Πόσα Φύλα Υπάρχουν Τελικά;
Απομαγνητοφώνηση
Δύο κουτάκια. Σε ένα μαιευτήριο, πριν το νεογέννητο αποκτήσει χαρακτήρα, φίλους ή καν όνομα που να το φωνάζει κάποιος με αγάπη, ένα έγγραφο ζητά μια απάντηση: αρσενικό ή θηλυκό. Για τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, η απάντηση θα είναι απλή και θα τους ακολουθεί χωρίς ποτέ να τους απασχολήσει. Για άλλους, τα δύο κουτάκια δεν χωρούν ολόκληρη την ιστορία. Και κάπου εκεί αρχίζει μια από τις πιο φορτισμένες συζητήσεις της εποχής μας: τελικά, πόσα φύλα υπάρχουν;
Η σύντομη απάντηση είναι εκνευριστική, αλλά αληθινή: εξαρτάται τι εννοείς όταν λες «φύλο». Όχι επειδή οι λέξεις δεν σημαίνουν τίποτα, αλλά επειδή εδώ η ίδια λέξη κουβαλά τρία διαφορετικά πράγματα. Τη βιολογία του σώματος. Τους ρόλους που μια κοινωνία περιμένει από άνδρες και γυναίκες. Και την εσωτερική ταυτότητα ενός ανθρώπου. Αν απαντάς στη μία ερώτηση ενώ ο άλλος κάνει άλλη, είναι βέβαιο ότι θα καταλήξετε σε καβγά — ακόμη κι αν συμφωνείτε περισσότερο απ’ όσο νομίζετε.
Ας ξεκινήσουμε από το σώμα. Στη βιολογία, τα δύο τυπικά φύλα συνδέονται με δύο αναπαραγωγικούς ρόλους: το θηλυκό οργανώνεται γύρω από την παραγωγή ωαρίων και το αρσενικό γύρω από την παραγωγή σπερματοζωαρίων. Οι περισσότεροι άνθρωποι αναπτύσσονται με ένα σύνολο χαρακτηριστικών που ταιριάζει καθαρά στη μία από αυτές τις δύο κατηγορίες. Αλλά το βιολογικό φύλο δεν είναι ένα κουμπί που γράφει μόνο XX ή XY. Είναι ένα σύνολο από χρωμοσώματα, γονάδες, ορμόνες, υποδοχείς ορμονών, εσωτερικά και εξωτερικά αναπαραγωγικά όργανα και χαρακτηριστικά της εφηβείας.
Συνήθως αυτά συντονίζονται. Μερικές φορές όμως δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως. Υπάρχουν άνθρωποι με φυσικές παραλλαγές χαρακτηριστικών φύλου — συχνά θα ακούσεις τον όρο ίντερσεξ. Μπορεί να αφορούν χρωμοσώματα, ορμόνες, γονάδες ή ανατομία, και είναι πολλές διαφορετικές καταστάσεις, όχι ένα ενιαίο «τρίτο βιολογικό φύλο». Αυτή η λεπτομέρεια έχει σημασία. Το ότι η βιολογία έχει παραλλαγές δεν καταργεί τις δύο τυπικές αναπαραγωγικές κατηγορίες. Μας θυμίζει όμως ότι το ανθρώπινο σώμα είναι πιο σύνθετο από ένα κουτάκι σε μια φόρμα.
Το πιο καθημερινό παράδειγμα της πολυπλοκότητας βρίσκεται στο στήθος των ανδρών. Γιατί έχουν ρώγες; Όχι επειδή κάθε έμβρυο «ξεκινά ως κορίτσι» — αυτό είναι μύθος. Τα έμβρυα ξεκινούν με ένα κοινό, αδιαφοροποίητο αναπτυξιακό σχέδιο. Οι πρώτοι μαστικοί βλαστοί σχηματίζονται πολύ νωρίς, πριν ολοκληρωθεί η διαφοροποίηση του αναπαραγωγικού συστήματος. Αργότερα, γονίδια και ορμόνες κατευθύνουν διαφορετικά μονοπάτια: σε ένα τυπικό XY έμβρυο, η ανάπτυξη όρχεων και οι ορμόνες τους επηρεάζουν τα εσωτερικά και εξωτερικά γεννητικά όργανα. Οι ρώγες έχουν ήδη σχηματιστεί — και δεν υπάρχει λόγος να εξαφανιστούν.
Δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια για πάρτι. Δείχνει ότι το βιολογικό φύλο αναπτύσσεται σταδιακά, με πολλά συστήματα που συνεργάζονται. Γι’ αυτό και η ιατρική χρειάζεται, όταν είναι απαραίτητο, να κοιτάζει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά — όχι απλώς μια λέξη σε ένα έγγραφο. Και γι’ αυτό επίσης δεν πρέπει να βγάζουμε υπερβολικά συμπεράσματα: οι ρώγες των ανδρών δεν τους κάνουν «μισές γυναίκες», όπως μια ίντερσεξ παραλλαγή δεν λέει από μόνη της τίποτα για την ταυτότητα ή τη σεξουαλικότητα κάποιου.
Εδώ βρίσκεται η δεύτερη σύγχυση. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός απαντά σε άλλη ερώτηση: από ποιον έλκεσαι; Γκέι, λεσβία, αμφιφυλόφιλος, στρέιτ ή ασέξουαλ δεν είναι βιολογικά φύλα. Ένας γκέι άνδρας δεν είναι λιγότερο βιολογικά άνδρας επειδή έλκεται από άνδρες. Μια αμφιφυλόφιλη γυναίκα δεν είναι «μισή» κάτι. Και ένα ασέξουαλ άτομο, που νιώθει ελάχιστη ή καθόλου σεξουαλική έλξη, μπορεί να θέλει έρωτα, τρυφερότητα, σχέση ή και τίποτα από αυτά. Η σεξουαλική έλξη, η σεξουαλική επιθυμία, η ρομαντική αγάπη και η συμπεριφορά δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Τι καθορίζει τον προσανατολισμό; Η επιστήμη δεν έχει έναν μοχλό να δείξει. Βλέπει μικρές γενετικές επιδράσεις, πιθανούς προγεννητικούς και αναπτυξιακούς παράγοντες, αλλά ούτε ένα «γονίδιο της ομοφυλοφιλίας» ούτε εξέταση που να προβλέπει έναν άνθρωπο. Υπάρχει, για παράδειγμα, ένα στατιστικό εύρημα για κάποιους άνδρες: οι περισσότεροι μεγαλύτεροι βιολογικοί αδελφοί συνδέονται με ελαφρώς αυξημένη πιθανότητα ομοφυλοφιλίας. Δεν είναι μοίρα, δεν εξηγεί τις γυναίκες ή την αμφιφυλοφιλία και δεν σου λέει τίποτα βέβαιο για μια συγκεκριμένη οικογένεια. Είναι απλώς μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη έλξη έχει βιολογικές ρίζες που ακόμη προσπαθούμε να καταλάβουμε.
Το κοινωνικό περιβάλλον, από την άλλη, επηρεάζει πολύ το αν κάποιος θα το παραδεχτεί, θα το εξερευνήσει ή θα βρει τη λέξη που του ταιριάζει. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί οι σύγχρονες έρευνες δείχνουν περισσότερους ανθρώπους να αυτοπροσδιορίζονται ως γκέι, λεσβίες ή αμφιφυλόφιλοι, ιδιαίτερα νεότερους. Δεν αποδεικνύει ότι η ανθρώπινη φύση μεταμορφώθηκε απότομα. Μπορεί να σημαίνει ότι η ντροπή, ο φόβος και η σιωπή χάνουν μέρος της δύναμής τους.
Και η φύση; Σε περισσότερα από χίλια πεντακόσια είδη έχουν καταγραφεί συμπεριφορές μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Σε ορισμένα ζώα βλέπουμε σεξουαλική συμπεριφορά και με τα δύο φύλα. Δεν μπορούμε να τους αποδώσουμε ανθρώπινες ταυτότητες — δεν ξέρουμε πώς θα αυτοπροσδιοριζόταν ένα μπονόμπο. Μπορούμε όμως να πούμε με ασφάλεια ότι η φύση δεν είναι η απλή, μονοδιάστατη εικόνα που συχνά επικαλούνται οι άνθρωποι. Και φυσικά, το ότι κάτι υπάρχει στη φύση δεν το κάνει από μόνο του ηθικό κανόνα. Η φύση εξηγεί· δεν νομοθετεί.
