Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Ουκρανία: Η Ιστορία Πίσω από τον Πόλεμο

Απομαγνητοφώνηση

Έξω από τα τείχη του Κρεμλίνου στέκεται από το δύο χιλιάδες δεκαέξι ένα τεράστιο άγαλμα ενός άνδρα με σταυρό στο χέρι. Είναι ο πρίγκιπας Βλαντιμίρ, ο ηγεμόνας που έφερε τον Χριστιανισμό στους ανατολικούς Σλάβους. Η Μόσχα τον παρουσιάζει ως δικό της ιδρυτή. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα με αυτή την ιστορία: όταν ο Βλαντιμίρ βαφτίστηκε, η Μόσχα δεν υπήρχε καν. Ο ίδιος κυβερνούσε από μια πόλη οχτακόσια χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, στις όχθες του Δνείπερου. Το όνομά της ήταν Κίεβο.

Αυτή η αντίφαση δεν είναι απλώς ιστορική λεπτομέρεια. Είναι το πρώτο κεφάλαιο μιας ιστορίας που θα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά την επόμενη χιλιετία: ποιος έχει το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος αυτής της γης, και ποιος αποφασίζει τι σημαίνει να είσαι ένας ξεχωριστός λαός.

Το Κίεβο ιδρύθηκε γύρω στο οχτακόσια ογδόντα δύο μετά Χριστόν από Σκανδιναβούς πολεμιστές που ενοποίησαν σλαβικές φυλές κατά μήκος του Δνείπερου. Έγινε πρωτεύουσα ενός κράτους που οι κάτοικοί του αποκαλούσαν «Ρως» η ρίζα από την οποία θα προέλθουν αργότερα τρεις διαφορετικοί λαοί: οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί και οι Λευκορώσοι. Η Μόσχα εμφανίζεται στις πηγές μόλις το χίλια εκατόν σαράντα επτά, σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, ως ασήμαντος οικισμός σε μια απομακρυσμένη γωνιά.

Το χίλια διακόσια σαράντα, οι Μογγόλοι κατέστρεψαν το Κίεβο ολοσχερώς. Η παλιά Ρως διαλύθηκε, και τα εδάφη της χωρίστηκαν σε δύο διαφορετικές πορείες. Τα βορειοανατολικά πριγκιπάτα, με επίκεντρο τη Μόσχα, ξαναχτίστηκαν σιγά σιγά κάτω από μογγολική επιρροή, και θα γεννήσουν τελικά τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Τα δυτικά και κεντρικά ουκρανικά εδάφη πέρασαν στη Λιθουανία και μετά στην Πολωνία, όπου ο ορθόδοξος πληθυσμός βρέθηκε υπό καθολική θρησκευτική πίεση και δουλοπαροικία.

Μέσα σε αυτή την πίεση γεννήθηκαν οι Κοζάκοι ελεύθεροι πολεμιστές που κατέφευγαν στις στέπες του κάτω Δνείπερου, οργανωμένοι σε στρατιωτικές κοινότητες όπου εξέλεγαν τους ίδιους τους αρχηγούς τους. Το χίλια εξακόσια σαράντα οκτώ, ο Κοζάκος ηγέτης Μπόγκνταν Χμελνίτσκι οδήγησε μεγάλη εξέγερση κατά της πολωνικής κυριαρχίας. Νίκησε, αλλά δεν μπορούσε να κρατήσει μόνος του αυτή τη νίκη. Χρειαζόταν σύμμαχο.

Το χίλια εξακόσια πενήντα τέσσερα, στο Περεγιασλάβ, ο Χμελνίτσκι έθεσε το κοζάκικο κράτος του υπό την προστασία του Τσάρου της Μόσχας. Ζήτησε συμμαχία με αυτονομία. Αυτό που πήρε τελικά ήταν κάτι πολύ διαφορετικό και εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά το μοτίβο που θα καθορίσει την επόμενη χιλιετία: μια υπόσχεση αυτονομίας, που διαβρώνεται σιγά σιγά, μέχρι να εξαφανιστεί εντελώς.

