Ισραήλ και Παλαιστίνη: Μια γη, πολλές μνήμες
Απομαγνητοφώνηση
Στην Ιερουσαλήμ, μια πέτρα μπορεί να είναι ταυτόχρονα αρχαιολογικό εύρημα, ιερό κειμήλιο και πολιτικό επιχείρημα. Για έναν Εβραίο μπορεί να θυμίζει τον Ναό και την αρχαία Ιουδαία. Για έναν Παλαιστίνιο μπορεί να βρίσκεται μέσα σε μια πόλη όπου έζησαν οι πρόγονοί του επί αιώνες, κάτω από αυτοκρατορίες που άλλαζαν, αλλά με χωριά, οικογένειες και γειτονιές που έμεναν.
Αυτή είναι η δυσκολία της ιστορίας του Ισραήλ και της Παλαιστίνης. Δεν είναι μόνο μια σειρά πολέμων. Είναι μια γη όπου πολλές μνήμες έχουν γίνει σύνορα. Και δεν υπάρχει ένας απλός κατάλογος ιδιοκτητών, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο. Για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, εδώ κυβέρνησαν αυτοκρατορίες· ζούσαν όμως άνθρωποι διαφορετικών γλωσσών, θρησκειών και ταυτοτήτων.
Για να καταλάβουμε τη σημερινή σύγκρουση, πρέπει να ξεκινήσουμε πολύ πριν εμφανιστούν τα σημερινά κράτη.
Η περιοχή που οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι αποκαλούσαν Παλαιστίνη βρισκόταν στη γέφυρα ανάμεσα στην Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Ήταν ένας στενός διάδρομος ανάμεσα στη Μεσόγειο και την έρημο. Οι πόλεις της Χαναάν είχαν δικούς τους άρχοντες, ναούς και εμπορικά δίκτυα, αλλά συχνά βρίσκονταν κάτω από την επιρροή ή τον έλεγχο της Αιγύπτου.
Στο τέλος της δεύτερης χιλιετίας πριν από τον Χριστό, ο κόσμος της Ανατολικής Μεσογείου αναστατώθηκε. Πόλεις καταστράφηκαν, πληθυσμοί μετακινήθηκαν και νέες κοινότητες εμφανίστηκαν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώθηκαν οι πρώτες ισραηλιτικές κοινότητες στα ορεινά της Χαναάν, παράλληλα με τους Φιλισταίους στις παράκτιες περιοχές και άλλους λαούς της περιοχής.
Η αρχαιότερη γνωστή εξωβιβλική αναφορά στο όνομα «Ισραήλ» βρίσκεται στη στήλη του Αιγύπτιου φαραώ Μερνεπτάχ, γύρω στο χίλια διακόσια οκτώ πριν από τον Χριστό. Το αιγυπτιακό κείμενο φαίνεται να μιλά για έναν λαό, όχι για ένα οργανωμένο κράτος. Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο ξεχώρισμα: άλλο η ιστορική παρουσία ενός πληθυσμού και άλλο η ύπαρξη κυρίαρχου βασιλείου.
Τους επόμενους αιώνες εμφανίζονται τα βασίλεια του Ισραήλ και του Ιούδα. Η βιβλική παράδοση μιλά για μια ενωμένη μοναρχία υπό τον Σαούλ, τον Δαβίδ και τον Σολομώντα, περίπου στον δέκατο αιώνα πριν από τον Χριστό. Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι υπήρχαν ισραηλιτικά και ιουδαϊκά βασίλεια, αλλά συζητούν ακόμη την ακριβή έκταση και ισχύ της ενωμένης μοναρχίας που περιγράφουν τα βιβλικά κείμενα.
Μετά τον Σολομώντα, περίπου το εννιακόσια τριάντα πριν από τον Χριστό, το βασίλειο χωρίστηκε. Στον βορρά βρισκόταν το Βασίλειο του Ισραήλ, με πρωτεύουσα τη Σαμάρεια. Στον νότο το Βασίλειο του Ιούδα, με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Η διάσπαση δεν εξαφάνισε την κοινή θρησκευτική και πολιτισμική κληρονομιά, αλλά δημιούργησε δύο διαφορετικά πολιτικά κέντρα.
