Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Σμύρνη 1922: Το Τέλος μιας Κοσμοπολίτικης Πόλης

Απομαγνητοφώνηση

«Γκιαούρ Ιζμίρ». Έτσι την έλεγαν οι Τούρκοι: η Σμύρνη των απίστων. Το παρατσούκλι δεν ήταν κολακευτικό, έλεγε όμως κάτι αληθινό. Μέσα σε μια μουσουλμανική αυτοκρατορία, αυτή η πόλη στην άκρη του Αιγαίου έμοιαζε να ανήκει κάπου αλλού. Στην προκυμαία της, τα καφενεία άγγιζαν σχεδόν το νερό, τα ατμόπλοια έδεναν λίγα βήματα από τα θέατρα, και στους δρόμους άκουγες ελληνικά, τούρκικα, αρμένικα, τα ισπανοεβραϊκά των Εβραίων, γαλλικά και ιταλικά. Ήταν μία από τις πλουσιότερες και πιο κοσμοπολίτικες πόλεις της ανατολικής Μεσογείου. Κι όμως, τον Σεπτέμβριο του χίλια εννιακόσια είκοσι δύο, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, αυτή η Σμύρνη χάθηκε για πάντα.

Πόσοι ακριβώς ζούσαν εκεί, δεν το ξέρει κανείς με βεβαιότητα. Οι αριθμοί αλλάζουν ανάλογα με το ποιος μετράει. Μία σύγχρονη εκτίμηση μιλά για περισσότερους από διακόσιες εξήντα χιλιάδες κατοίκους πριν από τον πόλεμο. Πάνω από τους μισούς ήταν Έλληνες. Δίπλα τους ζούσαν Τούρκοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, και χιλιάδες Ευρωπαίοι έμποροι, οι Λεβαντίνοι, με τις βίλες, τις λέσχες και τις εκκλησίες τους. Από το λιμάνι έφευγαν για όλο τον κόσμο σύκα, σταφίδες, καπνός και χαλιά από την ενδοχώρα της Ανατολίας. Όσο ο πλούτος κυλούσε, οι κοινότητες ζούσαν η μία δίπλα στην άλλη, όχι χωρίς εντάσεις, αλλά χωρίς να σκοτώνονται. Μέχρι που ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος άλλαξε τα πάντα.

Ο πόλεμος τελειώνει με την Οθωμανική Αυτοκρατορία ηττημένη. Στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, με τη στήριξη του Βρετανού πρωθυπουργού Λόιντ Τζορτζ, πετυχαίνει κάτι που λίγα χρόνια πριν θα έμοιαζε όνειρο. Στις δεκαπέντε Μαΐου του χίλια εννιακόσια δεκαεννιά, ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Σμύρνη. Οι Έλληνες της πόλης τα υποδέχονται με σημαίες, λουλούδια και δάκρυα. Η Μεγάλη Ιδέα, το όραμα μιας Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, μοιάζει να γίνεται πραγματικότητα. Όμως την ίδια κιόλας μέρα, ένας πυροβολισμός, που μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε ποιος τον έριξε, προκαλεί πανικό. Ακολουθεί αιματοχυσία, και σκοτώνονται δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες Τούρκοι, στρατιώτες και άμαχοι. Για πολλούς Τούρκους, εκείνη η μέρα θα γίνει η σπίθα του δικού τους αγώνα.

Ο Έλληνας ύπατος αρμοστής, ο Αριστείδης Στεργιάδης, προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες. Στέλνει σε στρατοδικείο τους υπεύθυνους για τη βία, ανάμεσά τους και δεκάδες Έλληνες, και επιμένει σε ίση μεταχείριση των μουσουλμάνων, κάτι που τον φέρνει σε σύγκρουση με πολλούς Έλληνες της πόλης. Για τρία χρόνια, η Σμύρνη ζει κάτω από ελληνική διοίκηση. Ο μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή στήνει εκεί ένα καινούργιο πανεπιστήμιο, που προγραμματίζεται να ανοίξει τις πόρτες του τον Οκτώβριο του χίλια εννιακόσια είκοσι δύο. Και τον Αύγουστο του χίλια εννιακόσια είκοσι, η Συνθήκη των Σεβρών δίνει στην Ελλάδα τη διοίκηση της περιοχής, με την προοπτική να ενωθεί μαζί της ύστερα από πέντε χρόνια. Στα χαρτιά, όλα μοιάζουν κερδισμένα. Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν έχει κριθεί ακόμα.

