Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή

Απομαγνητοφώνηση

Είναι είκοσι τρεις Αυγούστου, χίλια εννιακόσια είκοσι δύο. Η Σμύρνη καίγεται. Στους δρόμους, ο κόσμος τρέχει προς την προκυμαία, προς τα πλοία, προς οτιδήποτε μπορεί να τον πάει μακριά. Μέσα σε ένα κτίριο που δεν έχει προλάβει ποτέ να ανοίξει τις πόρτες του σε φοιτητές, ένας άντρας δεν τρέχει για τη ζωή του. Μαζεύει βιβλία.

Είναι ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, και το κτίριο είναι το Πανεπιστήμιο που έχτισε ο ίδιος, λίθο πάνω σε λίθο, τα τελευταία τρία χρόνια. Σε λιγότερο από πενήντα μέρες, στις δέκα Οκτωβρίου, θα άνοιγε επίσημα τις πόρτες του. Τώρα, μαζεύει τη βιβλιοθήκη και τα όργανα των εργαστηρίων, ό,τι μπορεί να σωθεί, και ετοιμάζεται να είναι από τους τελευταίους Έλληνες που θα φύγουν από την πόλη.

Πώς έφτασε ένας μαθηματικός, ένας άνθρωπος των αριθμών και των αποδείξεων, να είναι ο τελευταίος που κρατά όρθιο ένα όνειρο μέσα σε μια πόλη που καίγεται;

Η ιστορία του ξεκινά μακριά από εκεί. Γεννήθηκε στο Βερολίνο, το χίλια οχτακόσια εβδομήντα τρία, αλλά δεν ήταν Γερμανός — ήταν Έλληνας, από μια οικογένεια Φαναριωτών, από εκείνες τις παλιές οικογένειες της Κωνσταντινούπολης που για γενιές υπηρετούσαν ως διπλωμάτες. Ο πατέρας του ήταν πρεσβευτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε Βερολίνο, Στοκχόλμη, Βιέννη. Η μητέρα του πέθανε νωρίς, όταν ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμα παιδί, κι έτσι μεγάλωσε στις Βρυξέλλες, στο σπίτι του πατέρα του, με τη γιαγιά του να τον αναθρέφει.

Δεν ξεκίνησε καν ως μαθηματικός. Σπούδασε μηχανικός, και τα πρώτα χρόνια της καριέρας του τα πέρασε σε ένα εργοτάξιο στην έρημο της Αιγύπτου, βοηθός μηχανικός στην κατασκευή ενός τεράστιου φράγματος στον Νείλο. Ήταν είκοσι επτά χρονών, με μια σταθερή, βαρετή δουλειά μπροστά του, όταν αποφάσισε να την παρατήσει τελείως και να ξεκινήσει από το μηδέν. Πήγε στο Βερολίνο, μετά στο Γκέτινγκεν, να σπουδάσει καθαρά μαθηματικά — τη στιγμή που οι περισσότεροι συνομήλικοί του είχαν ήδη χτίσει καριέρα. Εκεί βρήκε δάσκαλο τον Χέρμαν Μινκόφσκι, έναν από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς της εποχής.

Ο Μινκόφσκι είχε ήδη μια ιστορία που θα αποδεικνυόταν προφητική. Λίγα χρόνια πριν, στη Ζυρίχη, είχε έναν άλλο φοιτητή που έλειπε συνέχεια απ' το μάθημά του και δεν τον εντυπωσίαζε καθόλου. Τον αποκαλούσε «τεμπέλη σκύλο», με «όχι και τόσο στέρεη» μόρφωση. Ο φοιτητής αυτός λεγόταν Άλμπερτ Αϊνστάιν. Δέκα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Μινκόφσκι θα έμενε άφωνος όταν ο πρώην «τεμπέλης» δημοσίευσε τη Θεωρία της Σχετικότητας — τόσο, που ο ίδιος ο Μινκόφσκι θα αφιέρωνε τα τελευταία του χρόνια στο να της δώσει τη γεωμετρική της μορφή. Ο δάσκαλος που δίδαξε τον Καραθεοδωρή, δηλαδή, ήταν ο ίδιος άνθρωπος που κάποτε είχε υποτιμήσει τον Αϊνστάιν. Λίγα χρόνια αργότερα, εκείνος ο ίδιος «τεμπέλης» φοιτητής θα χτυπούσε ο ίδιος την πόρτα του Καραθεοδωρή, ζητώντας βοήθεια.