Κανένα από τα δύο δεν έμεινε ανεξάρτητο για πάντα. Το επτακόσια είκοσι δύο πριν από τον Χριστό, η Ασσυριακή Αυτοκρατορία κατέκτησε το βόρειο βασίλειο. Το πεντακόσια ογδόντα έξι, οι Βαβυλώνιοι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ, κατέστρεψαν τον Πρώτο Ναό και εξόρισαν μέρος του πληθυσμού. Αργότερα ήρθαν οι Πέρσες, οι ελληνιστικές δυναστείες και, για ένα διάστημα, το Ασμοναϊκό βασίλειο, που έφερε ξανά εβραϊκή πολιτική ανεξαρτησία σε σημαντικό μέρος της περιοχής.
Το εξήντα τρία πριν από τον Χριστό, ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος μπήκε στην Ιερουσαλήμ. Η Ιουδαία έγινε αρχικά ρωμαϊκό υποτελές βασίλειο και έπειτα ρωμαϊκή επαρχία. Η σχέση με τη Ρώμη ήταν γεμάτη εξεγέρσεις, φορολογία, θρησκευτικές εντάσεις και βία.
Το εβδομήντα μετά Χριστόν, οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν τον Δεύτερο Ναό, μετά την πρώτη μεγάλη εξέγερση των Ιουδαίων. Μετά τη δεύτερη εξέγερση, εκείνη του Μπαρ Κοχβά, η Ρώμη μετονόμασε την επαρχία σε Συρία-Παλαιστίνη. Η αλλαγή του ονόματος δεν έσβησε την εβραϊκή παρουσία, ούτε δημιούργησε ξαφνικά έναν ενιαίο παλαιστινιακό λαό με τη σημερινή εθνική έννοια. Δείχνει όμως πόσο συχνά οι αυτοκρατορίες χρησιμοποιούσαν ονόματα και διοικητικές διαιρέσεις για να επιβάλουν τη δική τους τάξη.
Ακολούθησαν η βυζαντινή περίοδος, η αραβική κατάκτηση τον έβδομο αιώνα, οι Ομεϋάδες, οι Αββασίδες, οι Φατιμίδες, οι Σταυροφόροι, οι Αγιουβίδες του Σαλαντίν και οι Μαμελούκοι. Η Ιερουσαλήμ ήταν ιερή για Εβραίους, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, αλλά η πολιτική εξουσία άλλαζε χέρια ξανά και ξανά.
Το χίλια πεντακόσια δεκαέξι προς δεκαεπτά, οι Οθωμανοί νίκησαν τους Μαμελούκους και κυβέρνησαν την περιοχή για περίπου τέσσερις αιώνες. Δεν υπήρχε τότε κράτος με το όνομα Παλαιστίνη. Υπήρχαν διοικητικές περιφέρειες, πόλεις, χωριά και θρησκευτικές κοινότητες μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν αραβόφωνοι μουσουλμάνοι και χριστιανοί, ενώ υπήρχαν και εβραϊκές κοινότητες, ιδιαίτερα στην Ιερουσαλήμ, τη Χεβρώνα, τη Σαφέντ και την Τιβεριάδα.
Στον δέκατο ένατο αιώνα, η Ευρώπη γέμισε με εθνικισμούς. Οι λαοί άρχισαν να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως έθνη που χρειάζονταν δικό τους κράτος. Για πολλούς Εβραίους, αυτή η ιδέα συναντήθηκε με αιώνες διωγμών, διακρίσεων και πογκρόμ. Ο σιωνισμός γεννήθηκε ως κίνημα που υποστήριζε την ίδρυση εβραϊκής εθνικής πατρίδας στην ιστορική γη του Ισραήλ.