Η διάβρωση αυτή δεν ήταν αργή και αόρατη είχε και τη δική της βίαιη στιγμή. Πενήντα πέντε χρόνια μετά το Περεγιασλάβ, ο Κοζάκος ηγέτης Ιβάν Μαζέπα αποφάσισε ότι η συμμαχία με τη Μόσχα είχε γίνει υποταγή, και συμμάχησε κρυφά με τη Σουηδία εναντίον του Μεγάλου Πέτρου. Ηττήθηκε στη μάχη της Πολτάβα το χίλια επτακόσια εννιά. Ο Πέτρος δεν τιμώρησε μόνο τον ίδιο τον Μαζέπα αφόρισε το όνομά του από την Ορθόδοξη Εκκλησία και το χρησιμοποίησε επί αιώνες ως συνώνυμο της προδοσίας. Σήμερα, στην Ουκρανία, ο Μαζέπα είναι εθνικός ήρωας. Δύο αντίθετες μνήμες για τον ίδιο άνθρωπο, ανάλογα με το ποιος αφηγείται την ιστορία.

Μέσα σε εκατόν είκοσι χρόνια, η αυτονομία αυτή καταλύθηκε πλήρως. Το χίλια επτακόσια εβδομήντα πέντε, η Αικατερίνη η Μεγάλη διέλυσε στρατιωτικά την ίδια την κοζάκικη κοινότητα. Τα ουκρανικά εδάφη έγιναν απλές επαρχίες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, χωρίς καν το δικό τους όνομα η επίσημη ονομασία ήταν «Μαλαρωσία», Μικρή Ρωσία, μια λέξη που έλεγε ξεκάθαρα τι έπρεπε να πιστεύει ο κόσμος: ότι δεν υπήρχε ξεχωριστός λαός, μόνο μια περιφερειακή παραλλαγή του ρωσικού.

Τον δέκατο ένατο αιώνα, καθώς σε όλη την Ευρώπη ξυπνούσαν εθνικά κινήματα, η ίδια ιδέα επανήλθε ως επίσημη πολιτική. Το χίλια οκτακόσια εξήντα τρία, ένας τσαρικός υπουργός δήλωσε δημόσια ότι ξεχωριστή ουκρανική γλώσσα «δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει». Απαγορεύτηκαν τα ουκρανικά βιβλία. Το χίλια οκτακόσια εβδομήντα έξι, νέο διάταγμα απαγόρευσε ακόμα και το ουκρανικό θέατρο και τη μουσική. Ο ποιητής Ταράς Σεβτσένκο, πρώην δουλοπάροικος που έγραψε στα ουκρανικά για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια, εξορίστηκε με ρητή εντολή να μην ξαναγράψει ούτε λέξη.

Λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα, όμως, στη Γαλικία, που ανήκε τότε στην Αυστροουγγαρία, τίποτα από αυτά δεν ίσχυε. Εκεί οι Ουκρανοί μπορούσαν να τυπώνουν βιβλία, να ανοίγουν σχολεία, να ιδρύουν κόμματα στη δική τους γλώσσα. Το Λβιβ έγινε η πνευματική καρδιά ενός εθνικού κινήματος που στην υπόλοιπη Ουκρανία ήταν παράνομο. Δύο διαφορετικές εμπειρίες, μέσα στην ίδια γενιά, θα καθορίσουν και τον χάρτη των πολιτικών προτιμήσεων εκατό χρόνια αργότερα.

