Lehman Brothers: Η Πτώχευση που Συγκλόνισε τον Κόσμο
Απομαγνητοφώνηση
Ένα χαρτόκουτο χωράει λιγότερα απ' όσα νομίζεις. Μια φωτογραφία των παιδιών, μια κούπα, έναν φορτιστή, τα χαρτιά από ένα συρτάρι που δεν πρόλαβες ποτέ να τακτοποιήσεις. Τη νύχτα της Κυριακής προς τη Δευτέρα, δεκαπέντε Σεπτεμβρίου του δύο χιλιάδες οκτώ, εκατοντάδες άνθρωποι μπαινοβγαίνουν σε έναν ουρανοξύστη του Μανχάταν και γεμίζουν τέτοια κουτιά. Έξω περιμένουν οι κάμερες. Το πρωί, η ίδια εικόνα θα επαναληφθεί στο Λονδίνο και σε όλο τον κόσμο: άνθρωποι με κοστούμια, που κρατούν αγκαλιά χρόνια δουλειάς μέσα σε ένα κουτί από χαρτόνι. Και πάνω από τα κεφάλια τους, το όνομα της εταιρείας που μόλις έπαψε να υπάρχει: Lehman Brothers.
Δεν ήταν μια οποιαδήποτε τράπεζα. Είχε περάσει τον Αμερικανικό Εμφύλιο, δύο παγκόσμιους πολέμους, το κραχ του χίλια εννιακόσια είκοσι εννιά και τη Μεγάλη Ύφεση που ακολούθησε. Την ενδεκάτη Σεπτεμβρίου είχε χάσει γραφεία στους Δίδυμους Πύργους και είχε δει τα κεντρικά της να παθαίνουν σοβαρές ζημιές, κι όμως μέσα σε λίγους μήνες είχε σταθεί ξανά στα πόδια της. Εκατόν πενήντα οκτώ χρόνια άντεξε σχεδόν τα πάντα. Και τελικά έπεσε μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο. Πώς γίνεται αυτό; Για να το καταλάβεις, πρέπει να ξεκινήσεις από πολύ μακριά: από ένα μικρό μαγαζί στον αμερικανικό Νότο και από ένα προϊόν που δεν έχει καμία σχέση με το χρήμα, το βαμβάκι.
Το χίλια οκτακόσια σαράντα τέσσερα, ένας νεαρός Εβραίος από το Ρίμπαρ, ένα χωριό της Βαυαρίας, φτάνει στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα. Λέγεται Χένρι Λίμαν. Ανοίγει ένα μαγαζί με υφάσματα, εργαλεία και είδη πρώτης ανάγκης για τους αγρότες της περιοχής. Το χίλια οκτακόσια σαράντα επτά έρχεται ο αδελφός του, ο Εμάνουελ, και το χίλια οκτακόσια πενήντα ο μικρότερος, ο Μάγιερ. Η ταμπέλα αλλάζει: Lehman Brothers, οι αδελφοί Λίμαν. Πέντε χρόνια αργότερα, ο Χένρι πεθαίνει από κίτρινο πυρετό. Οι άλλοι δύο συνεχίζουν. Και η επιχείρησή τους έχει ήδη πάρει μια τροπή που θα καθορίσει τα επόμενα εκατόν πενήντα χρόνια.
Οι αγρότες της Αλαμπάμα σπάνια έχουν μετρητά. Έχουν όμως βαμβάκι. Οι Λίμαν αρχίζουν να δέχονται μπάλες βαμβακιού ως πληρωμή για τα εμπορεύματά τους, και σύντομα ανακαλύπτουν ότι το πραγματικό κέρδος δεν βρίσκεται στο ράφι, αλλά στη μεταπώληση του βαμβακιού. Από μαγαζάτορες γίνονται μεσάζοντες, και από μεσάζοντες κάτι σαν τραπεζίτες: δίνουν σήμερα, με την υπόσχεση ότι θα πληρωθούν αύριο, όταν έρθει η σοδειά. Αξίζει όμως να ειπωθεί καθαρά τι κρυβόταν πίσω από αυτή τη σοδειά. Το βαμβάκι του αμερικανικού Νότου το μάζευαν σκλάβοι, και η απογραφή του χίλια οκτακόσια εξήντα καταγράφει τον ίδιο τον Μάγιερ Λίμαν ως ιδιοκτήτη επτά ανθρώπων.
