Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Νικοτίνη: Το Μόριο που Χακάρει τον Εγκέφαλο

Απομαγνητοφώνηση

«Η νικοτίνη εθίζει. Είμαστε, λοιπόν, στον κλάδο της πώλησης νικοτίνης ενός εθιστικού ναρκωτικού.» Αυτό έγραφε, σε εσωτερικό σημείωμα του χίλια εννιακόσια εξήντα τρία, ένα στέλεχος της καπνοβιομηχανίας Brown & Williamson. Το σημείωμα έμεινε κλειδωμένο σε αρχεία της εταιρείας για δεκαετίες, μακριά από κάθε δημόσιο μάτι. Τριάντα ένα χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα, εφτά διευθύνοντες σύμβουλοι μεγάλων καπνοβιομηχανιών κάθισαν δίπλα δίπλα μπροστά στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήκωσαν το χέρι, ορκίστηκαν να πουν την αλήθεια, και ο καθένας τους, με τη σειρά του, δήλωσε το ίδιο ακριβώς πράγμα: πιστεύω ότι η νικοτίνη δεν εθίζει.

Η αλήθεια ήταν διαφορετική, και το ήξεραν πολύ καλά. Η επιστήμη, χρόνια αργότερα, θα επιβεβαίωνε ακριβώς αυτό που έγραφε το σημείωμα του χίλια εννιακόσια εξήντα τρία παρόλο που τότε κανείς έξω από εκείνα τα γραφεία δεν είχε δει με λεπτομέρεια τι ακριβώς κάνει αυτό το μικροσκοπικό μόριο μέσα στον εγκέφαλο. Για να καταλάβουμε γιατί εφτά άνθρωποι ήταν πρόθυμοι να ορκιστούν ψέματα μπροστά σε μια ολόκληρη χώρα, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι είναι πραγματικά η νικοτίνη: πώς φτάνει στον εγκέφαλο, τι κάνει εκεί μέσα, και γιατί είναι τόσο δύσκολο να σταματήσεις μόλις ξεκινήσεις.

Η νικοτίνη απομονώθηκε για πρώτη φορά το χίλια οκτακόσια είκοσι οκτώ, από δύο Γερμανούς χημικούς, τον Βίλχελμ Πόσελτ και τον Καρλ Ράιμαν. Την ξεχώρισαν από τα φύλλα του καπνού και την ταυτοποίησαν ως δηλητήριο κάτι που, σε καθαρή μορφή και μεγάλη δόση, πράγματι είναι. Το όνομά της προέρχεται από τον Ζαν Νικό, Γάλλο πρέσβη στην Πορτογαλία, που τον δέκατο έκτο αιώνα έστειλε καπνό και σπόρους στο Παρίσι, διαφημίζοντάς τον ως θεραπευτικό βότανο για κάθε αρρώστια. Κανείς τότε δεν φανταζόταν ότι αυτό το ταπεινό φυτό θα γινόταν, αιώνες αργότερα, το κέντρο μιας από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες του πλανήτη και ταυτόχρονα ένα από τα πιο εντατικά μελετημένα μόρια στην ιστορία της νευροεπιστήμης.

Για πάνω από πενήντα χρόνια μετά την απομόνωσή της, η νικοτίνη παρέμεινε σχετικά περιθωριακή υπόθεση το κάπνισμα ήταν χειροποίητο, αργό, ακριβό. Αυτό άλλαξε ραγδαία το χίλια οκτακόσια ογδόντα, όταν ο Αμερικανός εφευρέτης Τζέιμς Μπόνσακ κατασκεύασε μια μηχανή που τύλιγε τσιγάρα αυτόματα. Ένας έμπειρος εργάτης μπορούσε να στρίψει περίπου τρεις χιλιάδες τσιγάρα την ημέρα με το χέρι. Η μηχανή του Μπόνσακ παρήγαγε εκατόν είκοσι χιλιάδες στον ίδιο χρόνο. Ο επιχειρηματίας Τζέιμς Ντιούκ αγόρασε αμέσως τα δικαιώματα, ίδρυσε την American Tobacco Company, και μέσα σε λίγα χρόνια το τσιγάρο πέρασε από περιθωριακή συνήθεια σε προϊόν μαζικής κατανάλωσης σε ολόκληρο τον κόσμο. Η βιομηχανία δεν χρειαζόταν πια να πείσει κανέναν να καπνίσει μία φορά. Χρειαζόταν μόνο η βιολογία να κάνει τη δουλειά της και η βιολογία, όπως θα δούμε, δούλευε τέλεια.

