Ρομά: Ο Λαός Χωρίς Πατρίδα
Απομαγνητοφώνηση
Δέκα εκατομμύρια άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος λαός της Ευρώπης χωρίς δικό του κράτος, μεγαλύτερος ακόμα κι από πολλές χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και όμως, η πρώτη φορά που η ιστορία τους καταγράφεται επίσημα, γραπτά, σε ολόκληρη την Ευρώπη, δεν συμβαίνει σε κάποια μεγάλη πρωτεύουσα. Συμβαίνει σε μια μικρή, οχυρωμένη πόλη της Πελοποννήσου, το χίλια τριακόσια εβδομήντα οκτώ, όταν ο ενετός διοικητής του Ναυπλίου υπογράφει έναν νόμο που αναγνωρίζει προνόμια σε μια ομάδα που ο ίδιος αποκαλεί «Ατσίγγανους». Ο ιστορικός Νόρμαν Ντέιβις θα το χαρακτηρίσει αιώνες αργότερα ως την πρώτη τεκμηριωμένη καταγραφή Ρομά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Πριν καν φτάσουν στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ισπανία, οι Ρομά ήταν ήδη εδώ, στην ελληνική γη, με νόμο στο όνομά τους.
Για να καταλάβουμε πώς έφτασαν σε εκείνο το γραφείο του Ναυπλίου, πρέπει να πάμε πολύ πιο πίσω, και πολύ πιο ανατολικά. Η καταγωγή τους δεν είναι η Αίγυπτος, όπως πίστευε η Ευρώπη επί αιώνες. Είναι η βορειοδυτική Ινδία, οι περιοχές γύρω από το σημερινό Παντζάμπ και το Ρατζαστάν. Από εκεί ξεκίνησαν να φεύγουν, σε διαδοχικά κύματα, γύρω στον ένατο με δέκατο αιώνα — περίπου χίλια πεντακόσια χρόνια πριν από σήμερα. Γιατί έφυγαν ακριβώς, δεν το ξέρουμε με βεβαιότητα· οι ιστορικές πηγές της εποχής δεν τους ακολούθησαν από την αρχή. Αυτό που ξέρουμε με σιγουριά δεν προέρχεται από ιστορικές μαρτυρίες, αλλά από κάτι πολύ πιο ανθεκτικό στον χρόνο: τη γλώσσα που κουβάλησαν μαζί τους.
Η ρομανί είναι ινδοαριανή γλώσσα, μακρινή συγγενής των σανσκριτικών. Και οι γλωσσολόγοι κατάφεραν κάτι εντυπωσιακό: ανακατασκεύασαν ολόκληρη τη διαδρομή της μετανάστευσης απλώς εντοπίζοντας δανεικές λέξεις, σαν στρώματα γεωλογικού πετρώματος. Πρώτο στρώμα, περσικές και ιρανικές λέξεις — πέρασαν από εκεί. Δεύτερο στρώμα, αρμενικές λέξεις — πέρασαν και από εκεί. Και μετά, ένα βαθύ, πυκνό στρώμα ελληνικών λέξεων και ελληνικής γραμματικής, αποτύπωμα μιας παραμονής αιώνων μέσα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η γλώσσα τους δεν είναι απλώς ένα μέσο επικοινωνίας. Είναι κυριολεκτικά ένα αρχείο του ταξιδιού τους, και αυτό το αρχείο λέει ξεκάθαρα ότι το Βυζάντιο δεν ήταν ένας τυχαίος σταθμός, ήταν ο τόπος όπου έμειναν αρκετό καιρό ώστε η γλώσσα τους να αλλάξει μόνιμα.
Οι πρώτες γραπτές αναφορές στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία εμφανίζονται τον ενδέκατο αιώνα. Στις αρχές του δέκατου τέταρτου αιώνα, ο βυζαντινός ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς περιγράφει στην Κωνσταντινούπολη μια ομάδα «Αιγύπτιων» ακροβατών και ταχυδακτυλουργών, που προχωρούν προς τη Θράκη και τη Μακεδονία. Το «Αιγύπτιοι» δεν ήταν τυχαίο — από αυτή ακριβώς τη λανθασμένη ταύτιση θα προκύψει αργότερα η λέξη «Γύφτος». Παράλληλα κυκλοφορεί κι ένα άλλο όνομα, «Ατσίγγανοι», που προέρχεται πιθανότατα από τη σύγχυση με μια υπαρκτή αιρετική σέκτα μάγων και μάντεων από τη Φρυγία, τους «Αθίγγανους». Οι Βυζαντινοί μπέρδεψαν τους νεοφερμένους με αυτούς, επειδή και οι δύο ασχολούνταν με μαντεία. Η σύγχυση αυτή δεν έμεινε στα ελληνικά. Ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη και έγινε «τσιγκάν» στα γαλλικά, «τσίγκοϊνερ» στα γερμανικά, «τζίνγκαρι» στα ιταλικά. Μια λέξη γεννημένη από παρεξήγηση στην Κωνσταντινούπολη έγινε το όνομα ενός ολόκληρου λαού σε δώδεκα γλώσσες.
Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η παρουσία τους στον ελλαδικό χώρο σταθεροποιείται. Το χίλια τριακόσια είκοσι δύο ή είκοσι τρία, δύο ομάδες εμφανίζονται στην Κρήτη, ζώντας νομαδικά σε σκηνές. Το χίλια τριακόσια σαράντα, η τιτουλάρια αυτοκράτειρα Αικατερίνη παραχωρεί στους άρχοντες της Κέρκυρας κάτι πολύ πιο σημαντικό από απλή ανοχή: το δικαίωμα να δέχονται τσιγγάνικες ομάδες ως δικούς τους υπηκόους. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, αυτό το προνόμιο κρυσταλλώνεται σε μια αναγνωρισμένη «Βαρονία Τσιγγάνων», μια ημι-αυτόνομη κοινότητα με δικό της άρχοντα. Και μετά έρχεται το χίλια τριακόσια εβδομήντα οκτώ, το Ναύπλιο, ο νόμος που ο Νόρμαν Ντέιβις θα ονομάσει «πρώτη καταγραφή στην Ευρώπη». Ως τα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα, οι Ρομά δεν ήταν απλώς περαστικοί στον ελληνικό χώρο. Ήταν ήδη μόνιμα εγκατεστημένοι, με νομικό καθεστώς, σε τρεις τουλάχιστον περιοχές υπό ενετική διοίκηση.
Η κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς άλλαξε τους κανόνες, αλλά όχι προς το χειρότερο, τουλάχιστον όχι αμέσως. Από την εποχή του σουλτάνου Βαγιαζήτ του Δεύτερου, οι Οθωμανοί δημιούργησαν κάτι πρωτόγνωρο: ένα ξεχωριστό διοικητικό σαντζάκι αποκλειστικά για τους Ρομά, με έδρα το σημερινό Κιρκλαρελί και περιοχές που έφταναν μέχρι τη Γκιουμουλτζίνα, τη σημερινή Κομοτηνή. Η φορολόγηση δεν βασιζόταν στην καταγωγή τους, αλλά στη θρησκεία τους — μουσουλμάνοι και χριστιανοί Ρομά πλήρωναν ξεχωριστό, αλλά τυποποιημένο φόρο, όπως κάθε άλλος υπήκοος της αυτοκρατορίας. Νομικά, λοιπόν, ήταν ενταγμένοι στο σύστημα. Κοινωνικά, όμως, το στίγμα δεν έφυγε ποτέ. Θεωρούνταν ύποπτοι μάγοι, «εργαλεία του διαβόλου», ενώ η χριστιανική ταυτότητα πολλών από αυτούς αμφισβητούνταν συνεχώς από τους ίδιους τους γείτονές τους. Νομική ένταξη και κοινωνικός αποκλεισμός προχωρούσαν παράλληλα, χωρίς ποτέ να συναντηθούν.
Στη Δυτική Ευρώπη, την ίδια περίπου εποχή, δεν υπήρχε καν αυτή η αντίφαση — υπήρχε μόνο ο διωγμός. Στην Αγγλία, ο νόμος του χίλια πεντακόσια πενήντα τέσσερα έκανε το να είσαι Ρομά έγκλημα τιμωρούμενο με θάνατο, χωρίς να χρειάζεται καμία άλλη πράξη. Παρόμοιοι νόμοι υπήρχαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ισπανία, το χίλια επτακόσια σαράντα εννέα, η κυβέρνηση οργάνωσε μια συντονισμένη επιχείρηση σε όλη τη χώρα, τη λεγόμενη Μεγάλη Σύλληψη, και συνέλαβε σχεδόν όλους τους Ρομά μέσα σε μία νύχτα. Αλλά η πιο σκοτεινή σελίδα δεν γράφτηκε ούτε στην Αγγλία, ούτε στην Ισπανία. Γράφτηκε στη Βλαχία και τη Μολδαβία, στη σημερινή Ρουμανία, όπου οι Ρομά έγιναν νομικά σκλάβοι από τον δέκατο τρίτο αιώνα και παρέμειναν έτσι για σχεδόν πέντε ολόκληρους αιώνες. Πωλούνταν σε δημοπρασίες. Δίνονταν ως γαμήλιο δώρο. Μερικοί φορούσαν κολάρα με καρφιά στραμμένα προς τα μέσα, ειδικά σχεδιασμένα ώστε να μην μπορούν καν να ξαπλώσουν για να ξεκουραστούν. Η δουλεία αυτή δεν καταργήθηκε πλήρως παρά μόλις το χίλια οκτακόσια πενήντα έξι — λιγότερο από εκατό χρόνια πριν από τη γενοκτονία που θα ακολουθούσε.