Το χίλια οκτακόσια πενήντα οκτώ, τρία χρόνια πριν ξεσπάσει ο Εμφύλιος, οι αδελφοί ανοίγουν γραφείο στη Νέα Υόρκη, στην καρδιά του εμπορίου. Ο πόλεμος χωρίζει τη χώρα στα δύο και ρημάζει τον Νότο. Ο Μάγιερ μένει στην Αλαμπάμα, στο πλευρό της Συνομοσπονδίας. Η επιχείρηση όμως επιβιώνει, και μετά τον πόλεμο οι Λίμαν μεταφέρουν οριστικά το κέντρο βάρους τους στη Νέα Υόρκη. Το χίλια οκτακόσια εβδομήντα βοηθούν να ιδρυθεί το Χρηματιστήριο Βαμβακιού της πόλης. Έχουν καταλάβει πια ότι το πολύτιμο δεν είναι το ίδιο το βαμβάκι. Είναι η εμπιστοσύνη ανάμεσα σε αυτόν που πουλάει και σε αυτόν που αγοράζει, ανάμεσα σε αυτόν που δανείζει και σε αυτόν που υπόσχεται να πληρώσει.
Τις επόμενες δεκαετίες, η Lehman Brothers αφήνει σιγά σιγά το εμπόρευμα και ασχολείται με το ίδιο το χρήμα. Βοηθά νέες εταιρείες να βρουν κεφάλαια και χρηματοδοτεί τη βιομηχανία μιας χώρας που μεγαλώνει ραγδαία. Από το χίλια εννιακόσια είκοσι πέντε την οδηγεί ο Ρόμπερτ Λίμαν, εγγονός του Εμάνουελ, και θα την οδηγεί για σαράντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια, περνώντας την μέσα από το κραχ και τη Μεγάλη Ύφεση. Σε όλο αυτό το διάστημα, η Lehman έχει ένα χαρακτηριστικό που εύκολα το προσπερνάς, αλλά εξηγεί πολλά: ανήκει στους συνεταίρους της. Εκείνοι παίρνουν τις αποφάσεις, και εκείνοι ρισκάρουν τα δικά τους χρήματα. Αν ποντάρουν λάθος, δεν χάνει κάποιος άγνωστος μέτοχος. Χάνουν οι ίδιοι.
Ο Ρόμπερτ Λίμαν πεθαίνει το χίλια εννιακόσια εξήντα εννιά, το τελευταίο μέλος της οικογένειας στο τιμόνι. Ακολουθούν δύσκολα χρόνια, με εσωτερικές κόντρες και απώλειες, και το χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα η εταιρεία πουλιέται στην American Express για τριακόσια εξήντα εκατομμύρια δολάρια. Δέκα χρόνια αργότερα, η Lehman ξαναγίνεται ανεξάρτητη, αυτή τη φορά ως εισηγμένη εταιρεία στο χρηματιστήριο. Επικεφαλής αναλαμβάνει ένας σκληρός και φιλόδοξος τραπεζίτης, ο Ρίτσαρντ Φουλντ, που θα μείνει στη θέση του δεκατέσσερα χρόνια. Φαινομενικά, το όνομα στην πόρτα είναι το ίδιο. Στην ουσία, κάτι σημαντικό έχει αλλάξει: τα χρήματα που ρισκάρονται δεν ανήκουν πια κυρίως σε όσους παίρνουν τις αποφάσεις. Και τα μπόνους μοιράζονται κάθε χρόνο, ενώ οι ζημιές μπορεί να φανούν πολύ αργότερα.
Στις αρχές της δεκαετίας του δύο χιλιάδες, η Αμερική ζει έναν πυρετό ακινήτων. Οι τιμές των σπιτιών ανεβαίνουν χρόνο με τον χρόνο, τα επιτόκια είναι χαμηλά, και τα στεγαστικά δάνεια δίνονται σχεδόν σε όποιον χτυπήσει την πόρτα, ακόμα και σε ανθρώπους χωρίς σταθερό εισόδημα. Η Lehman δεν μένει στο περιθώριο. Έχει ήδη αγοράσει δικές της εταιρείες που δίνουν τέτοια δάνεια. Μαζεύει χιλιάδες στεγαστικά, τα πακετάρει σε τίτλους και τα πουλάει σε επενδυτές σε όλο τον κόσμο, κρατώντας όμως και πολλά για τον εαυτό της. Στην ουσία, είναι το ίδιο παιχνίδι με το βαμβάκι του Μοντγκόμερι: δίνεις σήμερα, με την υπόσχεση ότι κάποιος θα πληρώσει αύριο. Μόνο που τώρα, πολλοί από αυτούς που υπόσχονται δεν θα μπορέσουν να πληρώσουν ποτέ.