Τώρα ας επιστρέψουμε στη λέξη «φύλο», αλλά με άλλο νόημα. Το κοινωνικό φύλο είναι οι ρόλοι και οι προσδοκίες που συνδέει μια κοινωνία με το να είσαι άνδρας ή γυναίκα. Ποιος «πρέπει» να κλαίει λιγότερο, ποιος «πρέπει» να φροντίζει τα παιδιά, ποια ρούχα θεωρούνται σωστά, ποιο επάγγελμα μοιάζει αρμόζον. Αυτοί οι κανόνες αλλάζουν από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή. Το να μη χωρά ένας άνδρας στο στερεότυπο της αρρενωπότητας δεν τον κάνει λιγότερο άνδρα. Το να μη χωρά μια γυναίκα στο στερεότυπο της θηλυκότητας δεν την κάνει λιγότερο γυναίκα.
Η ταυτότητα φύλου είναι κάτι πιο προσωπικό: η βαθιά αίσθηση κάποιου για το ποιος είναι. Πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι ταιριάζει με το φύλο που καταγράφηκε στη γέννησή τους — συχνά λέγονται σις. Άλλοι νιώθουν ότι δεν ταιριάζει· μπορεί να είναι τρανς. Άλλοι δεν βιώνουν τον εαυτό τους αποκλειστικά ως άνδρα ή γυναίκα και χρησιμοποιούν όρους όπως μη δυαδικός. Η ταυτότητα δεν διαβάζεται από τα ρούχα, τη φωνή ή τα ενδιαφέροντα. Και δεν προβλέπει την έλξη: ένας τρανς άνδρας μπορεί να είναι γκέι, στρέιτ, αμφιφυλόφιλος ή ασέξουαλ, όπως κάθε άλλος άνδρας.
Γιατί αυτή η διάκριση έγινε τόσο πολιτική; Επειδή η κοινωνία δεν συζητά μόνο λέξεις. Συζητά έγγραφα, σχολεία, τουαλέτες, ιατρικά αρχεία, φυλακές, αθλητικές κατηγορίες, γάμο και γονεϊκότητα. Εκεί χρειάζεται να αντισταθμίσουμε αξίες που είναι όλες αληθινές: αξιοπρέπεια, ιδιωτικότητα, ασφάλεια, ισότητα και δικαιοσύνη. Το λάθος είναι να παριστάνουμε ότι μία αξία εξαφανίζει τις υπόλοιπες.
Σκέψου τη νομική μετάβαση. Μπορεί κάποιος να αλλάξει όνομα και δείκτη φύλου στα έγγραφά του χωρίς να έχει κάνει ορμόνες ή χειρουργείο; Η πιο ισχυρή αρχή υπέρ είναι απλή: τα καθημερινά έγγραφα δεν πρέπει να μετατρέπονται σε μηχανή αναγκαστικής αποκάλυψης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν μπορεί ένα κράτος να ζητά στείρωση ή ανεπιθύμητη ιατρική επέμβαση ως αντάλλαγμα για νομική αναγνώριση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ιατρική ιστορία παύει να υπάρχει. Σε μια εξέταση, ο γιατρός χρειάζεται να γνωρίζει ό,τι είναι κλινικά σχετικό — εμπιστευτικά και μόνο όταν χρειάζεται. Ένα στοιχείο ταυτότητας δεν λύνει κάθε ιατρικό ή διοικητικό ζήτημα, αλλά ούτε δικαιολογεί να εκτίθεται ένας άνθρωπος παντού.
Στην Ελλάδα η αλλαγή ήρθε με βήματα, και όχι πάνω σε ένα άγραφο χαρτί. Η αρχαία Ελλάδα εμφανίζεται συχνά στη σύγχρονη συζήτηση σαν εύκολη απόδειξη είτε απόλυτης ελευθερίας είτε απόλυτης παρακμής. Και οι δύο εικόνες είναι λάθος. Υπήρχαν σχέσεις και επιθυμίες μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, αλλά οι κανόνες τους περνούσαν μέσα από ηλικία, κοινωνική θέση και εξουσία. Δεν υπήρχε η σημερινή ιδέα ότι κάποιος ανήκει μόνιμα στην κατηγορία «γκέι» ή «στρέιτ».