Αυτή η γενοκτονία κρύβει μια ειρωνεία που λίγοι γνωρίζουν. Η ρομανί, όπως είδαμε, είναι ινδοευρωπαϊκή γλώσσα — δηλαδή, γλωσσολογικά, οι Ρομά ανήκουν στην ίδια οικογένεια με αυτό που οι Ναζί ονόμαζαν «άρια φυλή». Οι ναζιστές γλωσσολόγοι το ήξεραν, και μπερδεύτηκαν πραγματικά: κάποιοι τους θεωρούσαν αρχικά «καθαρόαιμους Άριους» που είχαν ξεπέσει, πριν η ιδεολογική μηχανή αποφασίσει τελικά το αντίθετο. Το αποτέλεσμα ήταν το Πόραϊμος, «το καταβρόχθισμα» στη ρομανί: γενοκτονία διακοσίων είκοσι έως πεντακοσίων χιλιάδων Ρομά, μεταξύ χίλια εννιακόσια τριάντα έξι και χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε. Ένα από τα λιγότερο αναγνωρισμένα ολοκαυτώματα του εικοστού αιώνα, ακόμα και σήμερα.
Μετά από πέντε αιώνες δουλείας που μόλις είχαν τελειώσει και μια γενοκτονία που τους αποδεκάτισε, οι Ρομά έκαναν κάτι που κανείς άλλος λαός δεν είχε κάνει γι' αυτούς ποτέ: επέλεξαν οι ίδιοι πώς θα λέγονται. Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα ένα, στο πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο Ρομά στο Λονδίνο, αντιπρόσωποι από όλη την Ευρώπη υιοθέτησαν επίσημα το όνομα «Ρομά» — από τη σανσκριτική λέξη που δηλώνει τον άνθρωπο, τον σύζυγο. Υιοθέτησαν σημαία, μπλε και πράσινη, με έναν κόκκινο τροχό δεκαέξι ακτίνων στο κέντρο, εμπνευσμένο από το ινδικό τσάκρα — μπλε για τον ουρανό, πράσινο για τη γη, ο τροχός για τη νομαδική τους παράδοση. Υιοθέτησαν κι έναν ύμνο. Μετά από εξακόσια περίπου χρόνια στα οποία άλλοι αποφάσιζαν πώς θα τους αποκαλούν, ήταν η πρώτη φορά που η απόφαση ήταν δική τους.
Η ανάκτηση ταυτότητας του χίλια εννιακόσια εβδομήντα ένα δεν έφερε όμως ειρήνη. Είκοσι χρόνια αργότερα, η κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη άνοιξε ξαφνικά σύνορα που είχαν μείνει κλειστά για δεκαετίες, και εκατοντάδες χιλιάδες Ρομά από Ρουμανία, Βουλγαρία και τα Βαλκάνια μετακινήθηκαν προς τη Δυτική Ευρώπη, αναζητώντας ό,τι δεν είχαν βρει ποτέ στις χώρες καταγωγής τους: σταθερή δουλειά, σχολεία, ένα σπίτι που δεν κινδύνευε να κατεδαφιστεί. Η υποδοχή δεν ήταν διαφορετική από αυτή που περιγράψαμε πριν από αιώνες. Γαλλία, Ιταλία και άλλες χώρες οργάνωσαν κατά καιρούς εκκενώσεις αυτοσχέδιων καταυλισμών και απελάσεις, ενώ η ακροδεξιά ρητορική γύρω από τους «Ρομά μετανάστες» βρήκε γόνιμο έδαφος σε μια Ευρώπη που ούτε τότε ούτε τώρα είχε λύσει το ζήτημα από την αρχή. Ο ίδιος λαός που μόλις είχε διεκδικήσει επίσημα το δικό του όνομα, βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με την ίδια καχυποψία που τον ακολουθούσε από το Βυζάντιο.
