. Αυτός ο αριθμός, όχι κάποια αφηρημένη αρχή, είναι η πραγματική καρδιά του φόβου της Άγκυρας. Και δεν πρόκειται μόνο για χρώμα πάνω σε έναν χάρτη. Τα χωρικά ύδατα καθορίζουν ποιος ελέγχει την αλιεία, ποιος έχει λόγο πάνω από υποθαλάσσια καλώδια και αγωγούς, ποιος μπορεί να απαγορεύσει τη διέλευση ξένων πολεμικών πλοίων χωρίς προειδοποίηση, ακόμα και πώς πετούν τα αεροσκάφη από πάνω. Μια αλλαγή στα μίλια είναι, ουσιαστικά, αλλαγή στο ποιος αποφασίζει για σχεδόν τα πάντα πάνω και κάτω από εκείνο το νερό.

Για την Τουρκία, ένα Αιγαίο σχεδόν ολόκληρο ελληνικό δεν είναι μόνο σύμβολο· είναι πρακτικό εμπόδιο. Τα τουρκικά πλοία, εμπορικά και πολεμικά, θα έπρεπε να διασχίζουν συνεχώς ελληνικά χωρικά ύδατα για να βγουν στη Μεσόγειο. Η Άγκυρα το ονομάζει «κλείσιμο» της θάλασσας, και επικαλείται ένα άρθρο της ίδιας της UNCLOS που ούτε καν έχει υπογράψει υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια επέκταση, σε μια τόσο κλειστή θάλασσα, θα αποτελούσε κατάχρηση δικαιώματος. Η ελληνική πλευρά απαντά ότι κανένα άλλο παράκτιο κράτος στον κόσμο δεν έχει δεχτεί να περιορίσει κυριαρχικό του δικαίωμα επειδή ενόχλησε έναν γείτονα, και υπενθυμίζει ότι η ίδια η Τουρκία διατηρεί δώδεκα μίλια στη Μαύρη Θάλασσα μόνο στο Αιγαίο επιμένει στα έξι.

Η Ελλάδα, άλλωστε, δεν άφησε το δικαίωμα αυτό μόνο σε χαρτί. Το δύο χιλιάδες είκοσι ένα, το ελληνικό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο που επέκτεινε τα χωρικά ύδατα στο Ιόνιο Πέλαγος από τα έξι στα δώδεκα ναυτικά μίλια. Καμία κρίση δεν ακολούθησε, γιατί εκεί δεν υπάρχει τουρκική ακτή απέναντι. Το ίδιο ακριβώς δικαίωμα, ασκημένο στο Αιγαίο, θα ενεργοποιούσε τυπικά τουλάχιστον μια απόφαση πολέμου. Ο νόμος είναι ο ίδιος. Ο χάρτης είναι αυτός που αλλάζει τα πάντα.

Δεν είναι θεωρητικό ζήτημα νομικών. Το Αιγαίο έχει ήδη φτάσει μια ανάσα από ένοπλη σύγκρουση για κάτι πολύ μικρότερο από χωρικά ύδατα για δύο ακατοίκητες βραχονησίδες, τόσο μικρές που δύσκολα χωράνε σε συνηθισμένο χάρτη, γνωστές στην Ελλάδα ως Ίμια και στην Τουρκία ως Καρντάκ. Τον Ιανουάριο του χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι, ένα ναυάγιο, μια αμφισβητούμενη σημαία και ένα ελικόπτερο που δεν επέστρεψε ποτέ έφεραν τις δύο χώρες τόσο κοντά σε πόλεμο, που μόνο μια νυχτερινή τηλεφωνική παρέμβαση από την Ουάσιγκτον απέτρεψε το χειρότερο. Τρεις Έλληνες αξιωματικοί δεν γύρισαν ποτέ από εκείνη τη νύχτα. Η Άγκυρα ονόμασε τα Ίμια και δεκάδες ακόμα βραχονησίδες του ανατολικού Αιγαίου «γκρίζες ζώνες» περιοχές, δηλαδή, όπου θεωρεί το καθεστώς κυριαρχίας ασαφές, ενώ για την Αθήνα ανήκουν αδιαμφισβήτητα στην Ελλάδα. Είναι μια ιστορία που αξίζει το δικό της κεφάλαιο, και θα την ακούσεις στο επόμενο βιβλίο αυτής της σειράς. Εδώ αρκεί να κρατήσεις το εξής: η ασάφεια πάνω σε λίγα τετραγωνικά μέτρα βράχου μπόρεσε να κάνει ό,τι θα μπορούσε, θεωρητικά, να κάνει και μια γραμμή δώδεκα μιλίων.

Και δεν πρόκειται για κάτι που έμεινε στο χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι. Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας καταγράφει, χρόνο με τον χρόνο, χιλιάδες παραβιάσεις χωρικών υδάτων από τουρκικά πολεμικά, περιπολικά και αλιευτικά σκάφη πάνω από χίλιες πεντακόσιες μόνο το δύο χιλιάδες είκοσι δύο και ξανά το δύο χιλιάδες είκοσι τρία, σύμφωνα με τα δικά της επίσημα στοιχεία. Η Άγκυρα, από τη μεριά της, καταγγέλλει με τη σειρά της χιλιάδες δικές της «παραβιάσεις» από ελληνικά πλοία και αεροσκάφη. Κάθε πλευρά κρατά το δικό της αρχείο, μετρώντας το ίδιο κομμάτι θάλασσας με διαφορετικό χάρακα. Το αποτέλεσμα δεν είναι πόλεμος είναι μια καθημερινότητα προστριβής, αθόρυβη αλλά αδιάκοπη, πάνω ακριβώς στο ζήτημα που το ψήφισμα του ενενήντα πέντε προσπάθησε να παγώσει μια για πάντα.