Για να βγάλει ακόμα περισσότερα, η Lehman δεν ποντάρει μόνο τα δικά της χρήματα. Δανείζεται. Το δύο χιλιάδες επτά, για κάθε ένα δολάριο δικό της, έχει περίπου τριάντα δανεικά. Αυτό σημαίνει ότι αρκεί μια μικρή πτώση για να χαθούν όλα τα δικά της χρήματα. Όσο οι τιμές ανεβαίνουν, η στρατηγική μοιάζει με ιδιοφυΐα: τα κέρδη πολλαπλασιάζονται, τα μπόνους φουσκώνουν. Όταν όμως οι τιμές των σπιτιών στην Αμερική αρχίζουν να πέφτουν, από το δύο χιλιάδες έξι και μετά, η ίδια αριθμητική δουλεύει ανάποδα. Και δεν συγχωρεί κανέναν.
Η πρώτη μεγάλη ρωγμή φαίνεται τον Μάρτιο του δύο χιλιάδες οκτώ. Η Bear Stearns, μια άλλη μεγάλη τράπεζα επενδύσεων της Ουόλ Στριτ, μένει χωρίς ρευστό μέσα σε λίγες μέρες. Δεν την αφήνουν όμως να πέσει: την αγοράζει η JPMorgan, με τη στήριξη της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας. Η αγορά βγάζει ένα συμπέρασμα: αν τα πράγματα στραβώσουν, το κράτος θα είναι εκεί. Τα βλέμματα στρέφονται τότε στη Lehman, τη μικρότερη από τις μεγάλες τράπεζες επενδύσεων που απέμειναν. Τον Ιούνιο ανακοινώνει ζημιές σχεδόν τριών δισεκατομμυρίων. Ο Φουλντ ψάχνει αγοραστή ή επενδυτή, αλλά δεν δέχεται να πουλήσει φτηνά. Πιστεύει ότι η εταιρεία του αξίζει περισσότερα απ' όσα λέει η αγορά. Κι ο χρόνος τελειώνει.
Την Τρίτη, εννιά Σεπτεμβρίου, γίνεται γνωστό ότι οι συζητήσεις με την Αναπτυξιακή Τράπεζα της Κορέας, την τελευταία σοβαρή ελπίδα, έχουν σταματήσει. Η μετοχή της Lehman πέφτει σαράντα πέντε τοις εκατό σε μία μέρα. Την Τετάρτη, η εταιρεία ανακοινώνει ζημιές σχεδόν τεσσάρων δισεκατομμυρίων για ένα μόνο τρίμηνο. Και τότε αρχίζει αυτό που φοβάται κάθε τράπεζα, από το μαγαζί του Μοντγκόμερι μέχρι το Μανχάταν: οι άλλοι παύουν να την εμπιστεύονται. Πελάτες τραβούν τα χρήματά τους. Τράπεζες ζητούν περισσότερες εγγυήσεις για να συνεχίσουν να συναλλάσσονται μαζί της. Μια εταιρεία που ζει με δανεικά από τη μια μέρα στην άλλη ανακαλύπτει ότι κανείς δεν θέλει πια να της δανείσει.
