Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Ιράν: Η Ιστορία Πίσω από τον Πόλεμο

Απομαγνητοφώνηση

Ογδόντα πέντε πλοία τη μέρα. Τόσα διέσχιζαν κανονικά τα Στενά του Ορμούζ, το πιο κρίσιμο πέρασμα πετρελαίου στον κόσμο, απ' όπου διέρχεται το ένα πέμπτο του πετρελαίου ολόκληρου του πλανήτη. Σήμερα, τη στιγμή που ακούς αυτές τις λέξεις, περνάει μόλις ένα. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο νούμερα χωράει η ιστορία ενός πολέμου, μιας δολοφονημένης ηγεσίας, και μιας φιλίας που κατέρρευσε σε μια από τις πιο βαθιές έχθρες της σύγχρονης Μέσης Ανατολής. Πώς φτάσαμε από τα ογδόντα πέντε στο ένα; Για να το καταλάβουμε, πρέπει να γυρίσουμε εβδομήντα χρόνια πίσω, σε μια εποχή που το Ιράν ήταν από τους πιο στενούς συμμάχους της Δύσης.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, το Ιράν ήταν βασίλειο, με επικεφαλής τον Σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί — στενός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών, ανοιχτός στη δυτική επιρροή, με στρατό εξοπλισμένο από την Ουάσιγκτον. Όμως η φιλία αυτή είχε ήδη μια ρωγμή στα θεμέλιά της. Το χίλια εννιακόσια πενήντα τρία, ο τότε δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός Μοχάμαντ Μοσαντέκ εθνικοποίησε την πετρελαϊκή βιομηχανία της χώρας, μέχρι τότε ελεγχόμενη από βρετανικά συμφέροντα. Η Βρετανία και η αμερικανική CIA οργάνωσαν από κοινού ένα πραξικόπημα — γνωστό ως «Επιχείρηση Ajax» — που ανέτρεψε τον Μοσαντέκ και ενίσχυσε την εξουσία του Σάχη. Οι ΗΠΑ παραδέχτηκαν επίσημα τον ρόλο τους μόλις εξήντα χρόνια αργότερα. Για τους περισσότερους Ιρανούς, όμως, δεν χρειαζόταν επίσημη παραδοχή: ήξεραν ήδη ποιος τους είχε στερήσει τη δημοκρατία τους, και δεν το ξέχασαν ποτέ.

Ο Σάχης, ενισχυμένος, κυβέρνησε για άλλα είκοσι έξι χρόνια, όλο και πιο αυταρχικά. Εκσυγχρόνισε τη χώρα με γρήγορους ρυθμούς — γη, βιομηχανία, εκπαίδευση — αλλά μέσω μιας φοβερής μυστικής αστυνομίας, της SAVAK, που φυλάκιζε, βασάνιζε και εξόριζε κάθε φωνή αντίθεσης, ακόμα και κληρικούς. Ένας απ' αυτούς τους εξόριστους κληρικούς λεγόταν Ρουχολάχ Χομεϊνί. Η στενή σχέση του Σάχη με τη Δύση, αντί να χτίσει σταθερότητα, χτιζόταν πάνω σε καταπίεση που όλο και μεγάλωνε κάτω από την επιφάνεια — και ένα καθεστώς που στηρίζεται σε φόβο αντί σε νομιμοποίηση, αργά ή γρήγορα, πληρώνει το τίμημα.

Το τίμημα ήρθε το χίλια εννιακόσια εβδομήντα εννέα. Μετά από μήνες διαδηλώσεων και απεργιών σε όλη τη χώρα, ο Σάχης εγκατέλειψε το Ιράν για πάντα, και ο εξόριστος Χομεϊνί επέστρεψε θριαμβευτικά από το Παρίσι, με εκατομμύρια ανθρώπους να κατακλύζουν τους δρόμους της Τεχεράνης για να τον υποδεχτούν. Η Ισλαμική Επανάσταση δεν αντικατέστησε απλώς έναν ηγεμόνα με άλλον. Αντικατέστησε ένα φιλοδυτικό βασίλειο με μια Ισλαμική Δημοκρατία θεοκρατικού τύπου, με τον Χομεϊνί ως «Ανώτατο Ηγέτη» — αξίωμα πάνω από πρόεδρο, πάνω από κοινοβούλιο, υπόλογο μόνο, θεωρητικά, στον Θεό. Η στροφή ήταν πλήρης, και ήταν γρήγορη: μέσα σε λίγους μήνες, ο πιο στενός σύμμαχος της Αμερικής στη Μέση Ανατολή έγινε ο πιο ορκισμένος εχθρός της.

