Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Ρώμη: Η Αιώνια Πόλη

Απομαγνητοφώνηση

Είναι ένα συνηθισμένο πρωινό στη Ρώμη. Εργάτες σκάβουν για τη νέα γραμμή του μετρό, κάτω από έναν δρόμο γεμάτο κίνηση. Και ξαφνικά, το μηχάνημα σταματά. Περίπου δέκα μέτρα κάτω από την άσφαλτο εμφανίστηκε κάτι: δωμάτια με τοιχογραφίες, δάπεδα με ψηφιδωτά ένας ολόκληρος ρωμαϊκός στρατώνας, θαμμένος εκεί εδώ και χίλια εννιακόσια χρόνια. Τα έργα παγώνουν. Οι αρχαιολόγοι κατεβαίνουν.

Στη Ρώμη αυτό δεν είναι είδηση είναι ρουτίνα. Κάθε φορά που η πόλη επιχειρεί να μεγαλώσει το μετρό της, σκοντάφτει πάνω στον εαυτό της. Γιατί; Επειδή η Ρώμη δεν είναι μία πόλη. Είναι πολλές πόλεις, χτισμένες η μία πάνω στην άλλη, σαν στρώματα. Και στα επόμενα λεπτά θα τα ξεφλουδίσουμε ένα-ένα έτσι ώστε, όταν περπατάς εκεί, κάθε πέτρα γύρω σου να σου μιλάει.

Πρώτο στρώμα: ένας λόφος πάνω από τον ποταμό Τίβερη, και μια σπηλιά. Μέσα, μια λύκαινα θηλάζει δύο δίδυμα βρέφη τον Ρωμύλο και τον Ρέμο, γιους του θεού του πολέμου. Είχαν ριχτεί στον ποταμό για να πνιγούν, αλλά επιβίωσαν· τα μεγάλωσε η λύκαινα κι ένας βοσκός. Ενήλικα πια, αποφάσισαν να χτίσουν πόλη τσακώθηκαν για το πού, και ο Ρωμύλος σκότωσε τον αδελφό του. Έτσι, λέει ο μύθος, γεννήθηκε η Ρώμη: με μια αδελφοκτονία. Παραδοσιακή ημερομηνία; Εικοστή πρώτη Απριλίου, εφτακόσια πενήντα τρία πριν από τον Χριστό.

Μύθος, φυσικά. Αλλά οι Ρωμαίοι τον πίστευαν κυριολεκτικά γιόρταζαν κάθε χρόνο τα «γενέθλια της πόλης», και η πόλη τα γιορτάζει ακόμα: κάθε εικοστή πρώτη Απριλίου, ντυμένοι λεγεωνάριοι παρελαύνουν μπροστά από το Κολοσσαίο. Και η λύκαινα; Το άγαλμά της, η διάσημη Καπιτωλίνη Λύκαινα, παραμένει μέχρι σήμερα το σύμβολο της πόλης. Θα τη δεις παντού.

Η Ρώμη χτίστηκε πάνω σε επτά λόφους: Παλατίνος, Καπιτωλίνος, Αβεντίνος, Καίλιος, Εσκουιλίνος, Βιμινάλιος, Κουιρινάλιος. Ο πιο σημαντικός είναι ο πρώτος. Εκεί, λέει η παράδοση, ο Ρωμύλος έστησε την πρώτη καλύβα· αιώνες αργότερα, πάνω στον ίδιο λόφο χτίστηκαν τα ανάκτορα των αυτοκρατόρων τόσο χαρακτηριστικά, που η λέξη «παλάτι» σε όλες τις γλώσσες κατάγεται από το όνομά του: Palatium. Σήμερα περπατάς ανάμεσα στα ερείπιά τους, στο ακριβώς ίδιο σημείο του μύθου.

Δεύτερο στρώμα: οι βασιλιάδες επτά, λέει η παράδοση, κι οι τελευταίοι δεν ήταν καν Ρωμαίοι: ήταν Ετρούσκοι, ένας μυστηριώδης λαός του βορρά, που δίδαξε στους Ρωμαίους την καμάρα και τους έφτιαξε το πρώτο τους αποχετευτικό δίκτυο, την Κλοάκα Μάξιμα τμήματά της λειτουργούν ακόμα. Ο τελευταίος βασιλιάς, ο Ταρκύνιος ο Υπερήφανος, ήταν τόσο τυραννικός, που το πεντακόσια εννέα πριν από τον Χριστό οι Ρωμαίοι τον έδιωξαν και ορκίστηκαν κάτι ιερό: ποτέ ξανά βασιλιάς. Κράτα αυτόν τον όρκο θα σκοτώσει έναν άνθρωπο, πεντακόσια χρόνια αργότερα.