Στη νεότερη Ελλάδα, η ιδιωτική ζωή, η επιρροή της Εκκλησίας και η κοινωνική σιωπή συνυπήρχαν για δεκαετίες. Ακόμη και όταν οι συναινετικές σχέσεις ενηλίκων δεν αντιμετωπίζονταν ως γενικό ποινικό αδίκημα, υπήρχε ως το δύο χιλιάδες δεκαπέντε διαφορετικό όριο συναίνεσης για ορισμένες σχέσεις μεταξύ ανδρών. Η νομική ισότητα και η κοινωνική αποδοχή δεν φτάνουν ποτέ μαζί.
Το δύο χιλιάδες δεκαπέντε επεκτάθηκε το σύμφωνο συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. Το δύο χιλιάδες δεκαεπτά, ο νόμος για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου αναγνώρισε ότι η ταυτότητα φύλου είναι στοιχείο της προσωπικότητας, χωρίς να απαιτεί χειρουργείο.
Και το δύο χιλιάδες είκοσι τέσσερα, ο νόμος για την ισότητα στον πολιτικό γάμο άνοιξε τον γάμο σε ζευγάρια του ίδιου φύλου και επέκτεινε τις σχετικές ρυθμίσεις υιοθεσίας στους συζύγους. Ήταν μια μεγάλη αλλαγή για μια χώρα όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε εκφράσει έντονη αντίθεση — και γι’ αυτό ακριβώς η αλλαγή αυτή άνοιξε πολύ πραγματικές, όχι θεωρητικές, συζητήσεις γύρω από την οικογένεια.
Αυτό το τελευταίο προκάλεσε ίσως την πιο βαθιά ανησυχία: χρειάζεται κάθε παιδί και μητέρα και πατέρα; Η επιστήμη δεν έχει βρει ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός των γονέων, από μόνος του, προβλέπει χειρότερη ψυχική ή κοινωνική ανάπτυξη για τα παιδιά. Τα πράγματα που μετρούν ξανά και ξανά είναι η ασφάλεια, η σταθερότητα, η φροντίδα, οι σχέσεις μέσα στο σπίτι και το αν η οικογένεια έχει στήριξη.
Η έρευνα δεν είναι τέλεια — υπάρχουν ακόμη λιγότερα δεδομένα για ορισμένες ομάδες γονέων, ιδιαίτερα τρανς και αμφιφυλόφιλους γονείς — αλλά το βάρος της δεν στηρίζει την ιδέα ότι δύο άνθρωποι γίνονται κακοί γονείς επειδή έχουν το ίδιο φύλο.
Αυτό δεν είναι αφηρημένη φιλελεύθερη αρχή. Σημαίνει ότι ένα παιδί χρειάζεται ενήλικες που εμφανίζονται, ακούνε, βάζουν όρια, αντέχουν στις δύσκολες μέρες και το προστατεύουν. Μπορεί να υπάρξουν κακές οικογένειες με δύο μητέρες, με δύο πατέρες, με μητέρα και πατέρα ή με έναν γονέα. Και μπορεί να υπάρξουν εξαιρετικές οικογένειες σε όλες αυτές τις μορφές.
Ο νόμος, άλλωστε, δεν υπόσχεται παιδί σε κανέναν. Λέει ότι, όταν αξιολογείται ένας υποψήφιος γονέας, το κριτήριο πρέπει να είναι η καταλληλότητα και το συμφέρον του παιδιού, όχι ένα στερεότυπο. Το να επιτρέπεις την υιοθεσία δεν σημαίνει ότι χαμηλώνεις το κριτήριο. Σημαίνει ότι εφαρμόζεις το ίδιο κριτήριο σε όλους.
Η ιστορία εξηγεί γιατί το θέμα φορτίζεται τόσο. Σε άλλες εποχές, σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου υπήρχαν, αλλά δεν οργανώνονταν πάντα με τις σημερινές ταυτότητες «γκέι» και «στρέιτ». Στην αρχαία Ελλάδα, για παράδειγμα, οι κανόνες αφορούσαν συχνά ηλικία, κοινωνική θέση και εξουσία — όχι έναν σύγχρονο προσανατολισμό όπως τον φανταζόμαστε σήμερα. Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, η αναδυόμενη ψυχιατρική άρχισε να μετατρέπει τη σεξουαλική συμπεριφορά σε διάγνωση, μιλώντας για «σεξουαλική αντιστροφή» και παρέκκλιση. Έτσι, μια ηθική και νομική καταδίκη ντύθηκε με λευκή μπλούζα και απέκτησε το κύρος της επιστήμης.