Ο Τέοντορ Χερτσλ, δημοσιογράφος από την Αυστροουγγαρία, οργάνωσε το πρώτο Σιωνιστικό Συνέδριο στη Βασιλεία το χίλια οκτακόσια ενενήντα επτά. Για τους υποστηρικτές του, ο σιωνισμός ήταν απάντηση στην ανασφάλεια μιας μειονότητας που ποτέ δεν μπορούσε να θεωρεί δεδομένη την προστασία της Ευρώπης. Για τους αραβόφωνους κατοίκους της Παλαιστίνης, όμως, η άφιξη ενός πολιτικού κινήματος που διεκδικούσε την ίδια γη δημιουργούσε φόβο: ποιος θα αποφάσιζε για το μέλλον του τόπου όπου ήδη ζούσαν;
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος διέλυσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Βρετανία υποσχέθηκε διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς συνομιλητές και, το χίλια εννιακόσια δεκαεπτά, εξέδωσε τη Διακήρυξη Μπάλφουρ. Η βρετανική κυβέρνηση δήλωνε ότι θα υποστήριζε την ίδρυση «εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό στην Παλαιστίνη», αλλά ταυτόχρονα δεσμευόταν να μην παραβλάψει τα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα των μη εβραϊκών κοινοτήτων.
Η διατύπωση έκρυβε μια τεράστια αντίφαση. Μιλούσε για εθνική εστία, όχι ρητά για κράτος, και περιέγραφε τον αραβικό πληθυσμό ως «μη εβραϊκές κοινότητες», χωρίς να αναγνωρίζει με τον ίδιο τρόπο τα εθνικά και πολιτικά του δικαιώματα. Το χίλια εννιακόσια είκοσι δύο, η Κοινωνία των Εθνών έδωσε στη Βρετανία την Εντολή για την Παλαιστίνη. Το κείμενο ενσωμάτωνε τη Διακήρυξη Μπάλφουρ, προέβλεπε εβραϊκή μετανάστευση και ταυτόχρονα απαιτούσε προστασία των δικαιωμάτων όλων των κατοίκων.
Στη διάρκεια της Βρετανικής Εντολής, η εβραϊκή μετανάστευση αυξήθηκε, ιδιαίτερα καθώς ο ναζισμός και οι διωγμοί έκαναν την Ευρώπη όλο και πιο επικίνδυνη. Μετά το Ολοκαύτωμα, εκατομμύρια Ευρωπαίοι Εβραίοι είχαν δολοφονηθεί και εκατοντάδες χιλιάδες επιζώντες βρίσκονταν εκτοπισμένοι. Η ανάγκη για ασφαλές καταφύγιο έγινε για πολλούς υπαρξιακή.
Για τους Άραβες Παλαιστίνιους, η ίδια περίοδος σήμαινε απώλεια πολιτικού ελέγχου πάνω στον τόπο τους, γρήγορες δημογραφικές αλλαγές, αγορά γης, ανταγωνιστικά εθνικά σχέδια και βρετανική διοίκηση χωρίς δημοκρατική ανεξαρτησία. Η εξέγερση των Παλαιστινίων από το χίλια εννιακόσια τριάντα έξι ως το χίλια εννιακόσια τριάντα εννιά καταπνίγηκε από τους Βρετανούς, με τη συνεργασία και τη στρατιωτική ενίσχυση των σιωνιστικών θεσμών. Η κοινωνία βγήκε από αυτήν αποδυναμωμένη, ενώ οι εβραϊκές ένοπλες οργανώσεις είχαν ενισχυθεί.
Το χίλια εννιακόσια σαράντα επτά, η Βρετανία παρέδωσε το πρόβλημα στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Η ειδική επιτροπή του ΟΗΕ πρότεινε, με πλειοψηφία, τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης σε ένα εβραϊκό και ένα αραβικό κράτος, ενώ η Ιερουσαλήμ θα βρισκόταν υπό διεθνές καθεστώς. Η Γενική Συνέλευση υιοθέτησε την πρόταση ως Ψήφισμα εκατόν ογδόντα ένα.