Κι εδώ η ιστορία παίρνει μια απότομη στροφή. Τον Νοέμβριο του χίλια εννιακόσια είκοσι, ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επιστρέφει στον θρόνο, και οι σύμμαχοι, που δεν τον είχαν εμπιστευτεί ποτέ, αρχίζουν να απομακρύνονται. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν σταματά τον πόλεμο. Αντίθετα, ο ελληνικός στρατός προχωρά όλο και πιο βαθιά στην Ανατολία, κυνηγώντας τις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ, του αξιωματικού που έχει οργανώσει στην Άγκυρα το τουρκικό εθνικό κίνημα. Το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια είκοσι ένα, στον ποταμό Σαγγάριο, οι Έλληνες φτάνουν περίπου εκατό χιλιόμετρα από την Άγκυρα. Η μάχη κρατά είκοσι μία μέρες. Στο τέλος, εξαντλημένος, ο ελληνικός στρατός υποχωρεί.

Ακολουθεί ένας ολόκληρος χρόνος αναμονής, σε ένα μέτωπο εκατοντάδων χιλιομέτρων, με στρατιώτες κουρασμένους και εφόδια που δεν φτάνουν. Ο Κεμάλ χρησιμοποιεί αυτόν τον χρόνο για να προετοιμαστεί. Στις είκοσι έξι Αυγούστου του χίλια εννιακόσια είκοσι δύο, εξαπολύει τη μεγάλη του επίθεση, και μέσα σε λίγες μέρες το ελληνικό μέτωπο καταρρέει. Η υποχώρηση γίνεται φυγή προς τη θάλασσα, και ο στρατός που φεύγει αφήνει πίσω του καμένη γη. Ένας Αμερικανός υποπρόξενος που περιόδευσε την περιοχή λίγο αργότερα έγραψε ότι οι πυρπολήσεις δεν ήταν τυχαίες, αλλά οργανωμένες. Στη Μαγνησία, το μεγαλύτερο μέρος της πόλης έγινε στάχτη. Μαζί με τον στρατό τρέχουν και χιλιάδες χριστιανοί χωρικοί της ενδοχώρας, που φοβούνται τα αντίποινα. Όλοι πηγαίνουν προς το ίδιο σημείο. Προς τη Σμύρνη.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η πόλη έχει γεμίσει πρόσφυγες. Κοιμούνται στις αυλές των εκκλησιών, στους σταθμούς, στα πεζοδρόμια. Οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες επιβιβάζονται στα πλοία και φεύγουν, και η ελληνική διοίκηση φεύγει μαζί τους. Η Σμύρνη μένει χωρίς στρατό. Κι όμως, πολλοί χριστιανοί της δεν πανικοβάλλονται, γιατί στο λιμάνι βλέπουν κάτι που τους δίνει κουράγιο: πολεμικά πλοία της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Μεγάλες Δυνάμεις είναι εδώ, σκέφτονται. Δεν θα αφήσουν να γίνει κακό. Αυτό που δεν ξέρουν είναι ότι τα πληρώματα αυτών των πλοίων έχουν μια ρητή διαταγή: αυστηρή ουδετερότητα. Είναι εκεί για να προστατεύσουν μόνο τους δικούς τους πολίτες.

Το πρωί του Σαββάτου, εννιά Σεπτεμβρίου, το τουρκικό ιππικό μπαίνει στην πόλη και προχωρά κατά μήκος της προκυμαίας. Τις πρώτες ώρες επικρατεί μια τεταμένη ησυχία. Ύστερα αρχίζουν οι λεηλασίες και οι φόνοι, πρώτα στην αρμενική συνοικία. Την ίδια μέρα, Τούρκοι στρατιώτες οδηγούν τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο στον στρατιωτικό διοικητή, τον Νουρεντίν Πασά. Ο Χρυσόστομος είχε αρνηθεί να φύγει όσο υπήρχε ακόμα χρόνος. Δεν ήθελε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του. Ο Νουρεντίν τον διώχνει από το γραφείο του, κι έξω ένα εξαγριωμένο πλήθος τον αρπάζει από τα γένια, τον χτυπά και τον σκοτώνει σε ένα στενό. Αν ο Νουρεντίν τον παρέδωσε σκόπιμα στο πλήθος, οι ιστορικοί ακόμα διαφωνούν. Γάλλοι στρατιώτες είδαν τη σκηνή. Είχαν διαταγή να μην επέμβουν.