Η απόφαση αποδείχτηκε σωστή. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο Καραθεοδωρή δεν ήταν πια ο καθυστερημένος φοιτητής — ήταν ένα από τα πιο λαμπρά μυαλά της Ευρώπης. Δούλεψε πάνω σε προβλήματα που ακούγονται αφηρημένα, αλλά άλλαξαν πραγματικά τον τρόπο που η επιστήμη καταλαβαίνει τον κόσμο: πώς μετριέται το σχήμα και ο όγκος πραγμάτων τόσο περίπλοκων που τίποτα πριν δεν μπορούσε να τα μετρήσει· πώς βρίσκει κανείς τον καλύτερο δρόμο, τη βέλτιστη λύση, ανάμεσα σε άπειρες πιθανές επιλογές. Και το χίλια εννιακόσια εννιά, την ίδια χρονιά που παντρεύτηκε, έκανε κάτι που κανείς πριν δεν είχε τολμήσει: έβαλε τη θερμοδυναμική — τους νόμους που λένε γιατί η θερμότητα πάει πάντα από το ζεστό στο κρύο και ποτέ αντίστροφα — πάνω σε αυστηρά μαθηματικά θεμέλια, με αξιώματα, σαν να ήταν γεωμετρία.

Κι εδώ μπαίνει ένα όνομα που όλος ο κόσμος αναγνωρίζει: τον χίλια εννιακόσια δεκαέξι, ο ίδιος ο Άλμπερτ Αϊνστάιν τον αναζήτησε. Δούλευε πάνω στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, και τα μαθηματικά που χρειαζόταν ήταν τόσο περίπλοκα που χρειαζόταν βοήθεια. Ζήτησε τη γνώμη του Καραθεοδωρή. Ένας Έλληνας, γιος διπλωμάτη, πρώην μηχανικός φράγματος στην Αίγυπτο, να συζητά ως ίσος προς ίσο με τον άνθρωπο που θα άλλαζε για πάντα το πώς καταλαβαίνουμε το σύμπαν.

Στο σπίτι, η ζωή του Καραθεοδωρή ακολουθούσε έναν παλιό, παράξενο για τα σημερινά μάτια, οικογενειακό κανόνα: παντρεύτηκε την Ευφροσύνη, τη θεία του — έντεκα χρόνια μικρότερή του — συνεχίζοντας μια παράδοση που κρατούσαν αυστηρά οι παλιές Φαναριώτικες οικογένειες, να παντρεύονται μέσα στο ίδιο στενό κύκλο συγγενών. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Στέφανο και τη Δέσποινα — τα ονόματα του πατέρα και της μητέρας του που είχε χάσει τόσο νωρίς.

Αλλά ο Καραθεοδωρή δεν ονειρευόταν μόνο μαθηματικά θεωρήματα. Ονειρευόταν κάτι πιο μεγάλο: ένα δεύτερο μεγάλο ελληνικό πανεπιστήμιο, όχι στην Αθήνα, αλλά στη Σμύρνη — την καρδιά του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Από το χίλια εννιακόσια δεκαεννιά δούλευε πάνω σε αυτό, υπόμνημα μετά από υπόμνημα, ψάχνοντας κτίρια, εξοπλισμό, καθηγητές. Ήταν, ίσως, το πιο φιλόδοξο έργο της ζωής του — να χτίσει, όχι απλώς να λύσει.

Και μετά, τα πάντα κατέρρευσαν σε λίγες μέρες. Το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια είκοσι δύο, το μικρασιατικό μέτωπο έσπασε. Ο ελληνικός στρατός υποχωρούσε, κι η Σμύρνη, μια από τις πλουσιότερες και πιο κοσμοπολίτικες πόλεις της Μεσογείου, ετοιμαζόταν να ζήσει μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του εικοστού αιώνα.

Στις είκοσι τρεις Αυγούστου, ο Καραθεοδωρή μάζεψε το προσωπικό του πανεπιστημίου που δεν πρόλαβε ποτέ να ανοίξει. Τους έδωσε λίγα χρήματα από την τσέπη του και συστατικές επιστολές, για να μπορέσουν να βρουν δουλειά όπου κι αν κατέληγαν. Και μετά, αντί να τρέξει πρώτος για τα πλοία, γύρισε πίσω. Μάζεψε τη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου και τα όργανα των εργαστηρίων, ό,τι μπορούσε να σηκώσει και να σώσει, και τα φόρτωσε για την Αθήνα. Έγινε ένας από τους τελευταίους Έλληνες που έφυγαν από την πόλη πριν αυτή γίνει στάχτη.

Δεν έσωσε ένα κτίριο. Έσωσε μια ιδέα.