Η εβραϊκή ηγεσία αποδέχθηκε το σχέδιο ως βάση για κρατική ανεξαρτησία, παρότι δεν ήταν ικανοποιημένη με τα σύνορα. Η αραβική ηγεσία το απέρριψε, θεωρώντας άδικο ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού θα έχανε μεγάλο μέρος της πολιτικής της πατρίδας και ότι η διαίρεση επιβαλλόταν από έναν διεθνή οργανισμό χωρίς τη συναίνεση των κατοίκων. Το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε ειρηνικά. Ήδη είχε αρχίσει εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα σε εβραϊκές και αραβικές δυνάμεις.
Στις δεκατέσσερις Μαΐου του χίλια εννιακόσια σαράντα οκτώ, ο Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν διακήρυξε την ανεξαρτησία του κράτους του Ισραήλ. Για τους Εβραίους που είχαν επιβιώσει από την Ευρώπη, ήταν η επιστροφή της πολιτικής κυριαρχίας και η ίδρυση ενός κράτους που θα μπορούσε να τους προστατεύσει. Για τους Παλαιστίνιους, η ίδια διαδικασία έγινε Νάκμπα, «καταστροφή»: περίπου επτακόσιες χιλιάδες άνθρωποι εκτοπίστηκαν ή διέφυγαν από τις εστίες τους μέσα στον πόλεμο, και εκατοντάδες χωριά ερήμωσαν ή καταστράφηκαν.
Ο πόλεμος του χίλια εννιακόσια σαράντα οκτώ δεν ήταν μια μοναδική στιγμή, αλλά αλληλουχία συγκρούσεων που είχε ξεκινήσει πριν από την ανεξαρτησία και συνεχίστηκε μετά από αυτήν. Στρατοί της Αιγύπτου, της Υπεριορδανίας, της Συρίας, του Λιβάνου και του Ιράκ μπήκαν στον πόλεμο. Το Ισραήλ επέζησε και κατέλαβε περισσότερη έκταση από εκείνη που του είχε προτείνει το σχέδιο του ΟΗΕ. Η Δυτική Όχθη και η Ανατολική Ιερουσαλήμ πέρασαν υπό ιορδανικό έλεγχο, ενώ η Γάζα υπό αιγυπτιακή διοίκηση. Δεν δημιουργήθηκε παλαιστινιακό κράτος.
Η προσφυγιά έγινε μόνιμη. Ο ΟΗΕ δημιούργησε την ΟΥΝΡΟΥΑ για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες. Οι ισραηλινοί πολίτες, την ίδια ώρα, έχτιζαν ένα νέο κράτος μέσα σε συνθήκες πολέμου, με εβραϊκούς πληθυσμούς που έφταναν όχι μόνο από την Ευρώπη αλλά και από αραβικές και μουσουλμανικές χώρες. Και στις δύο κοινωνίες, η μνήμη του 1948 έγινε θεμέλιο ταυτότητας: ανεξαρτησία για τον έναν λαό, ξεριζωμός για τον άλλον.
Το χίλια εννιακόσια εξήντα επτά, σε έξι ημέρες, το Ισραήλ νίκησε την Αίγυπτο, την Ιορδανία και τη Συρία. Κατέλαβε τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, τη Γάζα, το Σινά και τα Υψώματα του Γκολάν. Το Σινά επέστρεψε αργότερα στην Αίγυπτο, αλλά η Δυτική Όχθη, η Ανατολική Ιερουσαλήμ και η Γάζα έγιναν ο πυρήνας του παλαιστινιακού ζητήματος της σύγχρονης εποχής.
Για το Ισραήλ, η κατοχή συνδέθηκε με στρατηγικό βάθος και ασφάλεια μετά από πόλεμο που θεωρούσε υπαρξιακό. Για τους Παλαιστινίους, σήμαινε στρατιωτική διοίκηση, περιορισμούς μετακίνησης, απαλλοτριώσεις, εποικισμούς και απουσία κυρίαρχου κράτους. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με το Ψήφισμα διακόσια σαράντα δύο, έθεσε το πλαίσιο «γη έναντι ειρήνης», αλλά η πολιτική λύση δεν ήρθε.