Την Παρασκευή, δώδεκα Σεπτεμβρίου, ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Χένρι Πόλσον, καλεί το βράδυ τους επικεφαλής των μεγαλύτερων τραπεζών της Ουόλ Στριτ στα γραφεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης. Η θέση του είναι ξεκάθαρη: η Lehman πρέπει να σωθεί από τον ιδιωτικό τομέα, από τους ίδιους τους ανταγωνιστές της. Δημόσιο χρήμα δεν θα υπάρξει, ούτε δεκάρα, όπως θα θυμηθεί αργότερα ένας από τους παρόντες. Ο Πόλσον έχει ήδη δεχτεί σφοδρή κριτική για τη διάσωση της Bear Stearns και, μόλις πέντε μέρες νωρίτερα, για τη διάσωση των δύο κολοσσών των στεγαστικών δανείων, της Fannie Mae και της Freddie Mac. Φοβάται ότι, αν σώσει και τη Lehman, θα στείλει στην αγορά ένα επικίνδυνο μήνυμα: ρισκάρετε όσο θέλετε, τον λογαριασμό θα τον πληρώσουν οι φορολογούμενοι.
Στο τραπέζι υπάρχουν δύο πιθανοί αγοραστές. Ο πρώτος είναι η Bank of America, που όμως χωρίς κρατική στήριξη δεν προχωρά. Αποσύρεται, και μέσα στο ίδιο Σαββατοκύριακο στρέφεται σε μια άλλη τράπεζα που τρέμει ότι θα είναι η επόμενη, τη Merrill Lynch, και συμφωνεί να την αγοράσει. Μένει η βρετανική Barclays. Το βράδυ του Σαββάτου όλα δείχνουν ότι η συμφωνία είναι κοντά: οι τράπεζες της Ουόλ Στριτ δέχονται να αναλάβουν μαζί τα πιο προβληματικά κομμάτια της Lehman, και η Barclays θα πάρει τα υπόλοιπα. Για λίγες ώρες, η καταστροφή μοιάζει να έχει αποφευχθεί.
Την Κυριακή το πρωί, όλα γκρεμίζονται. Οι επικεφαλής της Barclays ενημερώνουν τους Αμερικανούς ότι η βρετανική εποπτική αρχή δεν εγκρίνει τη συμφωνία. Το πρόβλημα είναι μια εγγύηση: μέχρι να ολοκληρωθεί η αγορά, κάποιος πρέπει να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Lehman, και ο βρετανικός νόμος απαιτεί γι' αυτό ψηφοφορία των μετόχων της Barclays, που θα κρατούσε εβδομάδες. Οι Αμερικανοί ζητούν να παρακαμφθεί. Οι Βρετανοί αρνούνται. Ο υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας, ο Άλιστερ Ντάρλινγκ, θα παραδεχτεί χρόνια αργότερα ότι εκείνος έβαλε βέτο. Αν η Lehman ήταν τόσο καλή ευκαιρία, αναρωτήθηκε, γιατί καμία αμερικανική τράπεζα δεν ήθελε να την αγγίξει;
Το ίδιο απόγευμα, στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι κάνουν στους δικηγόρους της Lehman μια ερώτηση που δεν περίμεναν: σκοπεύετε να κηρύξετε πτώχευση απόψε; Ο Χάρβεϊ Μίλερ, ο βετεράνος δικηγόρος πτωχεύσεων της εταιρείας, προσπαθεί να εξηγήσει ότι μια τέτοια κατάρρευση θα ήταν Αρμαγεδδών για τις αγορές. Οι αξιωματούχοι δεν αμφισβητούν ότι θα είναι άσχημα. Επιμένουν όμως ότι χειρότερο θα ήταν να ανοίξουν οι αγορές τη Δευτέρα χωρίς να έχει ληφθεί καμία απόφαση. Και ύστερα, όπως θα διηγηθεί ο ίδιος ο Μίλερ, ουσιαστικά τους πετούν έξω. Βγαίνοντας από το κτίριο, γυρίζει στους συνεργάτες του και λέει ξερά: «Δεν νομίζω ότι μας συμπαθούν».
Όταν επιστρέφουν στα κεντρικά της Lehman, στην Έβδομη Λεωφόρο, βρίσκουν πανδαιμόνιο. Φωτογράφοι, κάμερες, ένας διαδηλωτής με πλακάτ κατά της Ουόλ Στριτ, και εκατοντάδες υπάλληλοι που μπαινοβγαίνουν: οι άνθρωποι με τα χαρτόκουτα. Μέσα, το διοικητικό συμβούλιο ακούει τα νέα σοκαρισμένο. Ένα από τα μέλη του, ένας έμπειρος οικονομολόγος, ρωτάει πώς μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο στην Αμερική. Τις πρώτες ώρες της Δευτέρας, η Lehman Brothers καταθέτει αίτηση πτώχευσης. Με περιουσιακά στοιχεία πάνω από εξακόσια δισεκατομμύρια δολάρια και περίπου είκοσι πέντε χιλιάδες εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο, είναι η μεγαλύτερη πτώχευση στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Μέχρι σήμερα.