Τις επόμενες μέρες, ο φόβος απλώνεται από γειτονιά σε γειτονιά. Στρατιώτες και άτακτοι μπαίνουν στα σπίτια, λεηλατούν, σκοτώνουν, βιάζουν. Άντρες συλλαμβάνονται και δεν ξαναγυρίζουν. Υπολογίζεται ότι μέσα σε τέσσερις μέρες, πριν καν έρθει το χειρότερο, είχαν σκοτωθεί περίπου δύο χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι. Όσοι μπορούν, κλείνονται σε σχολεία, σε εκκλησίες, σε κτίρια ξένων οργανώσεων, με την ελπίδα ότι μια ξένη σημαία στην πόρτα θα τους σώσει. Οι Αρμένιοι, που θυμούνται πολύ καλά τι είχε πάθει ο λαός τους μόλις επτά χρόνια νωρίτερα, οχυρώνονται στη συνοικία τους. Και το απόγευμα της δεκάτης τρίτης Σεπτεμβρίου, στην αρμενική συνοικία, ξεσπά φωτιά.

Φυσάει δυνατός αέρας, και κανείς δεν προσπαθεί στα σοβαρά να τη σβήσει. Μέσα σε λίγες ώρες, οι φλόγες περνούν από σπίτι σε σπίτι, από την αρμενική στην ελληνική συνοικία, κι από εκεί στις γειτονιές των Ευρωπαίων. Η Μίνι Μιλς, διευθύντρια ενός αμερικανικού σχολείου θηλέων, κατέθεσε αργότερα ότι είδε με τα μάτια της έναν Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σε ένα σπίτι κρατώντας δοχεία με πετρέλαιο, και λίγα λεπτά μετά το σπίτι να τυλίγεται στις φλόγες. Για δεκαετίες, η επίσημη τουρκική εκδοχή ήταν ότι τη φωτιά την έβαλαν Αρμένιοι και Έλληνες. Οι περισσότεροι ιστορικοί όμως, ανάμεσά τους και Τούρκοι ερευνητές, καταλήγουν ότι την άναψαν και την άπλωσαν τουρκικά στρατεύματα. Και υπάρχει μια λεπτομέρεια που δύσκολα εξηγείται αλλιώς: η τουρκική και η εβραϊκή συνοικία δεν κάηκαν.

Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες, δεν έχουν πια πού αλλού να πάνε, παρά μόνο προς το νερό. Στριμώχνονται στην προκυμαία, μια στενή λωρίδα ανάμεσα σε μια πόλη που φλέγεται και σε μια θάλασσα που δεν μπορούν να διασχίσουν. Πίσω τους, οι δρόμοι είναι αποκλεισμένοι από τουρκικά στρατεύματα. Μπροστά τους, η θάλασσα. Η ζέστη από τη φωτιά γίνεται ανυπόφορη. Κάποιοι πέφτουν στο νερό για να γλιτώσουν από τις φλόγες και πνίγονται. Άλλοι προσπαθούν να κολυμπήσουν ως τα πλοία. Ένας αξιωματικός του ναυτικού σημείωσε ότι ολόκληρη η πόλη ήταν μια φλόγα και ότι το λιμάνι φωτιζόταν σαν να ήταν μέρα. Και μέσα σε αυτό το λιμάνι, λίγες εκατοντάδες μέτρα από την ακτή, τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων παρακολουθούν.

Τα πληρώματα έχουν τις διαταγές τους, και στην αρχή τις τηρούν. Σύμφωνα με μαρτυρίες, σε κάποια πλοία έπαιζε δυνατά μουσική, για να μην ακούγονται οι κραυγές από τη στεριά. Υπήρξαν όμως και εξαιρέσεις. Σιγά σιγά, κάποια πλοία άρχισαν να δέχονται πρόσφυγες, και ένα ιαπωνικό φορτηγό λέγεται ότι πέταξε το φορτίο του στη θάλασσα για να χωρέσει όσους περισσότερους μπορούσε. Ο Αμερικανός γενικός πρόξενος, ο Τζορτζ Χόρτον, που έζησε εκείνες τις μέρες από κοντά, έγραψε αργότερα μια φράση που δύσκολα ξεχνιέται. Ότι ένα από τα πιο έντονα συναισθήματα που πήρε μαζί του φεύγοντας από τη Σμύρνη ήταν η ντροπή που ανήκε στο ανθρώπινο γένος.