Το χίλια εννιακόσια ογδόντα επτά ξέσπασε η Πρώτη Ιντιφάντα, μια μαζική παλαιστινιακή εξέγερση κατά της κατοχής. Το χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ, η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης ανακήρυξε το κράτος της Παλαιστίνης και αποδέχθηκε, στην πράξη, το πλαίσιο των ψηφισμάτων διακόσια σαράντα δύο και τριακόσια τριάντα οκτώ. Το χίλια εννιακόσια ενενήντα τρία, το Ισραήλ και η ΟΑΠ υπέγραψαν τις Συμφωνίες του Όσλο. Δημιουργήθηκε η Παλαιστινιακή Αρχή και ξεκίνησε περιορισμένη αυτοδιοίκηση σε τμήματα της Δυτικής Όχθης και της Γάζας.
Οι Συμφωνίες του Όσλο δεν έλυσαν τα δυσκολότερα ζητήματα: τα σύνορα, την Ιερουσαλήμ, τους εποικισμούς, τους πρόσφυγες και την ασφάλεια. Το χίλια εννιακόσια ενενήντα πέντε, η δολοφονία του Ισραηλινού πρωθυπουργού Γιτζάκ Ράμπιν από Εβραίο εξτρεμιστή έδειξε πόσο εύθραυστη ήταν η ειρηνευτική διαδικασία. Το δύο χιλιάδες, η Δεύτερη Ιντιφάντα έφερε νέα χρόνια επιθέσεων, στρατιωτικών επιχειρήσεων, αποκλεισμών και νεκρών.
Το δύο χιλιάδες πέντε, το Ισραήλ αποχώρησε από τους οικισμούς και τις μόνιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις του μέσα στη Γάζα. Το δύο χιλιάδες έξι, η Χαμάς κέρδισε τις παλαιστινιακές βουλευτικές εκλογές. Το δύο χιλιάδες επτά, μετά από ένοπλη σύγκρουση με τη Φατάχ, ανέλαβε de facto τον έλεγχο της Γάζας. Η Παλαιστινιακή Αρχή κράτησε τον περιορισμένο έλεγχο σε τμήματα της Δυτικής Όχθης. Η παλαιστινιακή πολιτική διαιρέθηκε, ενώ το Ισραήλ και η Αίγυπτος επέβαλαν περιορισμούς στη Γάζα, που έγινε ένας πυκνοκατοικημένος και απομονωμένος θύλακας.
Η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να θεωρεί τη Δυτική Όχθη, την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τη Γάζα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, αν και η νομική και πολιτική συζήτηση έχει πολλές διαστάσεις. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στη γνωμοδότησή του το δύο χιλιάδες τέσσερα για το τείχος, έκρινε ότι η κατασκευή του μέσα στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη παραβίαζε το διεθνές δίκαιο. Το Ισραήλ αμφισβήτησε τη διαδικασία και τη νομική αξιολόγηση, ενώ υποστήριξε ότι το τείχος και τα μέτρα ασφαλείας ήταν αναγκαία για την προστασία του πληθυσμού από επιθέσεις.
Στις επτά Οκτωβρίου του δύο χιλιάδες είκοσι τρία, η Χαμάς και άλλες ένοπλες ομάδες επιτέθηκαν στο νότιο Ισραήλ, σκότωσαν περίπου χίλιους διακόσιους ανθρώπους, κυρίως αμάχους, και πήραν ομήρους. Το Ισραήλ απάντησε με μεγάλης κλίμακας στρατιωτική εκστρατεία στη Γάζα, δηλώνοντας ότι στόχος του ήταν η εξουδετέρωση της Χαμάς και η επιστροφή των ομήρων. Η εκστρατεία προκάλεσε τεράστιες απώλειες αμάχων, μαζικό εκτοπισμό, καταστροφή υποδομών και ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα. Οι ακριβείς αριθμοί αλλάζουν συνεχώς, αλλά το μέγεθος της καταστροφής δεν αμφισβητείται.