Έτσι γεννιέται η Δημοκρατία και το σύμβολό της: SPQR, «η Σύγκλητος και ο λαός της Ρώμης». Τέσσερα γράμματα που θα τα δεις ακόμα χαραγμένα στα φρεάτια και τα σιντριβάνια της πόλης το ίδιο λογότυπο εδώ και δυόμισι χιλιετίες. Οι θεσμοί φτιάχτηκαν για να μην ξαναβγεί ποτέ κανείς παντοδύναμος: δύο ύπατοι αντί για βασιλιά, εκλεγμένοι για έναν μόνο χρόνο, ο καθένας να ακυρώνει τον άλλον· και η Σύγκλητος, το συμβούλιο των γερόντων, ως μνήμη και φρένο του κράτους. Ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών ή τουλάχιστον, έτσι σχεδιάστηκε.

Αυτό το πόλισμα των λόφων θα γινόταν, μέσα σε λίγους αιώνες, κυρίαρχο ολόκληρης της Μεσογείου. Αλλά πρώτα έπρεπε να επιβιώσει από τον μεγαλύτερο εφιάλτη του. Η Καρχηδόνα, η ναυτική υπερδύναμη της εποχής, συγκρούστηκε με τη Ρώμη σε τρεις πολέμους από το διακόσια εξήντα τέσσερα ως το εκατόν σαράντα έξι πριν από τον Χριστό. Στον δεύτερο, ο στρατηγός της, ο Αννίβας, έκανε το αδύνατο: πέρασε τις Άλπεις με στρατό και ελέφαντες και κατέβηκε στην Ιταλία. Στη μάχη των Καννών εξολόθρευσε έναν ολόκληρο ρωμαϊκό στρατό ίσως πενήντα χιλιάδες νεκροί σε μία μόνο μέρα. Για δεκαπέντε χρόνια γύριζε ανενόχλητος την Ιταλία· οι Ρωμαίες μητέρες φοβέριζαν τα παιδιά τους: «ο Αννίβας είναι στις πόρτες». Κι όμως η Ρώμη αρνήθηκε να παραδοθεί έχανε στρατούς, και έφτιαχνε καινούργιους. Στο τέλος νίκησε· η Καρχηδόνα ισοπεδώθηκε ολοσχερώς, και η Ρώμη έγινε αφέντρα της Μεσογείου.

Η νίκη όμως είχε το τίμημά της: ο πλούτος συσσωρεύτηκε σε λίγους, οι μικροί αγρότες εξαφανίστηκαν, και οι στρατοί έγιναν πιο πιστοί στους στρατηγούς τους παρά στο κράτος. Η Δημοκρατία έσκαγε από μέσα. Και τότε εμφανίζεται ο Ιούλιος Καίσαρας κατακτητής της Γαλατίας, λατρεμένος από τους στρατιώτες του. Το σαράντα εννέα πριν από τον Χριστό, διασχίζει με τον στρατό του τον ποταμό Ρουβίκωνα, παραβιάζοντας τον νόμο. Ξέρει πως δεν γυρνάει πίσω: «ο κύβος ερρίφθη» μια φράση που, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, είπε στα ελληνικά, δανεισμένη από τον Μένανδρο. Ακολουθεί εμφύλιος, νίκη, και ο Καίσαρας γίνεται δικτάτορας ισόβιος.

Και εδώ επιστρέφει το παλιό τραύμα: πολλοί ψιθυρίζουν πως θέλει να γίνει βασιλιάς τη λέξη που οι Ρωμαίοι μισούσαν πιο πολύ απ' όλες. Μάρτης του σαράντα τέσσερα πριν από τον Χριστό. Ένας μάντης τον έχει προειδοποιήσει: φύλαξου τις Ειδούς του Μαρτίου τη δέκατη πέμπτη του μήνα. Εκείνο το πρωινό, η γυναίκα του, η Καλπουρνία, ξυπνά από εφιάλτες και τον ικετεύει να μη βγει. Διστάζει αλλά ένας συνωμότης τον κοροϊδεύει: θα αλλάξεις τα σχέδια της Ρώμης για ένα όνειρο; Πηγαίνει. Στον δρόμο συναντά τον μάντη και του λέει χαμογελώντας: «οι Ειδοί ήρθαν». Κι εκείνος απαντά: «ναι αλλά δεν έχουν περάσει».