Το πιο παράξενο σε όλη αυτή την ιστορία είναι πού ακριβώς συμβαίνει: ανάμεσα σε δύο χώρες που είναι, τυπικά, σύμμαχοι. Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι μέλη του ΝΑΤΟ από το χίλια εννιακόσια πενήντα δύο, μιας συμμαχίας φτιαγμένης ρητά για να υπερασπίζεται τα μέλη της η μία απέναντι στην άλλη σε περίπτωση εξωτερικής απειλής. Κι όμως, εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, το ένα μέλος κρατά επίσημη απόφαση πολέμου εναντίον του άλλου. Η Ελλάδα δοκίμασε να χρησιμοποιήσει ακριβώς αυτό το παράδοξο ως μοχλό: στη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο του χίλια εννιακόσια ενενήντα εννιά, η Αθήνα ήρε το βέτο της και αποδέχτηκε να γίνει η Τουρκία υποψήφια προς ένταξη χώρα αλλά με όρο: η Τουρκία καλείται να αποδεχτεί τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για τις αιγαιακές διαφορές, το αργότερο μέχρι το δύο χιλιάδες τέσσερα. Η προθεσμία εκείνη πέρασε χωρίς να τηρηθεί, το ζήτημα του casus belli παρέμεινε άθικτο, και η άρση του παραμένει, μέχρι σήμερα, δηλωμένη ελληνική προϋπόθεση για κάθε ουσιαστική πρόοδο της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ζήτημα δεν έμεινε παγωμένο στη δεκαετία του ενενήντα. Τον Ιανουάριο του δύο χιλιάδες είκοσι έξι, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών επιβεβαίωσε στη Βουλή την πρόθεση της Ελλάδας να προχωρήσει, κάποια στιγμή, και σε επέκταση στο Αιγαίο, επικαλούμενος τα προηγούμενα των συμφωνιών οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Αίγυπτο και την Ιταλία. Λίγους μήνες αργότερα, η Τουρκία προώθησε δικό της σχέδιο θαλάσσιου νόμου, μέρος του δόγματος που ονομάζει «Γαλάζια Πατρίδα» μια ιδέα που δεν είναι καινούρια. Την επινόησε, το δύο χιλιάδες έξι, ένας τότε αξιωματικός του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, ο Τζεμ Γκιουρντενίζ, θέλοντας να δώσει όνομα και σχέδιο στις τουρκικές διεκδικήσεις θαλάσσιας δικαιοδοσίας. Για χρόνια έμενε σχετικά περιθωριακή ιδέα. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του δύο χιλιάδες δεκαέξι, όμως, υιοθετήθηκε πλήρως από την επίσημη τουρκική πολιτική, και το φετινό σχέδιο νόμου κλειδώνει ρητά τα έξι μίλια στο Αιγαίο ως όριο μη διαπραγματεύσιμο. Μέχρι σήμερα, καμία πλευρά δεν έχει κάνει το βήμα που θα άλλαζε πραγματικά τον χάρτη.

Κι αυτό είναι, ίσως, το πιο ενδιαφέρον σημείο όλης της ιστορίας: πάνω από τρεις δεκαετίες μετά το ψήφισμα του ενενήντα πέντε, καμία πλευρά δεν έχει τραβήξει τη σκανδάλη. Η Ελλάδα δεν έχει επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο, παρότι το θεωρεί αναφαίρετο δικαίωμά της. Η Τουρκία δεν έχει κηρύξει πόλεμο, παρότι διατηρεί την επίσημη εξουσιοδότηση να το κάνει εδώ και δεκαετίες. Το casus belli λειτουργεί σαν γεμάτο όπλο πάνω σε ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων: κανείς δεν το χρησιμοποιεί, αλλά κανείς δεν τολμά ούτε να το αγγίξει.

Το διεθνές δίκαιο, σε τελική ανάλυση, δεν είναι αυτό που θα λύσει μόνο του αυτή την ιστορία. Λέει με σαφήνεια ποιο είναι το δικαίωμα της Ελλάδας. Δεν λέει τίποτα για το τι θα κάνει η Τουρκία αν αυτό το δικαίωμα ασκηθεί, ούτε μπορεί να αναγκάσει μια χώρα να αποσύρει μια απόφαση πολέμου που η ίδια ψήφισε. Ανάμεσα σε αυτό που επιτρέπει ένας νόμος και σε αυτό που θα ανεχτεί στην πράξη ένας γείτονας με όπλα, ανοίγεται ένα κενό που καμία σύμβαση δεν έχει καταφέρει ακόμα να κλείσει και μέσα σε αυτό το κενό ζει, εδώ και τρεις δεκαετίες, ολόκληρο το Αιγαίο.

Ένα ναυτικό μίλι είναι μόλις ένα κόμμα οχτώ χιλιόμετρα απόσταση που διανύεις περπατώντας σε είκοσι λεπτά. Έξι τέτοια μίλια χωρίζουν σήμερα την ειρήνη από μια επίσημη απόφαση πολέμου ανάμεσα σε δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ. Είναι μια υπενθύμιση πως τα πιο επικίνδυνα σύνορα του κόσμου δεν χαράσσονται πάντα πάνω σε στεριά, με τείχη και συρματοπλέγματα. Μερικές φορές είναι αόρατα, γραμμένα πάνω στο νερό, μετρημένα σε μίλια που καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει ακόμα τολμήσει να διασχίσει.