Η ρήξη επισφραγίστηκε λίγους μήνες αργότερα. Στις τέσσερις Νοεμβρίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εννέα, φοιτητές υποστηρικτές της επανάστασης εισέβαλαν στην αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη και κράτησαν πενήντα δύο Αμερικανούς ομήρους για τετρακόσιες σαράντα τέσσερις ημέρες — πάνω από έναν χρόνο. Οι δύο χώρες δεν αποκατέστησαν ποτέ από τότε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις· δεν υπάρχει αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη μέχρι σήμερα, ούτε ιρανική στην Ουάσιγκτον. Ό,τι είχε ξεκινήσει ως ρωγμή το χίλια εννιακόσια πενήντα τρία, έκλεισε πλέον οριστικά σε ρήξη.

Η νεαρή Ισλαμική Δημοκρατία δεν πρόλαβε καν να σταθεροποιηθεί, και βρέθηκε σε πόλεμο. Το επόμενο έτος, το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Ιράν — και οι λόγοι δεν ήταν μόνο εδαφικοί, διεκδικώντας ξανά τον πλωτό δίαυλο Σατ αλ-Άραμπ. Ο Χομεϊνί δεν έκρυβε την πρόθεσή του να «εξάγει» την επανάστασή του, ιδίως στο γειτονικό Ιράκ, χώρα με σιιτική πλειοψηφία αλλά σουνιτική κυβέρνηση. Ο Σαντάμ το θεώρησε υπαρξιακή απειλή για το ίδιο του το καθεστώς, και χτύπησε πρώτος. Ο πόλεμος που ακολούθησε κράτησε οχτώ ολόκληρα χρόνια, μέχρι το χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και στις δύο πλευρές. Δεν αποδυνάμωσε το νέο καθεστώς — το σφυρηλάτησε. Δίδαξε στην ηγεσία της Τεχεράνης ένα μάθημα που δεν ξέχασε ποτέ: μόνη, περικυκλωμένη από εχθρούς, χωρίς σύμμαχο υπερδύναμη σαν τον παλιό της προστάτη, το Ιράν έπρεπε να βρει άλλο τρόπο να προβάλλει δύναμη.

Αυτός ο άλλος τρόπος ήταν οι σύμμαχες ένοπλες ομάδες πέρα από τα σύνορά του. Το χίλια εννιακόσια ογδόντα πέντε, η Χεζμπολάχ στον Λίβανο ευθυγραμμίστηκε επίσημα με την ιρανική ηγεσία — και έγινε το πρότυπο μιας ολόκληρης στρατηγικής: το Ιράν χρηματοδοτεί, εξοπλίζει και εκπαιδεύει ένοπλες οργανώσεις σε ολόκληρη την περιοχή, από τη Χεζμπολάχ (επτακόσια εκατομμύρια έως ένα δισεκατομμύριο δολάρια τον χρόνο, σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις) μέχρι τους Χούθι στην Υεμένη, σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, και τη Χαμάς στη Γάζα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτηρίζουν αυτό το δίκτυο ως χρηματοδότηση τρομοκρατίας — μια στρατηγική να προβάλλει δύναμη μέσω άλλων, όχι με δικό του στρατό, σχεδιασμένη ακριβώς για να αντισταθμίσει αυτό που το Ιράν δεν έχει: έναν ισχυρό, σύγχρονο στρατό ικανό να αντιμετωπίσει απευθείας το Ισραήλ ή τις ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή που έχτιζε αυτό το εξωτερικό δίκτυο, το καθεστώς έσφιγγε εξίσου τον κλοιό στο εσωτερικό. Κάθε μορφή διαφωνίας αντιμετωπίζεται ως υπαρξιακή απειλή. Το δύο χιλιάδες είκοσι δύο, η εικοσιδυάχρονη Μαχσά Αμινί συνελήφθη από την «αστυνομία ηθών» επειδή, υποτίθεται, φορούσε λάθος το μαντήλι της· πέθανε τρεις ημέρες αργότερα, με μαρτυρίες για ξυλοδαρμό στο κεφάλι. Ο θάνατός της πυροδότησε το μεγαλύτερο κύμα διαδηλώσεων που έχει ζήσει η χώρα, με σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, αλλά η ορατή κορυφή ενός συστήματος που κρατά τις γυναίκες, εδώ και δεκαετίες, σε καθεστώς θεσμοθετημένης ανισότητας: υποχρεωτική κάλυψη κεφαλής με ποινή φυλάκισης για όποια αρνηθεί, μαρτυρία στο δικαστήριο που μετράει τη μισή αξία της αντίστοιχης ανδρικής, κληρονομιά μειωμένη στο μισό για τις κόρες, και δικαίωμα διαζυγίου που στην πράξη ανήκει μόνο στον σύζυγο.