Το χίλια εννιακόσια δεκαεπτά, η κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας άνοιξε ξαφνικά ένα παράθυρο. Το Κίεβο διακήρυξε ανεξαρτησία. Αλλά η νεαρή Ουκρανική Λαϊκή Δημοκρατία βρέθηκε να πολεμά ταυτόχρονα Μπολσεβίκους, μοναρχικούς Λευκούς Ρώσους που ούτε αυτοί αναγνώριζαν ουκρανική ανεξαρτησία και Πολωνούς. Μέσα σε τέσσερα χρόνια χάους, η ανεξαρτησία χάθηκε ξανά. Το χίλια εννιακόσια είκοσι δύο, η Ουκρανία μπήκε στη νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση, τυπικά ως «ανεξάρτητη» δημοκρατία.

Η δεκαετία του τριάντα έφερε το βαρύτερο τραύμα σε όλη αυτή την ιστορία. Ο Στάλιν αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τον σοβιετικό εκβιομηχανισμό εξάγοντας σιτηρά, και επέβαλε στην πιο εύφορη περιοχή της αυτοκρατορίας, την Ουκρανία, ποσοστώσεις τόσο υψηλές που δεν άφηναν αρκετό φαγητό στους ίδιους τους αγρότες. Όταν οι αγρότες αντιστάθηκαν, το καθεστώς έστησε στρατιωτικά μπλόκα γύρω από ολόκληρα χωριά, ώστε οι κάτοικοι να μην μπορούν καν να φύγουν αναζητώντας τροφή αλλού.

Το αποτέλεσμα ονομάστηκε «Χολοντομόρ» θάνατος από πείνα. Μέσα σε λίγους μήνες, το χίλια εννιακόσια τριάντα δύο με τριάντα τρία, πέθαναν από ασιτία περίπου τρεισήμισι έως πέντε εκατομμύρια Ουκρανοί. Πάνω από είκοσι χώρες, ανάμεσά τους η Ελλάδα, το αναγνωρίζουν σήμερα ως γενοκτονία όχι απλή φυσική καταστροφή, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή που στράφηκε ειδικά εναντίον του ουκρανικού αγροτικού κόσμου την ίδια στιγμή που τσάκιζε κάθε ίχνος εθνικής αντίστασης. Είναι το πιο βαθιά χαραγμένο τραύμα στη σύγχρονη ουκρανική μνήμη τόσο βαρύ όσο, για άλλους λαούς, είναι η μνήμη ενός ολοκαυτώματος.

Οχτώ χρόνια αργότερα, η ίδια γη έγινε πεδίο μάχης ανάμεσα σε ναζιστική Γερμανία και σοβιετική Ρωσία ό,τι ο ιστορικός Τίμοθι Σνάιντερ ονόμασε αργότερα «Ματωμένα Εδάφη». Στο Μπάμπι Γιάρ, στα περίχωρα του Κιέβου, ναζιστικά αποσπάσματα εκτέλεσαν τριάντα τρεις χιλιάδες εφτακόσιους εβδομήντα ένα Εβραίους μέσα σε δύο μόνο ημέρες. Η Ουκρανία έχασε συνολικά έξι έως οχτώ εκατομμύρια ανθρώπους στον πόλεμο από τα βαρύτερα ποσοστά απωλειών σε όλη την Ευρώπη.

Μετά τον πόλεμο, η Μόσχα συνέχισε αυτό που είχε ξεκινήσει έναν αιώνα πριν, αλλά με πιο ήπιο πρόσχημα: όχι πια απαγόρευση, αλλά αργή αντικατάσταση. Τα ρωσικά έγιναν η γλώσσα της εξουσίας και της επιστήμης. Εθνικοί Ρώσοι μετακινήθηκαν συστηματικά σε ουκρανικές βιομηχανικές πόλεις, ιδίως στο Ντονμπάς μια δημογραφική αλλαγή που θα βαρύνει καθοριστικά εβδομήντα χρόνια αργότερα. Το χίλια εννιακόσια πενήντα τέσσερα, ο Νικίτα Χρουστσόφ παραχώρησε την Κριμαία στην Ουκρανική Σοβιετική Δημοκρατία τότε απλή διοικητική λεπτομέρεια μέσα στην ίδια χώρα, αλλά μια απόφαση που θα γίνει εκρηκτική τη στιγμή που η χώρα αυτή θα σταματήσει να υπάρχει.