Στην Αθήνα, έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μετά στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Αλλά σύντομα επέστρεψε στο Μόναχο, όπου δίδασκε ήδη από πριν, και έμεινε εκεί καθηγητής για τα επόμενα είκοσι χρόνια.

Κι εκεί, το χίλια εννιακόσια τριάντα τρία, βρέθηκε μπροστά σε μια νέα δοκιμασία, πολύ πιο σκοτεινή από οποιοδήποτε μαθηματικό πρόβλημα. Ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία. Στους πανεπιστημιακούς της Γερμανίας ζητήθηκε να υπογράψουν όρκο πίστης στον νέο Φύρερ. Ο Καραθεοδωρή, Έλληνας πολίτης, θα μπορούσε εύκολα να δικαιολογηθεί, να υπογράψει, να συνεχίσει ήσυχα τη δουλειά του. Αρνήθηκε. Δεν έκανε θόρυβο γι' αυτό — δεν ήταν άνθρωπος δημόσιων διαμαρτυριών — αλλά χρησιμοποίησε τη διεθνή του φήμη και τα ταξίδια του στο εξωτερικό για να βοηθήσει συναδέλφους του που κινδύνευαν να βρουν θέσεις μακριά από τη Γερμανία. Έναν πρώην μαθητή του, τον Σάλομον Μπόχνερ, τον βοήθησε να καταλήξει ασφαλής στο Πρίνστον.

Ένας άνθρωπος που πέρασε όλη του τη ζωή αποδεικνύοντας θεωρήματα, βρήκε τον τρόπο να μη μείνει απλός θεατής όταν ήρθε η ώρα να παραμείνει ή όχι άνθρωπος.

Έμεινε στο Μόναχο σε όλη τη διάρκεια του πολέμου — μια επιλογή που θα μπορούσε εύκολα να μην είχε κάνει, αφού η διεθνής του φήμη θα του άνοιγε πόρτες οπουδήποτε αλλού. Συνέχισε να δουλεύει, ακόμα και μέσα στους βομβαρδισμούς. Έγραφε τότε τον δεύτερο τόμο ενός από τα σημαντικότερα έργα του, πάνω στις πραγματικές συναρτήσεις. Το χειρόγραφο βρισκόταν στα γραφεία του εκδότη του στη Λειψία όταν η πόλη βομβαρδίστηκε, το χίλια εννιακόσια σαράντα τρία. Χάθηκε ολοσχερώς, στάχτη μέσα σε μια νύχτα — χρόνια δουλειάς, όπως τόσα άλλα εκείνο τον καιρό, εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος.

Δεν σταμάτησε. Τον Δεκέμβριο του χίλια εννιακόσια σαράντα εννιά, έδωσε την τελευταία του διάλεξη στο μαθηματικό σεμινάριο του Μονάχου — το θέμα της; Μήκη και επιφάνειες. Ένας άνθρωπος που πέρασε μια ολόκληρη ζωή μετρώντας το αμέτρητο, μιλούσε ακόμα, μέχρι το τέλος, για το πώς μετριούνται τα πράγματα. Λίγο μετά αρρώστησε βαριά.

Πέθανε στο Μόναχο, στις δύο Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια πενήντα, στα εβδομήντα έξι του χρόνια. Οι περισσότεροι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομά του. Κι όμως, σήμερα, σε κάθε πανεπιστήμιο του κόσμου που διδάσκεται ανώτερη ανάλυση, φοιτητές μαθαίνουν ακόμα το «θεώρημα του Καραθεοδωρή» και το «κριτήριο του Καραθεοδωρή» — εργαλεία που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα, χωρίς πολλοί από αυτούς να ξέρουν ότι πίσω από το όνομα κρύβεται ένας Έλληνας που έσωσε βιβλία μέσα σε μια καιόμενη πόλη.

Και το πανεπιστήμιο που δεν πρόλαβε ποτέ να ανοίξει; Εκατό χρόνια αργότερα, το δύο χιλιάδες είκοσι δύο, κάποιοι θυμήθηκαν το όνειρό του. Ιδρύθηκε στην Αθήνα ένα νέο Ιωνικό Πανεπιστήμιο Σμύρνης — αναβίωση, ακριβώς έναν αιώνα μετά, της ιδέας που ο Καραθεοδωρή δεν πρόλαβε ποτέ να δει να λειτουργεί.

Μερικά όνειρα δεν χάνονται όταν καίγονται. Απλώς περιμένουν την επόμενη γενιά να ανάψει ξανά το φως.