Η απάντηση του καθεστώτος στις διαδηλώσεις ήταν σκληρότερη καταστολή, όχι λιγότερη: το δύο χιλιάδες είκοσι τέσσερα το Ιράν ευθυνόταν για το εξήντα τέσσερα τοις εκατό όλων των καταγεγραμμένων εκτελέσεων παγκοσμίως, πάνω από εννιακόσιες εβδομήντα, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία — κι έναν χρόνο αργότερα, ο αριθμός υπερδιπλασιάστηκε, ξεπερνώντας τις δύο χιλιάδες εκατόν πενήντα εννέα, τον υψηλότερο ετήσιο αριθμό από το χίλια εννιακόσια ογδόντα ένα.

Πέρα από αυτές τις σύμμαχες ένοπλες ομάδες και την εσωτερική καταστολή, υπήρχε ένα τρίτο, ακόμα πιο εκρηκτικό ζήτημα: το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων, το δύο χιλιάδες δεκαπέντε, το Ιράν και έξι μεγάλες δυνάμεις — ανάμεσά τους οι ΗΠΑ — υπέγραψαν μια συμφωνία γνωστή ως JCPOA: το Ιράν δεχόταν αυστηρούς περιορισμούς και επιθεωρήσεις στο πυρηνικό του πρόγραμμα, με αντάλλαγμα την άρση διεθνών κυρώσεων. Ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας επιβεβαίωνε επανειλημμένα ότι το Ιράν τηρούσε τη συμφωνία. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, υπήρχε κάτι που έμοιαζε με σταθερότητα.

Η σταθερότητα αυτή δεν κράτησε. Το δύο χιλιάδες δεκαοκτώ, ο πρόεδρος Τραμπ αποχώρησε μονομερώς από τη συμφωνία, παρά τις αντιρρήσεις των υπόλοιπων υπογραφόντων και παρά την επιβεβαίωση συμμόρφωσης από τον ίδιο τον Οργανισμό. Επικαλέστηκε κενά στη συμφωνία, η οποία δεν άγγιζε καθόλου τους βαλλιστικούς πυραύλους του Ιράν, ούτε το δίκτυο συμμάχων ενόπλων ομάδων που περιγράψαμε πριν, και είχε ρήτρες λήξης που θα επέτρεπαν, μετά από μία δεκαετία, νόμιμη επιστροφή σε μεγάλης κλίμακας εμπλουτισμό. Οι ΗΠΑ επέβαλαν εκ νέου βαριές κυρώσεις. Το Ιράν άντεξε περίπου έναν χρόνο πριν αρχίσει σταδιακά να παραβιάζει τα ίδια όρια που είχε δεχτεί το δύο χιλιάδες δεκαπέντε — κι έτσι η μία πλευρά κατηγορούσε την άλλη για την κατάρρευση μιας συμφωνίας που, μέχρι το δύο χιλιάδες δεκαοκτώ, λειτουργούσε.