Στις εικοσιέξι Απριλίου του χίλια εννιακόσια ογδόντα έξι, τα ξημερώματα, ένας αντιδραστήρας στο Τσερνόμπιλ εξερράγη. Στην κοντινή πόλη Πρίπιατ, πενήντα χιλιάδες άνθρωποι ξύπνησαν και συνέχισαν την ημέρα τους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα παιδιά έπαιξαν έξω, οικογένειες πήγαν βόλτα, ενώ ψηλά στον αέρα αιωρούνταν ήδη ραδιενεργή σκόνη. Οι σοβιετικές αρχές το γνώριζαν από τις πρώτες ώρες. Δεν είπαν τίποτα. Η εκκένωση της πόλης καθυστέρησε πάνω από τριάντα έξι ώρες, και όταν τελικά ήρθε, στους κατοίκους είπαν να πάρουν μαζί τους μόνο ό,τι χρειάζονταν για τρεις μέρες λες και θα γύριζαν σύντομα σπίτι. Δεν γύρισαν ποτέ.

Η πρώτη επίσημη σοβιετική ανακοίνωση ήρθε δύο ολόκληρες μέρες αργότερα, στην κρατική τηλεόραση, και κράτησε λιγότερο από ένα λεπτό: μια ξερή φράση για «ένα ατύχημα» στο Τσερνόμπιλ, χωρίς καμία αναφορά σε ραδιενέργεια, θύματα ή έκταση. Το καθεστώς δεν μίλησε επειδή αναγκάστηκε μίλησε επειδή σουηδικοί σταθμοί παρακολούθησης, χιλιόμετρα μακριά, είχαν ήδη ανιχνεύσει ασυνήθιστα επίπεδα ραδιενέργειας στην ατμόσφαιρά τους και απαιτούσαν εξηγήσεις. Η αλήθεια αποκαλύφθηκε επειδή δεν μπορούσε πια να κρυφτεί, όχι επειδή κάποιος αποφάσισε ότι ο κόσμος είχε δικαίωμα να τη μάθει.

Πιο κοντά ακόμα, στο ίδιο το Κίεβο, μόλις εκατό χιλιόμετρα από τον καπνίζοντα αντιδραστήρα, ο επικεφαλής του Ουκρανικού Κομμουνιστικού Κόμματος πήρε μια απόφαση: η καθιερωμένη παρέλαση της Πρωτομαγιάς θα γινόταν κανονικά, πέντε μέρες μετά την έκρηξη. Δεν ήταν ανεξάρτητη ουκρανική επιλογή ήταν η απόφαση ενός τοπικού αξιωματούχου μέσα σε ένα αυστηρά κεντρικό σύστημα, όπου η ακύρωση μιας τόσο συμβολικής γιορτής χωρίς έγκριση από τη Μόσχα θα σήμαινε δημόσια παραδοχή ότι κάτι είχε πάει πολύ στραβά. Το ίδιο το Πολίτμπιρο, όχι μόνο το Κίεβο, είχε χτίσει επί δεκαετίες μια κουλτούρα όπου κανείς τοπικός ηγέτης δεν τολμούσε να «χαλάσει» πρώτος την εικόνα προς τα πάνω. Χιλιάδες οικογένειες, με τα παιδιά τους, στάθηκαν ώρες κάτω από έναν ουρανό που κανείς δεν τους είχε πει ότι ήταν επικίνδυνος.

Ο ίδιος ο Γκορμπατσόφ παραδέχτηκε χρόνια αργότερα ότι το Τσερνόμπιλ, ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, έπεισε τους σοβιετικούς πολίτες πόσο ψεύτικο ήταν το ίδιο το σύστημα: ένα κράτος που, μπροστά στην επιλογή ανάμεσα στην ασφάλεια των πολιτών του και στη δική του εικόνα, διάλεγε συστηματικά την εικόνα.