Όταν εισπνέεις καπνό, η νικοτίνη περνά μέσα από τους πνεύμονες στην κυκλοφορία του αίματος και ταξιδεύει κατευθείαν προς τον εγκέφαλο. Τα πρώτα της ίχνη φτάνουν εκεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πιο γρήγορα κι από μια ενδοφλέβια ένεση. Για χρόνια οι επιστήμονες πίστευαν ότι κάθε ρουφηξιά δημιουργούσε μια στιγμιαία «αιχμή» νικοτίνης στον εγκέφαλο. Έρευνα του Πανεπιστημίου Duke έδειξε όμως κάτι πιο σύνθετο: η πλήρης συγκέντρωση χρειάζεται τρία έως πέντε λεπτά για να φτάσει στο μέγιστο. Δεν είναι δηλαδή μία στιγμιαία έκρηξη, αλλά μια σταδιακή κατάκτηση του εγκεφάλου αρκετά γρήγορη, πάντως, ώστε ο εγκέφαλος να συνδέει άμεσα την πράξη του καπνίσματος με το αποτέλεσμα, ρουφηξιά με ρουφηξιά.

Αυτό που κάνει τη νικοτίνη τόσο αποτελεσματική είναι το σχήμα της. Μοιάζει αρκετά με την ακετυλοχολίνη, έναν φυσικό νευροδιαβιβαστή του σώματός μας, ώστε να «ξεγελάει» τους υποδοχείς που κανονικά δέχονται εκείνη. Οι υποδοχείς αυτοί λέγονται νικοτινικοί υποδοχείς ακετυλοχολίνης, και βρίσκονται σε όλο τον εγκέφαλο ιδιαίτερα πυκνοί σε μια περιοχή που ονομάζεται κοιλιακή καλυπτρική περιοχή. Όταν η νικοτίνη κλειδώνει πάνω τους, ανοίγουν σαν πύλες και αφήνουν ηλεκτρικά σήματα να περάσουν. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς ένα τοπικό ερέθισμα. Είναι το πρώτο ντόμινο μιας αλυσίδας που καταλήγει στο πιο ισχυρό σύστημα ανταμοιβής που διαθέτει ο ανθρώπινος εγκέφαλος.

Η κοιλιακή καλυπτρική περιοχή στέλνει νευρώνες προς μια άλλη περιοχή, τον επικλινή πυρήνα το κέντρο ανταμοιβής του εγκεφάλου. Μόλις η νικοτίνη ενεργοποιήσει τους υποδοχείς εκεί, ο εγκέφαλος απελευθερώνει ντοπαμίνη, τον νευροδιαβιβαστή που συνδέεται με ευχαρίστηση, κίνητρο και μάθηση. Είναι το ίδιο ακριβώς κύκλωμα που ενεργοποιείται όταν τρως κάτι νόστιμο, όταν πετυχαίνεις κάτι δύσκολο, ή όταν ερωτεύεσαι. Η διαφορά είναι η ταχύτητα και η αξιοπιστία. Ένα γεύμα ή μια επιτυχία δίνουν ντοπαμίνη με αβεβαιότητα και καθυστέρηση. Ένα τσιγάρο δίνει ντοπαμίνη μέσα σε δευτερόλεπτα, κάθε φορά, χωρίς εξαίρεση. Ο εγκέφαλος μαθαίνει γρήγορα ποιο από τα δύο να εμπιστεύεται περισσότερο.