Η ένταση σιγόβραζε για χρόνια, μέχρι που έφτασε σε ανοιχτό πόλεμο. Στις δεκατρείς Ιουνίου του δύο χιλιάδες είκοσι πέντε, το Ισραήλ χτύπησε ξαφνικά ανώτατους Ιρανούς στρατιωτικούς διοικητές και συστήματα αεράμυνας. Το Ιράν απάντησε με κύματα πυραύλων εναντίον ισραηλινών στόχων. Εννέα ημέρες αργότερα, στις είκοσι δύο Ιουνίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν κι αυτές στον πόλεμο, βομβαρδίζοντας τις πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Φορντόου, τη Νατάνζ και το Ισφαχάν με βόμβες θραύσης βαθιών καταφυγίων — τη μόνη δύναμη πυρός ικανή να φτάσει τα εργοστάσια εμπλουτισμού που ήταν χτισμένα βαθιά μέσα σε βουνά. Το Ιράν απάντησε χτυπώντας αμερικανική βάση στο Κατάρ, χωρίς απώλειες, και δύο ημέρες αργότερα, στις είκοσι τέσσερις Ιουνίου, μια εκεχειρία σταμάτησε αυτόν τον πρώτο, δωδεκαήμερο πόλεμο.

Η εκεχειρία, όμως, δεν έφερε ούτε διάλογο ούτε αποκλιμάκωση. Ακριβώς το αντίθετο: ο Χαμενεΐ αποσύρθηκε ακόμα πιο βαθιά, κυριολεκτικά — χτίζοντας ένα καταφύγιο τόσο βαθύ μέσα στο βουνό, ώστε το ασανσέρ του χρειαζόταν πάνω από πέντε λεπτά για να φτάσει στον πάτο του, πεπεισμένος ότι το επόμενο χτύπημα θα ερχόταν προσωπικά εναντίον του. Οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα συνεχίστηκαν τυπικά τους επόμενους μήνες, χωρίς πραγματική πρόοδο προς καμία κατεύθυνση. Και οι δύο πλευρές έμοιαζαν να προετοιμάζονται όχι για ειρήνη, αλλά για κάτι πολύ πιο οριστικό.

Αυτό το «πιο οριστικό» ήρθε στις είκοσι οκτώ Φεβρουαρίου του δύο χιλιάδες είκοσι έξι. Με πληροφορίες εντοπισμού από την CIA, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν συντονισμένα χτυπήματα ακριβείας εναντίον της ανώτατης ιρανικής ηγεσίας — όχι μόνο σε στρατιωτικούς στόχους αυτή τη φορά, αλλά στους ίδιους τους ανθρώπους στην κορυφή. Μέσα σε λίγες ώρες, σαράντα έως σαράντα οκτώ ανώτατα στελέχη ήταν νεκρά, ανάμεσά τους ο ίδιος ο Χαμενεΐ. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ το ονόμασαν προληπτική αυτοάμυνα και ευκαιρία για αλλαγή καθεστώτος. Ήταν η πιο βαθιά πληγή που είχε δεχτεί ποτέ η ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας — και η αρχή ενός πολέμου πολύ μεγαλύτερου από τον προηγούμενο.

Το Ιράν απάντησε με το ισχυρότερο όπλο που είχε στη διάθεσή του, χωρίς να χρειαστεί ούτε έναν πύραυλο: έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ σε κάθε ξένη ναυτιλία. Είναι ένα πέρασμα μόλις μερικών δεκάδων χιλιομέτρων πλάτος, ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν, απ' όπου διέρχεται κανονικά περίπου το ένα πέμπτο του πετρελαίου ολόκληρου του πλανήτη. Το να το κλείσεις δεν χρειάζεται να νικήσεις κανέναν στρατό· αρκεί να ελέγχεις τις δύο ακτές του. Η κίνηση αυτή τίναξε τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας μέσα σε ώρες και μετέτρεψε μια σύγκρουση Μέσης Ανατολής σε παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα.