Όταν οι φλόγες τελικά σβήνουν, η Σμύρνη που ήξεραν οι κάτοικοί της δεν υπάρχει πια. Οι εκτιμήσεις για τους νεκρούς απέχουν τεράστια μεταξύ τους, από δέκα χιλιάδες μέχρι και πάνω από εκατό χιλιάδες, γιατί κανείς δεν τους μέτρησε ποτέ. Για τους επιζώντες όμως, ο εφιάλτης δεν έχει τελειώσει. Οι τουρκικές αρχές ανακοινώνουν ότι όλοι οι Έλληνες και Αρμένιοι άντρες από δεκαοκτώ έως σαράντα πέντε ετών θεωρούνται αιχμάλωτοι πολέμου. Δεκάδες χιλιάδες στέλνονται στην ενδοχώρα, στα τάγματα εργασίας, και πολλοί δεν γυρίζουν ποτέ. Όλοι οι υπόλοιποι, κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, πρέπει να φύγουν μέχρι την πρώτη Οκτωβρίου. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Δεν υπάρχουν πλοία να τους πάρουν.

Εδώ μπαίνει στην ιστορία ένας άνθρωπος που κανείς δεν θα διάλεγε για ήρωα. Ο Έισα Τζένινγκς είναι Αμερικανός, ένας άσημος μεθοδιστής ιερέας από μια μικρή πόλη της πολιτείας της Νέας Υόρκης, που δουλεύει για τη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων. Είναι λίγο πάνω από ενάμισι μέτρο, και έχει μια καμπούρα στην πλάτη από φυματίωση της σπονδυλικής στήλης. Έχει έρθει στη Σμύρνη με την οικογένειά του λίγο πριν από την καταστροφή. Κοιτάζει την προκυμαία και αποφασίζει να κάνει κάτι που δεν του ζήτησε κανείς. Πρώτα, δωροδοκεί τον καπετάνιο ενός ιταλικού πλοίου για να μεταφέρει πρόσφυγες στη Μυτιλήνη. Ύστερα, πηγαίνει εκεί ο ίδιος.

Στο λιμάνι της Μυτιλήνης βρίσκει αυτό που χρειάζεται: ελληνικά πλοία, άδεια, αγκυροβολημένα. Ανεβαίνει στο θωρηκτό «Κιλκίς», και με τη βοήθεια του κυβερνήτη του, του Ιωάννη Θεοφανίδη, στέλνει μήνυμα στην κυβέρνηση στην Αθήνα: χρειάζονται πλοία, και τα χρειάζονται τώρα. Για να τα πάρει, χρησιμοποιεί ό,τι έχει: επιμονή, πίεση, ακόμα και μια απειλή που δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιήσει. Και τα καταφέρνει. Μένει όμως ένα ακόμη εμπόδιο, γιατί οι Τούρκοι δεν θέλουν ελληνικά πλοία στο λιμάνι. Η λύση είναι ένας συμβιβασμός. Τα πλοία θα μπουν χωρίς ελληνική σημαία, με τη συνοδεία του αμερικανικού αντιτορπιλικού «Έντσαλ». Κυβερνήτης του είναι ο Χάλσεϊ Πάουελ, ένας αξιωματικός που αποφάσισε να ερμηνεύσει τις διαταγές του όσο πιο ελεύθερα γινόταν.

Στις είκοσι τέσσερις Σεπτεμβρίου, τα πρώτα πλοία μπαίνουν στο λιμάνι της Σμύρνης. Στην προκυμαία, άνθρωποι που έχουν περάσει μέρες ολόκληρες ανάμεσα στη φωτιά και στη θάλασσα βλέπουν επιτέλους κάτι να έρχεται γι' αυτούς. Η επιβίβαση γίνεται μέρα και νύχτα, και Αμερικανοί ναύτες προσπαθούν να προστατεύσουν όσους περιμένουν στη σειρά. Τα πλοία φορτώνουν, φεύγουν για τα νησιά, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, και ξαναγυρίζουν. Μέσα σε μία εβδομάδα περίπου, περισσότεροι από διακόσιες πενήντα χιλιάδες άνθρωποι φεύγουν από τη Σμύρνη. Η Ελλάδα τίμησε αργότερα τον Τζένινγκς με τις ανώτερες διακρίσεις της. Στην πατρίδα του, όμως, το όνομά του ξεχάστηκε γρήγορα, εν μέρει επειδή η αμερικανική διπλωματία ήθελε καλές σχέσεις με τη νέα Τουρκία.