Εδώ όμως αρχίζει το παράδοξο. Η ίδια η νικοτίνη, μόλις κλειδώσει πάνω στους υποδοχείς, τους απενεργοποιεί προσωρινά τους «κουράζει». Για να αντισταθμίσει αυτή την κόπωση, ο εγκέφαλος αρχίζει να κατασκευάζει περισσότερους υποδοχείς. Ένας τακτικός καπνιστής μπορεί να έχει σχεδόν διπλάσιους νικοτινικούς υποδοχείς από κάποιον που δεν καπνίζει ποτέ. Το πρόβλημα είναι ότι όλοι αυτοί οι νέοι υποδοχείς χρειάζονται τώρα νικοτίνη για να λειτουργήσουν φυσιολογικά. Χωρίς αυτήν, μένουν αδρανείς, και ο εγκέφαλος αισθάνεται μια έλλειψη που δεν υπήρχε πριν αρχίσει κανείς να καπνίζει. Δεν εθίζεσαι απλώς επειδή σου αρέσει η νικοτίνη. Εθίζεσαι επειδή ο εγκέφαλός σου έχει κυριολεκτικά ανακατασκευαστεί γύρω από αυτήν.

Αυτή η ανακατασκευή εξηγεί γιατί η στέρηση είναι τόσο δυσάρεστη. Μέσα σε λίγες ώρες από το τελευταίο τσιγάρο εμφανίζονται ευερεθιστότητα, άγχος, δυσκολία συγκέντρωσης, αϋπνία, έντονη λαχτάρα. Δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα είναι εκατοντάδες υποδοχείς που ξαφνικά μένουν χωρίς το μόριο που περίμεναν. Οι περισσότεροι καπνιστές που προσπαθούν να κόψουν το τσιγάρο χωρίς βοήθεια αποτυγχάνουν μέσα στην πρώτη κιόλας εβδομάδα, ακριβώς επειδή η στέρηση χτυπάει πιο γρήγορα κι από την αποφασιστικότητά τους. Και εδώ κρύβεται μια στατιστική που δείχνει πόσο ιδιαίτερη είναι αυτή η ουσία: σε μελέτες που συγκρίνουν δεκάδες εξαρτησιογόνες ουσίες, η νικοτίνη έχει το υψηλότερο ποσοστό «σύλληψης» απ' όλες γύρω στο τριάντα δύο τοις εκατό όσων τη δοκιμάζουν καταλήγουν εξαρτημένοι. Υψηλότερο ακόμα κι από την ηρωίνη.

Και εδώ κρύβεται το κομμάτι που κάνει τον εθισμό στη νικοτίνη τόσο δύσκολο να τον αναγνωρίσει κανείς μέσα του. Ένας τακτικός καπνιστής δεν περνάει τη μέρα του σε μια σταθερή κατάσταση ηρεμίας που διακόπτεται πού και πού από το κάπνισμα. Περνάει τη μέρα του σε μια ήπια, διαρκή στέρηση λίγο πιο ευερέθιστος, λίγο πιο ανήσυχος, λίγο πιο δυσκολεμένος να συγκεντρωθεί απ' όσο θα ήταν φυσικά χωρίς σχεδόν ποτέ να το αποδίδει στη νικοτίνη. Το τσιγάρο δεν τον ανεβάζει πάνω από το φυσιολογικό του σημείο· απλώς σβήνει το έλλειμμα που δημιούργησε το ίδιο το προηγούμενο τσιγάρο. Αυτό που νιώθει και περιγράφει ως «χαλάρωση» ή «απόλαυση» είναι, στην πραγματικότητα, ανακούφιση από μια δυσφορία που δεν θα υπήρχε καθόλου αν δεν κάπνιζε εξαρχής. Η επιστήμη το λέει «αρνητική ενίσχυση»: δεν καπνίζεις για να νιώσεις καλύτερα από το κανονικό, καπνίζεις για να σταματήσεις να νιώθεις χειρότερα απ' όσο θα ένιωθες χωρίς εθισμό. Είναι ο λόγος που τόσοι πολλοί τακτικοί καπνιστές λένε ειλικρινά «δεν είμαι εθισμένος, απλώς μου αρέσει» δεν λένε ψέματα, απλώς δεν έχουν τρόπο να συγκρίνουν πώς θα ένιωθαν αν το σώμα τους δεν είχε μάθει, πρώτα, να το χρειάζεται.