Και όμως, το πιο εντυπωσιακό δεν ήταν το κλείσιμο του στενού. Ήταν αυτό που έγινε στην Τεχεράνη μόνο οκτώ ημέρες μετά την επίθεση. Το Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων, το όργανο που επιλέγει τον Ανώτατο Ηγέτη, ανακοίνωσε ομοφωνία γύρω από έναν διάδοχο: τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ — τον ίδιο τον γιο του δολοφονημένου ηγέτη. Μια επίθεση σχεδιασμένη να αποκεφαλίσει ένα ολόκληρο σύστημα ηγεσίας κατάφερε, αντ' αυτού, να αποδείξει πόσο βαθιά ριζωμένο και αυτοαναπαραγόμενο ήταν αυτό το σύστημα. Δεν χρειάστηκε καν εβδομάδα για να βρεθεί αντικαταστάτης.

Επτά μήνες αργότερα, ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει — απλώς άλλαξε μορφή. Μια συμφωνία-πλαίσιο τον Ιούνιο του δύο χιλιάδες είκοσι έξι προσπάθησε να βάλει τέλος στις εχθροπραξίες, όμως το Ιράν συνεχίζει να απαιτεί από τα εμπορικά πλοία να ακολουθούν δικές του «εγκεκριμένες» διαδρομές και να πληρώνουν τέλη διέλευσης — και χτυπά όσα αρνούνται. Η κίνηση διαμέσου του στενού παραμένει σχεδόν μηδενική: μία μόνο διέλευση καταγράφηκε μια ημέρα του Σεπτεμβρίου, έναντι ογδόντα πέντε την ημέρα πριν την κρίση — ο αριθμός που άκουσες στην αρχή. Στις είκοσι τρεις Σεπτεμβρίου, ένα φορτηγό πλοίο δέχτηκε επίθεση ανοιχτά του Ομάν, με έναν νεκρό ναύτη. Πριν λίγες ημέρες, ο πρόεδρος Τραμπ απέρριψε ιρανική πρόταση για επαναλειτουργία του στενού μέσα σε μία εβδομάδα, και ώρες μετά αναφέρθηκαν νέες εκρήξεις στο ίδιο το στενό. Καθώς ηχογραφείται αυτό το βιβλίο, η κατάσταση παραμένει ανοιχτή, μέρα με τη μέρα.

Ρωτήστε γιατί έφτασε ως εδώ, και θα πάρετε δύο διαφορετικές απαντήσεις. Η επίσημη εκδοχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ μιλά για αυτοάμυνα: ένα πυρηνικό πρόγραμμα που δεν μπορούσε πια να αγνοηθεί, βαλλιστικούς πυραύλους, και μια χώρα που χρηματοδοτεί ένοπλες οργανώσεις σε όλη την περιοχή. Αναλυτές, όμως, επισημαίνουν και άλλα κομμάτια: τον Οργανισμό, που επιβεβαίωνε συμμόρφωση του Ιράν πριν αποσυρθεί η ίδια η Αμερική από τη συμφωνία· τη μακρόχρονη, προσωπική επιθυμία του Νετανιάχου να δει το ιρανικό καθεστώς να πέφτει· ακόμα και θεωρίες για εσωτερική πολιτική σκοπιμότητα και στις δύο χώρες. Καμία από τις δύο εκδοχές δεν αναιρεί εντελώς την άλλη — κι αυτό ίσως είναι το πιο ειλικρινές συμπέρασμα που μπορεί να βγάλει κανείς.

Οι πόλεμοι σπάνια αρχίζουν με πυραύλους. Αρχίζουν με αποφάσεις που κανείς δεν πρόσεξε ιδιαίτερα τη στιγμή που παίρνονταν — ένα πραξικόπημα που φάνηκε λύση, μια επανάσταση που φάνηκε δικαίωση, μια απόφαση που φάνηκε ασήμαντη. Το επόμενο κεφάλαιο αυτής της ιστορίας γράφεται αυτή τη στιγμή, σε δωμάτια στην Ουάσιγκτον και στην Τεχεράνη, από ανθρώπους που πιθανότατα δεν έχουν καταλάβει ακόμα πόσο μακριά θα φτάσει η δική τους απόφαση. Ίσως να είναι αυτή που θα ανοίξει ξανά το στενό. Ίσως να είναι αυτή που θα το κλείσει για πάντα.