Τη Δευτέρα, ο δείκτης Dow Jones χάνει πάνω από πεντακόσιες μονάδες, τη μεγαλύτερη πτώση του από την ενδεκάτη Σεπτεμβρίου. Το πραγματικό σοκ όμως έρχεται την Τρίτη, από ένα σημείο που κανείς δεν κοίταζε. Στην Αμερική, τα αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων θεωρούνται σχεδόν τόσο ασφαλή όσο ένας τραπεζικός λογαριασμός. Ένα από τα μεγαλύτερα κρατά βραχυπρόθεσμους τίτλους της Lehman αξίας επτακοσίων ογδόντα πέντε εκατομμυρίων δολαρίων, που ξαφνικά δεν αξίζουν τίποτα. Για πρώτη φορά μετά από δεκατέσσερα χρόνια, ένα τέτοιο ταμείο δεν μπορεί να επιστρέψει ολόκληρο το δολάριο που του εμπιστεύτηκαν. Ο πανικός απλώνεται. Και την ίδια μέρα, η αμερικανική Κεντρική Τράπεζα, με τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης που μόλις είχε αφήσει τη Lehman να πέσει, δανείζει ογδόντα πέντε δισεκατομμύρια δολάρια στην ασφαλιστική AIG, για να μην καταρρεύσει κι εκείνη.
Το κύμα δεν σταματά στην Αμερική. Στο Χονγκ Κονγκ, δεκάδες χιλιάδες απλοί αποταμιευτές, πολλοί από αυτούς συνταξιούχοι, είχαν αγοράσει από το γκισέ της τράπεζάς τους κάτι που τους παρουσιάστηκε σαν μια ασφαλής εναλλακτική στην κατάθεση, με λίγο καλύτερη απόδοση. Το έλεγαν «μίνι ομόλογα». Οι περισσότεροι δεν ήξεραν καν ότι η αξία τους εξαρτιόταν από μια αμερικανική τράπεζα με το όνομα Lehman. Μέσα σε μια νύχτα, οι οικονομίες μιας ζωής έμοιαζαν χαμένες. Για μήνες, ηλικιωμένοι διαδήλωναν στους δρόμους της πόλης. Τον Ιούλιο του δύο χιλιάδες εννιά, οι τράπεζες δέχτηκαν να αγοράσουν πίσω τα ομόλογα στο εξήντα ή στο εβδομήντα τοις εκατό της αξίας τους, με το μεγαλύτερο ποσοστό για τους πιο ηλικιωμένους. Από ένα μαγαζί στην Αλαμπάμα μέχρι ένα γκισέ στο Χονγκ Κονγκ, η αλυσίδα των υποσχέσεων είχε γίνει παγκόσμια.
Τους επόμενους μήνες, η κρίση εξελίχθηκε στη χειρότερη ύφεση από τη δεκαετία του τριάντα. Μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες χάθηκαν σχεδόν εννιά εκατομμύρια θέσεις εργασίας, και στην Ευρώπη το κύμα βρήκε χώρες ήδη ευάλωτες, ανάμεσά τους και την Ελλάδα. Από τότε, ένα ερώτημα δεν έχει πάψει να συζητιέται: μπορούσε να σωθεί η Lehman; Ο πρόεδρος της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, ο Μπεν Μπερνάνκι, υποστήριξε αργότερα ότι δεν υπήρχε νόμιμος τρόπος, γιατί η Lehman δεν είχε αρκετές εξασφαλίσεις για ένα τόσο μεγάλο δάνειο. Άλλοι οικονομολόγοι όμως, μελετώντας τα έγγραφα εκείνων των ημερών, δεν βρήκαν ίχνος τέτοιας συζήτησης, και πιστεύουν ότι η απόφαση ήταν πρώτα απ' όλα πολιτική.