Δεν εθίζονται όλοι το ίδιο εύκολα, και ο λόγος είναι εν μέρει γενετικός. Ένα ένζυμο στο συκώτι, το CYP2A6, διασπά τη νικοτίνη με διαφορετική ταχύτητα από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όσοι το μεταβολίζουν γρήγορα χρειάζονται συχνότερες δόσεις για να κρατήσουν σταθερά τα επίπεδα στον εγκέφαλο, καπνίζουν περισσότερα τσιγάρα την ημέρα, και βιώνουν πιο έντονη στέρηση όταν σταματούν. Η ίδια η ένταση της στέρησης εξαρτάται επίσης από συγκεκριμένες παραλλαγές γονιδίων γύρω από τους νικοτινικούς υποδοχείς. Δεν είναι λοιπόν μόνο θέμα «δύναμης θέλησης» το πόσο εύκολα κάποιος εθίζεται ή απεξαρτάται είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια βιολογική λοταρία που κληρονομείς πριν καν αγγίξεις το πρώτο τσιγάρο. Δύο άνθρωποι μπορούν να καπνίσουν το ίδιο ακριβώς τσιγάρο, στην ίδια ηλικία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, και ο ένας να ξεφύγει εύκολα ενώ ο άλλος να παλεύει για χρόνια όχι επειδή ο ένας έχει «πιο αδύναμο χαρακτήρα», αλλά επειδή το συκώτι και οι υποδοχείς του αντιδρούν διαφορετικά σε μοριακό επίπεδο.

Αν όμως η νικοτίνη ήταν μόνο αυτό μια παγίδα εθισμού χτισμένη στη βιολογία μας δεν θα εξηγούσε γιατί η επιστήμη τη μελετά ακόμα σοβαρά, εκτός καπνού, ως πιθανό φάρμακο. Η ίδια ιδιότητα που την κάνει εθιστική, η ενίσχυση της προσοχής και της μνήμης, έχει και πραγματική κλινική αξία. Δεκάδες διπλά-τυφλές μελέτες δείχνουν ότι η νικοτίνη βελτιώνει μετρήσιμα την προσοχή, τη μνήμη εργασίας και τις κινητικές ικανότητες όχι μόνο σε καπνιστές που απλώς ανακουφίζονται από τη στέρηση, αλλά και σε ανθρώπους που δεν έχουν καπνίσει ποτέ στη ζωή τους.

Η πιο εντυπωσιακή απόδειξη ήρθε από μια κλινική δοκιμή σε ανθρώπους με ήπια νοητική εξασθένηση, πρόδρομο στάδιο του Αλτσχάιμερ. Όσοι φορούσαν αυτοκόλλητο νικοτίνης για έξι μήνες ανέκτησαν σαράντα έξι τοις εκατό της φυσιολογικής τους μακροπρόθεσμης μνήμης για την ηλικία τους. Η ομάδα ελέγχου, χωρίς νικοτίνη, χειροτέρεψε κατά είκοσι έξι τοις εκατό στο ίδιο διάστημα. Παρόμοιες μελέτες εξετάζουν σήμερα τη νικοτίνη ως βοήθημα σε σχιζοφρένεια και σε διαταραχή ελλειμματικής προσοχής, ακριβώς επειδή ενισχύει τα ίδια κυκλώματα προσοχής που δυσλειτουργούν σε αυτές τις καταστάσεις. Το μόριο που κατηγορούμε για τον εθισμό εκατομμυρίων ανθρώπων είναι, ταυτόχρονα, υποψήφιο φάρμακο σε ερευνητικά εργαστήρια αυτή τη στιγμή.