Η Ελλάδα που τους υποδέχεται είναι μια χώρα ηττημένη και σε σοκ. Λίγες μέρες μετά την καταστροφή, αξιωματικοί του στρατού ξεσηκώνονται, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος παραιτείται, και έξι πολιτικοί και στρατιωτικοί που θεωρούνται υπεύθυνοι για την ήττα εκτελούνται ύστερα από μια δίκη που αμφισβητείται μέχρι σήμερα. Τον Ιανουάριο του χίλια εννιακόσια είκοσι τρία, στη Λωζάννη, Ελλάδα και Τουρκία υπογράφουν κάτι πρωτοφανές: μια υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών. Το κριτήριο δεν είναι η γλώσσα, αλλά η θρησκεία. Περίπου ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες ορθόδοξοι χριστιανοί καταλήγουν στην Ελλάδα, και γύρω στις τετρακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνοι φεύγουν για την Τουρκία. Ορθόδοξοι που μιλούσαν τουρκικά ήρθαν ως Έλληνες. Μουσουλμάνοι της Κρήτης που στα σπίτια τους μιλούσαν ελληνικά έφυγαν ως Τούρκοι.

Για μια χώρα με λίγο περισσότερους από πέντε εκατομμύρια κατοίκους, αυτό σημαίνει ότι σχεδόν ένας στους πέντε ανθρώπους είναι ξαφνικά πρόσφυγας. Έρχονται μόνο με ό,τι μπόρεσαν να κουβαλήσουν και ζουν για χρόνια σε σκηνές, σε παράγκες, σε θέατρα και σε σχολεία. Γύρω από την Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη χτίζονται ολόκληρες καινούργιες γειτονιές, και οι πρόσφυγες τους δίνουν τα ονόματα των τόπων που έχασαν: Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια. Φέρνουν μαζί τους τη μουσική τους, το σαντούρι και τα σμυρναίικα τραγούδια, που θα δώσουν στο ρεμπέτικο έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ήχους του. Φέρνουν τις γεύσεις τους, τα μπαχαρικά, τα σουτζουκάκια με το κύμινο. Και φέρνουν μια πληγή που θα περάσει από γενιά σε γενιά.

Κι η Σμύρνη; Ξαναχτίστηκε, με το τουρκικό της όνομα και με άλλους ανθρώπους. Στην πρώτη τουρκική απογραφή, το χίλια εννιακόσια είκοσι επτά, σχεδόν εννιά στους δέκα κατοίκους της ήταν μουσουλμάνοι. Εκεί όπου κάποτε απλώνονταν οι καμένες συνοικίες, σήμερα βρίσκεται ένα μεγάλο πάρκο και ο χώρος μιας διεθνούς έκθεσης. Το πανεπιστήμιο του Καραθεοδωρή, που θα άνοιγε τον Οκτώβριο του χίλια εννιακόσια είκοσι δύο, δεν δέχτηκε ποτέ ούτε έναν φοιτητή. Και η Ίζμιρ, η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της σημερινής Τουρκίας, είναι μια ζωντανή πόλη με μια προκυμαία γεμάτη κόσμο, που περπατά το σούρουπο δίπλα στο νερό, στο ίδιο σημείο όπου κάποτε εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν ένα πλοίο.

Στην Ελλάδα, από το χίλια εννιακόσια ενενήντα οκτώ, η δεκάτη τετάρτη Σεπτεμβρίου είναι Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος. Η πιο ζωντανή μνήμη όμως δεν βρίσκεται στις επετείους. Βρίσκεται σε μια γιαγιά που έβαζε κύμινο στο φαγητό, γιατί έτσι το έφτιαχνε η μάνα της. Σε ένα τραγούδι που κάποιος σιγοτραγουδά χωρίς να ξέρει από πού ήρθε. Σε μια πινακίδα λεωφορείου που γράφει «Νέα Σμύρνη». Οι Τούρκοι την έλεγαν Γκιαούρ Ιζμίρ, τη Σμύρνη των απίστων. Εκείνη η πόλη κάηκε τον Σεπτέμβριο του χίλια εννιακόσια είκοσι δύο. Όμως κάτι από αυτήν δεν κάηκε ποτέ. Απλώς πέρασε τη θάλασσα.