Μέχρι τον Αύγουστο του δύο χιλιάδες είκοσι έξι, η σύγκρουση παραμένει ανοιχτή. Η Γάζα έχει περάσει από διαδοχικές φάσεις πολέμου, εκτοπισμού και ανθρωπιστικής εξάρτησης. Στη Δυτική Όχθη συνεχίζονται η κατοχή, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, η βία εποίκων, οι κατεδαφίσεις και η επέκταση ή εδραίωση ισραηλινών οικισμών, ενώ το Ισραήλ συνεχίζει να αντιμετωπίζει την ασφάλεια ως κεντρική υπαρξιακή ανάγκη. Οι δύο κοινωνίες δεν μοιράζονται ούτε την ίδια εμπειρία ούτε την ίδια ισχύ. Μοιράζονται όμως μια πραγματικότητα: καμία δεν μπορεί να διαγράψει την άλλη από τη γη.
Τι μας λέει, λοιπόν, η ιστορία;
Λέει ότι υπήρξαν αρχαία ισραηλιτικά βασίλεια, αλλά το σημερινό Ισραήλ δεν είναι απλώς το ίδιο κράτος που συνέχισε αδιάκοπα μέσα στους αιώνες. Λέει ότι ο εβραϊκός δεσμός με τη γη είναι αρχαίος και βαθύς, αλλά η αρχαιότητα δεν μπορεί από μόνη της να αποφασίσει τα σύγχρονα πολιτικά δικαιώματα. Λέει ότι οι αραβόφωνες παλαιστινιακές κοινότητες δεν είναι πρόσφατη επινόηση, αλλά μέρος μιας μακράς κοινωνικής ιστορίας της περιοχής. Και λέει ότι η Νάκμπα, η κατοχή, οι επιθέσεις εναντίον Ισραηλινών αμάχων, η τρομοκρατία, οι εποικισμοί και η ανθρωπιστική καταστροφή δεν είναι αφηρημένες λέξεις. Είναι εμπειρίες ανθρώπων.
Η ιστορία δεν προσφέρει εύκολη δικαστική απόφαση για το ποιος «ήταν πρώτος». Δεν λειτουργεί σαν συμβόλαιο ιδιοκτησίας που περνά από χέρι σε χέρι. Προσφέρει όμως κάτι πιο απαιτητικό: μας αναγκάζει να βλέπουμε ταυτόχρονα περισσότερες από μία αλήθειες.
Η Ιερουσαλήμ δεν είναι μόνο ένας αρχαίος τίτλος. Είναι μια ζωντανή πόλη. Η Παλαιστίνη δεν είναι μόνο μια λέξη στους χάρτες της Βρετανικής Εντολής. Είναι οικογένειες, χωριά, πρόσφυγες και μια διεκδίκηση αυτοδιάθεσης. Το Ισραήλ δεν είναι μόνο μια στρατιωτική δύναμη. Είναι και ένας λαός που κουβαλά την ανάμνηση της εξορίας, των πογκρόμ και του Ολοκαυτώματος, μαζί με τον διαρκή φόβο ότι η ασφάλειά του μπορεί να χαθεί.
Αλλά η αναγνώριση του φόβου του ενός δεν απαιτεί τη διαγραφή του δικαιώματος του άλλου. Και η αναγνώριση της παλαιστινιακής καταστροφής δεν απαιτεί την άρνηση της εβραϊκής ιστορίας. Το δύσκολο δεν είναι να βρούμε ποια μνήμη θα νικήσει. Το δύσκολο είναι να οικοδομηθεί ένα μέλλον στο οποίο καμία μνήμη δεν θα χρειάζεται να εξαφανίσει την άλλη για να υπάρξει.