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση, γιατί μπερδεύεται συχνά. Οι περισσότεροι κίνδυνοι του καπνίσματος καρκίνος, εμφύσημα, βλάβες στους πνεύμονες δεν προέρχονται από τη νικοτίνη, αλλά από την καύση του καπνού και τις χιλιάδες τοξικές ουσίες που παράγει. Η νικοτίνη από μόνη της, χωρίς καπνό, δεν προκαλεί καρκίνο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι αθώα. Η ίδια η νικοτίνη, σε οποιαδήποτε μορφή, ενεργοποιεί το συμπαθητικό νευρικό σύστημα: αυξάνει τους καρδιακούς παλμούς, ανεβάζει την αρτηριακή πίεση, στενεύει τα αιμοφόρα αγγεία. Με χρόνια χρήση, αυτή η συνεχής διέγερση συνδέεται με υπέρταση, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού και βλάβη στο εσωτερικό τοίχωμα των αρτηριών ανεξάρτητα από το αν η νικοτίνη έρχεται από τσιγάρο, ηλεκτρονικό τσιγάρο ή τσίχλα. Ακόμα και τα σακουλάκια νικοτίνης χωρίς καπνό, που κερδίζουν έδαφος τα τελευταία χρόνια ακριβώς επειδή διαφημίζονται ως «καθαρή» εναλλακτική, κουβαλούν την ίδια καρδιαγγειακή επιβάρυνση γιατί το μόριο, όχι ο καπνός, είναι αυτό που ενεργοποιεί το συμπαθητικό σύστημα.

Ο κίνδυνος γίνεται πιο σοβαρός σε έναν εγκέφαλο που ακόμα χτίζεται. Ο προμετωπιαίος φλοιός, η περιοχή που ελέγχει την αυτοσυγκράτηση και την προσοχή, συνεχίζει να ωριμάζει μέχρι και τα είκοσι πέντε περίπου χρόνια. Η έκθεση σε νικοτίνη κατά την εφηβεία αλλάζει μόνιμα τον τρόπο που αναπτύσσονται οι συνάψεις σε αυτή την περιοχή, με αποτέλεσμα ελλείμματα προσοχής που επιμένουν και στην ενήλικη ζωή. Είναι ο λόγος που η άνοδος του ηλεκτρονικού τσιγάρου ανάμεσα σε εφήβους ανησυχεί τόσο τους ερευνητές, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει καπνός ή πίσσα στη συσκευή. Δεν είναι το τσιγάρο το πρόβλημα εδώ. Είναι το ίδιο το μόριο, μέσα σε έναν εγκέφαλο που δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει το σχέδιό του.

Η ίδια αυτή βιολογία εξηγεί και μια φαινομενικά παράδοξη θεραπεία: δίνουμε νικοτίνη σε ανθρώπους για να τους απεξαρτήσουμε από τη νικοτίνη. Τα αυτοκόλλητα, οι τσίχλες και τα σπρέι δεν αφαιρούν το μόριο του αλλάζουν τον τρόπο χορήγησης. Αντί για μια απότομη, έντονη αιχμή που ενισχύει τον εθισμό, δίνουν μια σταθερή, αργή ροή που κρατάει τους υποδοχείς ήρεμους χωρίς να αναπαράγει την ανταμοιβή που έμαθε να αναζητά ο εγκέφαλος. Δεν εξαφανίζουν τη λαχτάρα εντελώς, αλλά την κάνουν αρκετά διαχειρίσιμη ώστε κάποιος να απεξαρτηθεί σταδιακά, χωρίς να περνάει κάθε φορά από την πλήρη ένταση της στέρησης. Τα ηλεκτρονικά τσιγάρα υπόσχονται κάτι παρόμοιο σε μεγαλύτερη κλίμακα λιγότερες τοξίνες καύσης, ίδια όμως ακριβώς νικοτίνη. Και το ίδιο ερώτημα παραμένει ανοιχτό: βοηθούν πραγματικά ανθρώπους να απεξαρτηθούν, ή απλώς δημιουργούν μια νέα γενιά εθισμένη στο ίδιο ακριβώς μόριο που απομονώθηκε το χίλια οκτακόσια είκοσι οκτώ;

Η βιομηχανία, όμως, δεν άφησε τη βιολογία εντελώς στην τύχη της. Στα εργαστήριά τους, οι κατασκευαστές τσιγάρων ανακάλυψαν ότι προσθέτοντας αμμωνία στον καπνό άλλαζαν τη χημική μορφή της νικοτίνης, μετατρέποντάς την σε μια πιο «ελεύθερη», πιο πτητική μορφή που απορροφάται ακόμα ταχύτερα από τους πνεύμονες. Δημόσια, παρουσίαζαν την αμμωνία ως απλό βελτιωτικό γεύσης. Εσωτερικά, τα δικά τους έγγραφα δεν άφηναν περιθώριο αμφιβολίας: η τεχνική αντέγραφε το μυστικό της επιτυχίας του Marlboro, και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ογδόντα, πέντε από τις έξι μεγάλες καπνοβιομηχανίες τη χρησιμοποιούσαν. Δεν μηχανεύονταν απλώς μια καλύτερη γεύση. Μηχανεύονταν μια πιο γρήγορη, πιο έντονη «κλωτσιά» νικοτίνης ακριβώς το είδος της απότομης αιχμής που, όπως είδαμε, εκπαιδεύει τον εγκέφαλο να λαχταράει ξανά και ξανά.