Η διόρθωση ήρθε αργά. Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τρία, η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία αφαίρεσε την ομοφυλοφιλία από το διαγνωστικό της εγχειρίδιο. Το χίλια εννιακόσια ενενήντα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ακολούθησε. Η ομοφυλοφιλία και η αμφιφυλοφιλία δεν είναι ψυχικές διαταραχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι άνθρωποι με αυτούς τους προσανατολισμούς δεν μπορεί να υποφέρουν από άγχος ή κατάθλιψη. Μπορούν, όπως όλοι. Αλλά όταν βλέπουμε αυξημένη ψυχική επιβάρυνση, ο βασικός ύποπτος δεν είναι η έλξη — είναι συχνά το στίγμα, η απόρριψη, η βία και η κούραση του να κρύβεις τον εαυτό σου.
Υπάρχει, τέλος, το δύσκολο παράδειγμα του αθλητισμού. Οι γυναικείες κατηγορίες σε αρκετά αθλήματα δημιουργήθηκαν για να εξασφαλίζεται δίκαιος ανταγωνισμός, επειδή η τυπική ανδρική εφηβεία μπορεί να αφήσει διαφορές σε δύναμη, ύψος και ταχύτητα. Ταυτόχρονα, τα trans άτομα έχουν δικαίωμα να αθλούνται με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Η σωστή ερώτηση δεν είναι «ποια πλευρά αξίζει να υπάρχει;». Και οι δύο αξίζουν. Η ερώτηση είναι πώς σχεδιάζονται οι κανόνες σε κάθε άθλημα και σε κάθε επίπεδο, από το σχολείο μέχρι τον διεθνή πρωταθλητισμό.
Δεν υπάρχει ένας ολυμπιακός κανόνας που λύνει τα πάντα. Οι ομοσπονδίες θέτουν διαφορετικούς όρους και τους αναθεωρούν καθώς αλλάζουν τα δεδομένα. Η Γουόρλντ Αθλέτικς, για παράδειγμα, έχει σήμερα πολύ αυστηρούς κανόνες για τη γυναικεία κατηγορία στον διεθνή στίβο. Αυτό είναι αθλητικός κανονισμός για μια συγκεκριμένη κατηγορία, όχι απόφαση για το ποια είναι η ταυτότητα ή η ανθρώπινη αξία κάποιου. Και εδώ πρέπει να προσέχουμε μια ακόμη σύγχυση: οι τρανς αθλητές και οι αθλητές με ίντερσεξ παραλλαγές δεν είναι η ίδια περίπτωση, όσο συχνά κι αν τους μπλέκει ο δημόσιος διάλογος.
Επιστρέφουμε, λοιπόν, στα δύο κουτάκια του μαιευτηρίου. Δεν είναι παράλογα. Για τους περισσότερους ανθρώπους περιγράφουν μια πραγματική, χρήσιμη βιολογική και διοικητική πραγματικότητα. Αλλά δεν αρκούν για να περιγράψουν όλους τους ανθρώπους, ούτε για να απαντήσουν μόνες τους σε κάθε ερώτηση για την ταυτότητα, την υγεία, την έλξη, το δίκαιο ή την αγάπη.
Πόσα φύλα υπάρχουν τελικά; Αν μιλάς για τους τυπικούς αναπαραγωγικούς ρόλους, δύο — με πραγματικές βιολογικές παραλλαγές που αξίζουν ακρίβεια και σεβασμό. Αν μιλάς για κοινωνικούς ρόλους, η απάντηση αλλάζει από κοινωνία σε κοινωνία. Αν μιλάς για την ταυτότητα φύλου, δεν υπάρχει ένας επίσημος αριθμός που να εξαντλεί την ανθρώπινη εμπειρία. Η ειλικρινής απάντηση δεν είναι ένας αριθμός. Είναι να μάθουμε πρώτα ποια ερώτηση κάνουμε — και μετά να μην ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε κουτάκι βρίσκεται ένας άνθρωπος.