Πέντε χρόνια μετά, το σύστημα αυτό δεν υπήρχε πια. Στο δημοψήφισμα της πρώτης Δεκεμβρίου του χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, το ενενήντα κόμμα τρία τοις εκατό των Ουκρανών ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας. Το πιο σημαντικό στοιχείο δεν είναι αυτό το ποσοστό καθαυτό, αλλά πού βρέθηκε: ακόμα και στο Ντονμπάς, η στήριξη ξεπέρασε το ογδόντα τρία τοις εκατό. Ακόμα και στην ίδια την Κριμαία, με ρωσική πλειοψηφία στον πληθυσμό, πέρασε το πενήντα τέσσερα τοις εκατό. Δεν υπήρχε καμία αμφισημία σε αυτό το αποτέλεσμα.

Τρία χρόνια αργότερα, η Ουκρανία βρέθηκε ξαφνικά με το τρίτο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, κληρονομιά της Σοβιετικής Ένωσης. Το παρέδωσε ολόκληρο στη Ρωσία, με το Μνημόνιο της Βουδαπέστης του χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα: σε αντάλλαγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο υπέγραψαν γραπτή δέσμευση να σεβαστούν τα σύνορα και την κυριαρχία της. Ήταν η ίδια συμφωνία, ξαναγραμμένη με σύγχρονους όρους: αυτονομία και ασφάλεια, σε αντάλλαγμα για κάτι πολύτιμο που παραδίδεται. Το χίλια εξακόσια πενήντα τέσσερα ξανά, με πυρηνικά αντί για στρατό.

Το δύο χιλιάδες τέσσερα, δύο υποψήφιοι διεκδικούσαν την προεδρία με εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις: ο Βίκτορ Γιανούκοβιτς, ανοιχτά υποστηριζόμενος από τη Μόσχα, και ο Βίκτορ Γιούστσενκο, που ήθελε προσέγγιση με την Ευρώπη. Λίγο πριν τις εκλογές, ο Γιούστσενκο δηλητηριάστηκε με διοξίνη επέζησε, αλλά το πρόσωπό του έμεινε σημαδεμένο για πάντα, και ποτέ δεν αποδόθηκε επίσημα σε κανέναν ποιος ευθυνόταν. Οι εκλογές νοθεύτηκαν υπέρ του Γιανούκοβιτς, και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους του Κιέβου φορώντας πορτοκαλί, το χρώμα της εκστρατείας του Γιούστσενκο. Η «Πορτοκαλί Επανάσταση» ανάγκασε την ακύρωση των αποτελεσμάτων και επαναληπτικές εκλογές, τις οποίες κέρδισε τελικά ο Γιούστσενκο. Ήταν η πρώτη φορά που η ουκρανική κοινωνία έδειξε, ειρηνικά και οργανωμένα, ότι δεν θα δεχόταν πια σιωπηλά την επιβολή.

Ο Γιανούκοβιτς δεν εξαφανίστηκε πολιτικά επέστρεψε και εκλέχθηκε νόμιμα πρόεδρος το δύο χιλιάδες δέκα. Τρία χρόνια αργότερα, το δύο χιλιάδες δεκατρία, βρέθηκε μπροστά σε μια κρίσιμη απόφαση: η Ουκρανία επρόκειτο να υπογράψει συμφωνία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα βήμα που θα την έφερνε πιο κοντά στη Δύση. Υπό βαριά ρωσική πίεση, ο Γιανούκοβιτς αρνήθηκε την τελευταία στιγμή να την υπογράψει.