Επιστρέφοντας στην αίθουσα του Κογκρέσου του χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα: μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, οι εφτά διευθύνοντες σύμβουλοι που ορκίστηκαν ότι η νικοτίνη δεν εθίζει είχαν χάσει τις θέσεις τους, βρίσκονταν υπό έρευνα για ψευδορκία, και η ίδια η βιομηχανία τους είχε αρχίσει να καταρρέει κάτω από το βάρος αγωγών και αποκαλύψεων. Το δύο χιλιάδες, η Philip Morris έγινε η πρώτη μεγάλη καπνοβιομηχανία που παραδέχτηκε δημόσια αυτό που τα δικά της εσωτερικά έγγραφα έλεγαν ήδη από το χίλια εννιακόσια εξήντα τρία: η νικοτίνη εθίζει.

Το κόστος όλης αυτής της ιστορίας δεν μετριέται μόνο σε δικαστικές αγωγές και χαμένες θέσεις διευθυντικών στελεχών. Σήμερα, πάνω από οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από αιτίες που σχετίζονται με το κάπνισμα περισσότεροι από επτά εκατομμύρια άμεσα, το υπόλοιπο από την έκθεση σε παθητικό καπνό γύρω τους. Πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι καπνίζουν ακόμα σήμερα σε όλο τον κόσμο. Κανένα από αυτά τα νούμερα δεν θα υπήρχε στην ίδια κλίμακα χωρίς εκείνη τη μηχανή του χίλια οκτακόσια ογδόντα, και χωρίς την απόφαση, δεκαετίες αργότερα, να μεγιστοποιηθεί επιστημονικά η ταχύτητα με την οποία ένα μόριο φτάνει στον εγκέφαλο ενός ανθρώπου.

Σήμερα καμιά κυβέρνηση δεν χρειάζεται πια πειστικά επιχειρήματα για να αποδείξει ότι η νικοτίνη είναι εθιστική· το ξέρουμε, το διδάσκουμε στα σχολεία, το γράφουμε σε κάθε πακέτο τσιγάρα. Η έρευνα για τις πιθανές θεραπευτικές χρήσεις της συνεχίζεται, πάντα υπό αυστηρό ιατρικό έλεγχο τίποτα κοινό με ένα τσιγάρο ή μια συσκευή ατμίσματος με γεύση καραμέλα. Γι' αυτό και δεν αλλάζει τίποτα για όποιον σκέφτεται να δοκιμάσει το πρώτο του τσιγάρο, ή την πρώτη του ρουφηξιά από ένα ηλεκτρονικό.

Ειδικά για έναν έφηβο, του οποίου ο εγκέφαλος ακόμα χτίζεται, δεν υπάρχει «λίγη» νικοτίνη υπάρχει μόνο ένα μόριο έτοιμο να ανακατασκευάσει μόνιμα το πιο ευαίσθητο κύκλωμα που διαθέτει, πριν καν προλάβει να καταλάβει τι του συμβαίνει. Το ίδιο μόριο που κάποια μέρα ίσως βοηθήσει έναν ηλικιωμένο με Αλτσχάιμερ να θυμηθεί, είναι εκείνο που σήμερα κλέβει από έναν δεκαπεντάχρονο την ηρεμία και την προσοχή που θα έπρεπε να είναι δικές του, δωρεάν, εξαρχής. Η νικοτίνη δεν χρειάζεται να είναι απλώς «κακή» για να είναι επικίνδυνη. Αρκεί να είναι τόσο καλή στο να πείθει τον εγκέφαλό σου ότι τη χρειάζεσαι.