Κι αν για την ευθύνη της κυβέρνησης ακόμα διαφωνούν, για την ευθύνη μέσα στην ίδια την εταιρεία οι ερωτήσεις ήρθαν πολύ γρηγορότερα. Τρεις εβδομάδες μετά την πτώχευση, ο Ρίτσαρντ Φουλντ κάθισε μπροστά σε μια επιτροπή του Κογκρέσου. Ένας βουλευτής τον ρώτησε αν ήταν δίκαιο να έχει κρατήσει σχεδόν μισό δισεκατομμύριο δολάρια, ενώ η εταιρεία του είχε χρεοκοπήσει και η οικονομία βρισκόταν σε κρίση. Ο Φουλντ απάντησε ότι το ποσό ήταν μικρότερο, γύρω στα τριακόσια εκατομμύρια μέσα σε οκτώ χρόνια. Είναι αλήθεια ότι και οι δικές του μετοχές χάθηκαν μαζί με την εταιρεία. Το ερώτημα όμως δεν αφορούσε μόνο έναν άνθρωπο. Όταν οι αδελφοί Λίμαν έκαναν λάθος, το πλήρωναν από τη δική τους τσέπη. Το λάθος της Lehman του δύο χιλιάδες οκτώ το πλήρωσαν ένας υπάλληλος με ένα χαρτόκουτο στην αγκαλιά, μια συνταξιούχος στο Χονγκ Κονγκ, και εκατομμύρια άνθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους στην ύφεση χωρίς να έχουν ακούσει ποτέ το όνομα Lehman.
Η ιστορία της Lehman όμως δεν τελείωσε εκείνη τη Δευτέρα. Μέσα σε λίγες μέρες, η Barclays αγόρασε τελικά τις αμερικανικές δραστηριότητές της, μαζί με τον ουρανοξύστη της Έβδομης Λεωφόρου, και η ιαπωνική Nomura πήρε μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της στην Ασία και την Ευρώπη. Η εκκαθάριση όλων των υπολοίπων κράτησε χρόνια. Η αμερικανική χρηματιστηριακή εταιρεία της Lehman έκλεισε οριστικά τους λογαριασμούς της το δύο χιλιάδες είκοσι δύο, δεκατέσσερα χρόνια μετά. Και τον Οκτώβριο του δύο χιλιάδες είκοσι πέντε, ένα βρετανικό δικαστήριο έκλεισε τον φάκελο του ευρωπαϊκού σκέλους της με ένα απρόσμενο συμπέρασμα: είχαν βρεθεί αρκετά χρήματα για να πληρωθούν όλοι οι πιστωτές του στο ακέραιο, μαζί με τόκους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Lehman ήταν υγιής. Η αμερικανική μητρική άφησε πίσω της τεράστιες απώλειες, και πολλοί πιστωτές πήραν πίσω μόνο ένα μέρος απ' όσα τους χρωστούσε. Σημαίνει όμως κάτι βαθύτερο για το τι είναι στην πραγματικότητα μια τράπεζα. Δεν είναι ένα θησαυροφυλάκιο γεμάτο χρήματα. Είναι μια υπόσχεση, που μένει όρθια μόνο όσο οι άλλοι την πιστεύουν. Και όταν η πίστη χαθεί, ο πανικός προκαλεί μέσα σε μια νύχτα ζημιά που θέλει χρόνια για να διορθωθεί. Τα ελληνικά το έχουν κρυμμένο μέσα στην ίδια τη λέξη: η πίστωση έρχεται από την πίστη. Η Lehman Brothers γεννήθηκε όταν τρεις μετανάστες στην Αλαμπάμα έδωσαν πίστωση σε αγρότες με άδειες τσέπες, πιστεύοντας στη σοδειά τους. Πέθανε όταν ο κόσμος, μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, έπαψε να πιστεύει σε εκείνη.
Κι έτσι η ιστορία κλείνει εκεί που άνοιξε, με ένα χαρτόκουτο. Μέσα του, μια κούπα, μια φωτογραφία, λίγα χαρτιά. Αυτό που χάθηκε εκείνη τη νύχτα όμως δεν χωρούσε σε κανένα κουτί. Ήταν η εμπιστοσύνη, το αόρατο θεμέλιο πάνω στο οποίο στεκόταν ολόκληρος ο ουρανοξύστης. Και πάνω στο οποίο στέκεται, ακόμα και σήμερα, κάθε τράπεζα του κόσμου.