Η αντίδραση ήταν άμεση: χιλιάδες διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Μαϊντάν του Κιέβου, ζητώντας να τηρηθεί η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Η αστυνομία απάντησε με βία, οι διαδηλώσεις κράτησαν μήνες, και πάνω από εκατό διαδηλωτές σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις τον Φεβρουάριο του δύο χιλιάδες δεκατέσσερα. Ο Γιανούκοβιτς εγκατέλειψε τη χώρα και κατέφυγε στη Ρωσία. Μέσα σε λίγες μέρες, ένοπλοι χωρίς διακριτικά κατέλαβαν κρίσιμα σημεία στην Κριμαία Ρώσοι στρατιώτες, όπως αποδείχτηκε αργότερα, αν και η Μόσχα το αρνιόταν αρχικά. Ακολούθησε δημοψήφισμα υπό στρατιωτική κατοχή, που ελάχιστες χώρες αναγνώρισαν, και επίσημη προσάρτηση. Το Μνημόνιο της Βουδαπέστης, είκοσι χρόνια μετά την υπογραφή του, είχε μόλις παραβιαστεί ανοιχτά.

Την ίδια άνοιξη, φιλορωσικοί αυτονομιστές, με βαριά ρωσική στρατιωτική στήριξη που η Μόσχα αρνιόταν επίσημα, κατέλαβαν τμήματα του Ντονμπάς ακριβώς εκείνης της περιοχής όπου η δημογραφία είχε αλλάξει σκόπιμα δεκαετίες πριν. Ο πόλεμος που ακολούθησε κράτησε οχτώ χρόνια, με σχεδόν δεκατέσσερις χιλιάδες νεκρούς, πριν καν αρχίσει αυτό που σήμερα ονομάζουμε «η πλήρης εισβολή».

Τον Ιούλιο του δύο χιλιάδες είκοσι ένα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δημοσίευσε ένα μακρύ δοκίμιο με τίτλο «Περί της ιστορικής ενότητας Ρώσων και Ουκρανών». Το επιχείρημά του ήταν, στην ουσία, το ίδιο ακριβώς επιχείρημα που είχε διατυπώσει επίσημα ένας τσαρικός υπουργός εκατόν πενήντα οχτώ χρόνια νωρίτερα: ότι δεν υπάρχει πραγματικά ξεχωριστός ουκρανικός λαός. Επτά μήνες αργότερα, στις εικοσιτέσσερις Φεβρουαρίου του δύο χιλιάδες είκοσι δύο, ρωσικά στρατεύματα εισέβαλαν πολυμέτωπα στην Ουκρανία.

Ο άνθρωπος που έπρεπε να σταθεί απέναντι σε αυτή την εισβολή δεν ήταν στρατιωτικός ήταν ένας πρώην κωμικός που μέχρι πριν λίγα χρόνια έκανε τον κόσμο να γελάει. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε εκλεγεί πρόεδρος το δύο χιλιάδες δεκαεννιά, γνωστός κυρίως επειδή είχε υποδυθεί, σε τηλεοπτική σειρά, έναν τυχαίο καθηγητή που γίνεται πρόεδρος μια ειρωνεία που κανείς δεν φανταζόταν πόσο αληθινή θα αποδεικνυόταν. Το πρώτο βράδυ της εισβολής, με ρωσικές δυνάμεις να πλησιάζουν το Κίεβο και τον θάνατο να είναι απτή πιθανότητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες του πρόσφεραν ασφαλή διαφυγή. Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο που μίλησε τότε στο Associated Press, η απάντησή του ήταν κάτι σαν: «Χρειάζομαι πυρομαχικά, όχι μεταφορικό μέσο» φράση που έκανε αμέσως τον γύρο του κόσμου, ακόμα κι αν η ακριβής διατύπωσή της δεν έχει ποτέ επιβεβαιωθεί επίσημα.