Λίγα λεπτά αργότερα, μέσα στο συγκρότημα του θεάτρου του Πομπήιου, οι γερουσιαστές τον περικυκλώνουν με σηκωμένα στιλέτα. Είκοσι τρεις μαχαιριές. Η παράδοση λέει πως, όταν είδε ανάμεσά τους τον Βρούτο τον άνθρωπο που αγαπούσε σαν παιδί του —, σταμάτησε να αντιστέκεται. «Και συ, τέκνον;» κι αυτό, σύμφωνα με τον Σουητώνιο, ελληνικά. Κατέρρευσε στα πόδια του αγάλματος του Πομπήιου: του άνδρα που κάποτε είχε νικήσει.

Τον σκότωσαν για να σώσουν τη Δημοκρατία. Και αυτό που πήραν ήταν Αυτοκρατορία: μέσα σε λίγα χρόνια, νέος εμφύλιος έφερε στην κορυφή τον θετό γιο του Καίσαρα. Και το σημείο της δολοφονίας; Δεν είναι στη Ρωμαϊκή Αγορά, όπως νομίζουν οι περισσότεροι είναι στην πλατεία Λάργο ντι Τόρρε Αρτζεντίνα, όπου ανάμεσα στα ερείπια, πάνω ακριβώς από τον τόπο του φόνου, ζει σήμερα μια αποικία γατιών. Ο τόπος όπου πέθανε η Δημοκρατία είναι, πια, καταφύγιο γατών.

Ο θετός γιος του Καίσαρα, ο Οκταβιανός, ήταν μόλις δεκαεννέα χρονών όταν κληρονόμησε το όνομα και τη φιλοδοξία του. Σταδιακά ξεγέλασε ή συνέτριψε κάθε αντίπαλο, και το είκοσι επτά πριν από τον Χριστό η Σύγκλητος του απένειμε τον τίτλο «Αύγουστος». Ο πρώτος αυτοκράτορας. Και να η ειρωνεία: το τραύμα του βασιλιά λύθηκε απλώς μην αποκαλώντας τον βασιλιά οι θεσμοί έμειναν, αλλά η εξουσία ανήκε πια σε έναν.

Με τον Αύγουστο αρχίζει η Pax Romana: διακόσια περίπου χρόνια σχετικής ειρήνης, όσο δεν είχε δει ποτέ η Μεσόγειος. Η Ρώμη φτάνει το ένα εκατομμύριο κατοίκους μέγεθος που καμία ευρωπαϊκή πόλη δεν θα ξαναφτάσει πριν από το Λονδίνο της βιομηχανικής εποχής. Ο Αύγουστος καυχήθηκε: «παρέλαβα μια πόλη από τούβλα, και την παραδίδω από μάρμαρο».

Αυτά τα μάρμαρα θα τα δεις με τα μάτια σου. Πρώτα, η Ρωμαϊκή Αγορά το Forum Romanum. Αυτή η κοιλάδα ανάμεσα στους λόφους ήταν η καρδιά του κόσμου: ναοί, δικαστήρια, εκλογές, θρίαμβοι, κηδείες. Περπατώντας σήμερα ανάμεσα στις κολόνες της, ακολουθείς την Βία Σάκρα την Ιερά Οδό, τον κεντρικό δρόμο της πόλης, από τον οποίο παρήλαυναν οι αυτοκράτορες.

Δίπλα, το Κολοσσαίο. Άρχισε να χτίζεται γύρω στο εβδομήντα μετά Χριστόν, από τον αυτοκράτορα Βεσπασιανό, και εγκαινιάστηκε το ογδόντα από τον γιο του, τον Τίτο. Πενήντα χιλιάδες θέσεις. Εδώ μονομάχοι μάχονταν μέχρι θανάτου και άγρια θηρία κυνηγούνταν στην άμμο και το κοινό μπαίνει δωρεάν. Γιατί; Γιατί οι αυτοκράτορες ήξεραν τον κανόνα που διατύπωσε ο ποιητής Ιουβενάλης: ο λαός θέλει μόνο δύο πράγματα «ψωμί και θεάματα». Οι μονομαχίες δεν ήταν απλώς διασκέδαση. Ήταν πολιτική.