Σήμερα στην Ελλάδα ζουν, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις, γύρω στις εκατόν δέκα χιλιάδες Ρομά· ανεπίσημες εκτιμήσεις τους ανεβάζουν σε διακόσιες έως τριακόσιες χιλιάδες. Η διαφορά αυτή δεν είναι λάθος μέτρησης, είναι μέρος της ίδιας της ιστορίας: χιλιάδες Ρομά ζουν πλήρως ενταγμένοι σε πόλεις, ως γιατροί, δικηγόροι, δημόσιοι υπάλληλοι, αόρατοι στις στατιστικές ακριβώς επειδή η ένταξη σημαίνει να σταματήσεις να ξεχωρίζεις. Αυτό που βλέπει η κοινή γνώμη είναι το ορατό, μη ενταγμένο κομμάτι — περίπου πενήντα χιλιάδες άνθρωποι που ζουν ακόμα σε καταγεγραμμένους καταυλισμούς, συχνά χωρίς σταθερή πρόσβαση σε νερό ή ρεύμα. Και τα στοιχεία γι' αυτό το κομμάτι είναι σκληρά: σε ολόκληρη την Ευρώπη, ογδόντα τοις εκατό των Ρομά ζουν κάτω από το όριο φτώχειας, έναντι δεκαεπτά τοις εκατό του μέσου ευρωπαϊκού πληθυσμού. Το προσδόκιμο ζωής τους είναι κατά δέκα χρόνια χαμηλότερο. Το εξήντα οκτώ τοις εκατό εγκαταλείπει το σχολείο νωρίς, και το εξήντα τρία τοις εκατό των νέων Ρομά δεν σπουδάζει, δεν εργάζεται, δεν εκπαιδεύεται — έναντι μόλις δώδεκα τοις εκατό του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτά τα νούμερα δεν είναι πολιτισμικό χαρακτηριστικό. Είναι το αποτύπωμα ενός φαύλου κύκλου που κρατάει αιώνες: καταυλισμοί συστηματικά έξω από τον αστικό ιστό, σχολεία που στην πράξη λειτουργούν διαχωρισμένα, εργοδότες που απορρίπτουν βιογραφικά μόλις δουν τη διεύθυνση κατοικίας, και μια ιστορική δυσπιστία απέναντι σε κάθε θεσμό — δυσπιστία χτισμένη πάνω σε πέντε αιώνες δουλείας και μια γενοκτονία, όπως είδαμε. Όταν μια κοινότητα μαθαίνει επί γενιές ότι το κράτος και η γειτονιά την απορρίπτουν, η απομόνωση σταδιακά παύει να είναι επιλογή και γίνεται στρατηγική επιβίωσης. Στην Ελλάδα, τα προγράμματα ένταξης τρέχουν εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, με σημαντική χρηματοδότηση — και όμως, όπως δείχνουν επανειλημμένες έρευνες, το αποτέλεσμα παραμένει περιορισμένο. Δεν φταίει μόνο το κράτος, δεν φταίει μόνο η κοινωνία, δεν φταίει μόνο η ίδια η κοινότητα. Και οι τρεις δυνάμεις τροφοδοτούν η μία την άλλη, εδώ και αιώνες.
Και όμως, μέσα σε όλη αυτή την ιστορία αποκλεισμού, η ίδια κοινότητα άφησε πίσω της κάτι που καμία στατιστική δεν καταγράφει: το φλαμένκο της Ισπανίας, τη μουσική της οθωμανικής αυλής, θρύλους της τζαζ, μια γλώσσα και μια ταυτότητα που κρατήθηκαν ζωντανές ενάντια σε όλα. Ένας λαός χωρίς δικό του κράτος άφησε ίχνη βαθιά μέσα στον πολιτισμό μισής Ευρώπης.
Δεν είναι τυχαίο που ο τροχός σε εκείνη τη σημαία δεν συμβολίζει έναν τόπο, αλλά την ίδια την κίνηση. Χίλια πεντακόσια χρόνια μετά την αναχώρηση από την Ινδία, εξακόσια πενήντα σχεδόν χρόνια μετά τον νόμο του Ναυπλίου, οι Ρομά παραμένουν ο μεγαλύτερος λαός της Ευρώπης χωρίς δικό του κράτος — αλλά όχι πια χωρίς δικό του όνομα, δική του σημαία, δικό του λόγο. Η ιστορία τους δεν ξεκίνησε επίσημα σε κάποια μακρινή αυτοκρατορία. Ξεκίνησε εδώ, σε ένα έγγραφο στο Ναύπλιο, πριν από την Άλωση της Πόλης, πριν από την Επανάσταση του χίλια οκτακόσια είκοσι ένα. Ήταν ήδη εδώ. Το ερώτημα που αξίζει να μείνει μαζί σου δεν είναι από πού ήρθαν. Είναι γιατί, έξι αιώνες μετά, εξακολουθούμε να τους βλέπουμε σαν να ήρθαν χθες.