Αυτό όμως που δεν αμφισβητείται είναι η ίδια η επιλογή: ο Ζελένσκι έμεινε. Κάθε βράδυ έκτοτε στέκεται μπροστά σε μια κάμερα και μιλά στον λαό του η ίδια συνήθεια ενός ηθοποιού που κάποτε υποδύθηκε έναν πρόεδρο, τώρα φορτωμένη με το βάρος μιας πραγματικότητας που κανείς δεν θα διάλεγε.

Το σχέδιο για αστραπιαία κατάληψη κατέρρευσε. Ο ρωσικός στρατός δεν κατάφερε ποτέ να μπει στο Κίεβο, και όταν τελικά αποχώρησε από τα βόρεια προάστια, άφησε πίσω του τις αποδείξεις για όσα είχε κάνει: στους δρόμους και τους κήπους της Μπούτσα βρέθηκαν σώματα αμάχων, πολλά με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. Ο πόλεμος συνεχίζεται μέχρι σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες απώλειες και στις δύο πλευρές, εκατομμύρια άνθρωποι ξεριζωμένοι από ό,τι κάποτε ήταν το σπίτι τους, οικογένειες σκορπισμένες σε τρεις ηπείρους χωρίς να ξέρουν πότε ή αν θα γυρίσουν.

Αν κοιτάξεις πίσω σε όλη αυτή τη διαδρομή, θα δεις να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά το ίδιο σχήμα, σαν ουλή που ανοίγει κάθε λίγες γενιές: μια υπόσχεση αυτονομίας που διαβρώνεται, μια γλώσσα που κάποιος αποφασίζει ότι δεν αξίζει να υπάρχει, μια αλήθεια που κρύβεται για να μην ταραχτεί η τάξη, ένα σύνορο που κάποιος υπόσχεται να σεβαστεί και μετά δεν σέβεται. Δεν είναι το ίδιο πρόσωπο κάθε φορά Τσάροι, κομισάριοι, πρόεδροι, χωρισμένοι από αιώνες μεταξύ τους. Είναι το ίδιο σχήμα εξουσίας, που επιστρέφει σε κάθε γενιά με νέο πρόσωπο, ψάχνοντας ξανά και ξανά τον ίδιο λαό για να τον σβήσει.

Ο εθνικός ύμνος της Ουκρανίας δεν ξεκινά με έναν θρίαμβο. Ξεκινά με μια άρνηση, σχεδόν με έναν όρκο σφιγμένο ανάμεσα στα δόντια: «Η Ουκρανία δεν έχει χαθεί ακόμα». Γράφτηκε το χίλια οκτακόσια εξήντα δύο, μέσα στην ίδια αυτοκρατορία που λίγα χρόνια αργότερα θα απαγόρευε επίσημα να τυπωθεί η ίδια η λέξη «Ουκρανία» σε ένα βιβλίο. Εκατόν εξήντα χρόνια αργότερα, η ίδια πρόταση ακούγεται ξανά όχι σε συναυλία, όχι σε επίσημη τελετή, αλλά κάτω από τη γη, σε σταθμούς μετρό που έχουν γίνει καταφύγια, ανάμεσα σε κουβέρτες και φακούς, με παιδιά να την τραγουδούν με φωνή που τρέμει, δίπλα σε ενήλικες που δεν ξέρουν αν το σπίτι τους θα υπάρχει ακόμα το πρωί.

Δεν είναι σύμπτωση που η ίδια φράση επιστρέφει σε κάθε γενιά. Είναι το ίδιο το νόημα που η ιστορία αρνείται να αφήσει να ξεχαστεί: κάθε φορά που κάποιος αποφάσισε, με απόλυτη βεβαιότητα, ότι αυτός ο λαός δεν υπάρχει πια, ο λαός αυτός βρέθηκε ξανά εκεί, μέσα στο σκοτάδι, να τραγουδά όσο σιγανά κι αν χρειάστηκε, όσο κι αν έτρεμε η φωνή του την ίδια αδιάκοπη άρνηση να χαθεί.