Και λίγο πιο πέρα, ίσως το πιο εκπληκτικό από όλα: το Πάνθεον. Ο ναός «όλων των θεών», ξαναχτισμένος από τον αυτοκράτορα Αδριανό γύρω στο εκατόν είκοσι έξι μετά Χριστόν. Ο θόλος του, σαράντα τρία μέτρα σε διάμετρο, παραμένει ο μεγαλύτερος θόλος από μπετόν χωρίς οπλισμό που χτίστηκε ποτέ. Στην κορυφή του ανοίγει ένα στρογγυλό μάτι, εννέα μέτρων: η μόνη πηγή φωτός. Κι όταν βρέχει; Βρέχει μέσα στον ναό και το δάπεδο, κρυφά κεκλιμένο, στραγγίζει τα νερά. Επιβίωσε άθικτο γιατί έγινε εκκλησία. Και μέσα του είναι θαμμένος ο Ραφαήλ. Ναι, ο ζωγράφος.

Η γκαλερί των αυτοκρατόρων έχει τα πάντα: χτίστες, σοφούς και θρύλους τρέλας, όπως ο Καλιγούλας, που έλεγαν πως ήθελε να κάνει ύπατο το άλογό του. Και ο Νέρων: το εξήντα τέσσερα μετά Χριστόν, μια τεράστια πυρκαγιά κατέκαψε μεγάλο μέρος της πόλης. Για την καταστροφή κατηγόρησε μια νέα, άγνωστη σέκτα: τους Χριστιανούς. Θυμήσου τους.

Για διακόσια πενήντα χρόνια, οι χριστιανοί κυνηγιούνται και πεθαίνουν στις αρένες. Και μετά, ο τροχός γυρίζει: το τριακόσια δεκατρία μετά Χριστόν, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος νομιμοποιεί τη θρησκεία τους με ένα διάταγμα. Μέσα σε έναν αιώνα, η σέκτα των διωκόμενων έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Η Ρώμη αποκτά τη δεύτερη ταυτότητά της: πρωτεύουσα της Εκκλησίας.

Και μετά, το σκοτάδι. Το τετρακόσια εβδομήντα έξι μετά Χριστόν η συμβατική ημερομηνία της πτώσης: ένας γερμανός στρατηγός εκθρονίζει τον τελευταίο αυτοκράτορα της Δύσης. Και το όνομά του, από μια περίεργη συμμετρία της ιστορίας; Ρωμύλος. Η πόλη που ξεκίνησε με έναν Ρωμύλο, έπεσε με έναν Ρωμύλο.

Αυτό που ακολούθησε είναι δύσκολο να το φανταστείς. Η πόλη του ενός εκατομμυρίου συρρικνώθηκε σε μερικές δεκάδες χιλιάδες κατοίκους. Τα υδραγωγία κόπηκαν, τα λουτρά άδειασαν, και η Ρωμαϊκή Αγορά η καρδιά του κόσμου μετατράπηκε σε λιβάδι. Την έλεγαν Κάμπο Βατσίνο: «βοσκοτόπι των αγελάδων». Αγελάδες έβοσκαν εκεί όπου οι ύπατοι εκφωνούσαν λόγους. Πώς γίνεται το κέντρο του κόσμου να γίνεται χωράφι;

Κι όμως, η Ρώμη δεν πέθανε γιατί κάτι την κράτησε ζωντανή: η Εκκλησία. Πάνω στον τάφο που η παράδοση ονομάζει του Αποστόλου Πέτρου υψώθηκε η βασιλική του Βατικανού. Και ο επίσκοπος της Ρώμης, ο Πάπας, έγινε σιγά-σιγά κάτι παραπάνω από πνευματικός ηγέτης: μονάρχης, με δικά του εδάφη τα Παπικά Κράτη. Για πάνω από χίλια χρόνια, τη Ρώμη την κυβερνούν ιερείς.

Και μετά ήρθε η μεγάλη επιστροφή. Από τον δέκατο πέμπτο ως τον δέκατο έβδομο αιώνα, οι Πάπες παίρνουν μια απόφαση: η Ρώμη θα ξαναγίνει η πιο λαμπρή πόλη του κόσμου ένα σκηνικό πίστης και δύναμης. Και καλούν εδώ τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της γης.

Το χίλια πεντακόσια οκτώ, ο Πάπας Ιούλιος ο Δεύτερος διατάζει έναν νεαρό Φλωρεντινό να ζωγραφίσει την οροφή της Καπέλα Σιστίνα. Ο νεαρός διαμαρτύρεται: «είμαι γλύπτης, όχι ζωγράφος». Υποψιάζεται μάλιστα πως εχθροί του το σκάρωσαν, για να τον δουν να αποτυγχάνει. Τον λένε Μιχαήλ Άγγελο. Τέσσερα χρόνια πάνω σε σκαλωσιές, όρθιος, με το κεφάλι γυρμένο πίσω και τα χρώματα να στάζουν στο πρόσωπό του σε ένα ποίημα που έγραψε τότε, περιγράφει τη ζωή του σαν μαρτύριο. Το αποτέλεσμα; Η Δημιουργία του Αδάμ: ο Θεός και ο άνθρωπος, με τα δάχτυλα σχεδόν να αγγίζονται. Ίσως η πιο διάσημη εικόνα που ζωγράφισε ποτέ άνθρωπος.

Στα γεράματά του, ο ίδιος αναλαμβάνει τον θόλο της νέας βασιλικής του Αγίου Πέτρου χωρίς αμοιβή, «για τη σωτηρία της ψυχής του», όπως έλεγε. Πέθανε ογδόντα οκτώ χρονών, πριν προλάβει να τον δει ολοκληρωμένο. Σήμερα, εκείνος ο θόλος παραμένει ο ψηλότερος στον κόσμο και μέσα στη βασιλική φυλάσσεται η πρώτη του θαυμαστή δουλειά: η Πιετά, που τη σκάλισε στα είκοσι τέσσερα.

Ο δέκατος έβδομος αιώνας ανήκει σε έναν άλλον: τον Τζαν Λορέντσο Μπερνίνι, που μεταμόρφωσε τη Ρώμη σε θέατρο. Την πλατεία του Αγίου Πέτρου την αγκαλιάζουν δύο κολοσσιαίες κιονοστοιχίες «οι μητρικές αγκάλες της Εκκλησίας», όπως τις περιέγραψε ο ίδιος. Δικά του και τα σιντριβάνια της πόλης: οι Τέσσερις Ποταμοί στην Πιάτσα Ναβόνα, ο Τρίτωνας. Το Μπαρόκ δεν σου μιλάει απαλά: σε πιάνει από τον γιακά. Και να γιατί η Ρώμη είναι γεμάτη αριστουργήματα σε κάθε γωνιά για δύο αιώνες, οι κορυφαίοι καλλιτέχνες του κόσμου ανταγωνίζονταν εδώ για μια παπική παραγγελία. Κάθε εκκλησία κρύβει έναν Καραβάτζιο. Κάθε παλάτσο, έναν Ραφαήλ.

Φτάνουμε στο χίλια οκτακόσια εβδομήντα. Η Ιταλία ενώνεται σε ένα κράτος αλλά της λείπει η πρωτεύουσά της. Στις είκοσι Σεπτεμβρίου, ιταλικά στρατεύματα ανοίγουν ρήγμα στα τείχη, στην Πόρτα Πία, και μπαίνουν στη Ρώμη. Λίγους μήνες αργότερα, η πόλη γίνεται η πρωτεύουσα της Ιταλίας. Και ο Πάπας; Εξαγριωμένος, κλείνεται στο Βατικανό και αυτοαποκαλείται «αιχμάλωτος». Για σχεδόν εξήντα χρόνια, κανείς Πάπας δεν βγαίνει πέρα από τα τείχη του.

Η λύση ήρθε το χίλια εννιακόσια είκοσι εννέα, με τη Συνθήκη του Λατερανού: γεννιέται η Πόλη του Βατικανού σαράντα τέσσερα εκτάρια, το μικρότερο ανεξάρτητο κράτος του πλανήτη, μέσα στην πρωτεύουσα ενός άλλου κράτους. Εσύ θα περπατήσεις από τη μια χώρα στην άλλη χωρίς καν να το καταλάβεις: η πλατεία του Αγίου Πέτρου είναι, κυριολεκτικά, ξένο έδαφος.

Ο άνθρωπος που υπέγραψε εκείνη τη συνθήκη ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι στην εξουσία από το χίλια εννιακόσια είκοσι δύο. Ονειρευόταν μια «τρίτη Ρώμη», μετά εκείνη των αυτοκρατόρων και εκείνη των Παπών. Για τις παρελάσεις του έσκισε την πόλη στη μέση με φαρδιές λεωφόρους η Βία ντέι Φόρι Ιμπεριάλι περνά ακριβώς πάνω από τα αυτοκρατορικά φόρα, θάβοντας μέρος τους κάτω από την άσφαλτο. Και στα νότια χτίζει τη συνοικία EUR, με το περίφημο «Τετράγωνο Κολοσσαίο». Στέκονται εκεί ακόμα.

Ο πόλεμος άφησε τα σημάδια του: βομβαρδισμοί, γερμανική κατοχή, απελευθέρωση τον Ιούνιο του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα. Δύο χρόνια μετά, δημοψήφισμα διώχνει τη μοναρχία η Ιταλία γίνεται δημοκρατία. Και τότε αρχίζει η πιο λαμπερή σεζόν της πόλης: η Dolce Vita.

Βία Βένετο, παπαράτσι η ίδια η λέξη γεννήθηκε εδώ, από μια ταινία του Φελίνι —, η Ανίτα Έκμπεργκ να βουτά μέσα στη Φοντάνα ντι Τρέβι. Τα στούντιο της Τσινετσιτά γίνονται το «Χόλιγουντ πάνω στον Τίβερη». Και το χίλια εννιακόσια εξήντα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Ρώμης δείχνουν στον κόσμο ένα πρόσωπο ξαναγεννημένο.

Μετά ήρθαν τα σκοτεινά χρόνια τα Anni di Piombo, τα «Μολύβδινα Χρόνια»: τρομοκρατία της αριστεράς και της δεξιάς. Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα οκτώ, οι Κόκκινες Ταξιαρχίες απάγουν μέρα-μεσημέρι τον πρώην πρωθυπουργό Άλντο Μόρο. Πενήντα τέσσερις ημέρες αργότερα, το πτώμα του βρέθηκε στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, στην καρδιά της πόλης. Η Ρώμη τα έχει δει όλα ακόμα κι αυτό.

Και σήμερα; Κοντά στα τρία εκατομμύρια κάτοικοι, πρωτεύουσα της Ιταλίας και ταυτόχρονα έδρα ενός δεύτερου κράτους. Δύο αρχηγοί κράτους ζουν σε αυτή την πόλη: ο πρόεδρος της Ιταλίας κατοικεί στο παλάτι του Κουιριναλίου, πάνω σε έναν από τους επτά λόφους, σε κτίριο που κάποτε ήταν παπικό ανάκτορο. Η πόλη ζει από τον τουρισμό, τη διοίκηση, τον κινηματογράφο αλλά πάνω απ' όλα ζει από κάτι μοναδικό: από το παρελθόν της, που δεν έφυγε ποτέ.

Για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, την αποκαλούν την Αιώνια Πόλη. Και υπάρχει μια παράδοση που εξηγεί γιατί: στη Φοντάνα ντι Τρέβι, γύρνα την πλάτη σου στο νερό και ρίξε ένα νόμισμα πάνω από τον ώμο σου. Ο θρύλος λέει πως έτσι εγγυάσαι πως θα ξανάρθεις στη Ρώμη. Κάθε χρόνο μαζεύονται πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ σε νομίσματα και πηγαίνουν σε φιλανθρωπία. Αλλά ίσως ο θρύλος λέει κάτι βαθύτερο: η πόλη που υπήρξε βασίλειο, δημοκρατία, αυτοκρατορία, εκκλησία και πρωτεύουσα ξέρει τον τρόπο να σε κάνει να γυρίσεις.

Το κάνει, άλλωστε, εδώ και είκοσι επτά αιώνες.

Και κάπου εκεί, πάνω από τον Τίβερη, η λύκαινα θηλάζει ακόμα τα δίδυμα. Θρύλος, βέβαια. Αλλά στη Ρώμη, οι θρύλοι έχουν έναν περίεργο τρόπο να γίνονται πέτρες.