Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Η Εισβολή στην Κύπρο

Απομαγνητοφώνηση

Είναι Δευτέρα πρωί, λίγο μετά τις οχτώ. Στο Προεδρικό Μέγαρο της Λευκωσίας, ένας άντρας με μαύρα ράσα υποδέχεται μια ομάδα παιδιών — Ελληνόπουλα της Αιγύπτου, που ήρθαν με τα καλά τους ρούχα να γνωρίσουν τον πρόεδρο. Είναι δεκαπέντε Ιουλίου, χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα.

Και τότε ακούγονται τα πρώτα κανόνια.

Άρματα μάχης μπαίνουν στους κήπους του Μεγάρου και ανοίγουν πυρ. Δεν είναι ξένος στρατός. Είναι η Εθνική Φρουρά — ο στρατός της ίδιας της Κύπρου. Το κτίριο τυλίγεται στις φλόγες. Ο άντρας με τα ράσα προλαβαίνει να φυγαδεύσει τα παιδιά, βγαίνει από μια πίσω έξοδο, και χάνεται.

Λίγες ώρες αργότερα, το κρατικό ραδιόφωνο — στα χέρια πια των πραξικοπηματιών — ανακοινώνει: «Ο Μακάριος είναι νεκρός.»

Μόνο που ο Μακάριος δεν είναι νεκρός. Το ίδιο απόγευμα, από έναν μικρό ραδιοφωνικό σταθμό στην Πάφο, μια φωνή που όλο το νησί αναγνωρίζει από την πρώτη λέξη βγαίνει στον αέρα: «Ελληνικέ κυπριακέ λαέ… Γνωρίζεις τη φωνή αυτή. Είμαι ο Μακάριος. Δεν πέθανα. Είμαι ζωντανός.»

Ο πρόεδρος γλίτωσε. Το νησί του όμως όχι. Σε πέντε μέρες, αυτό το πραξικόπημα θα φέρει στην Κύπρο κάτι πολύ χειρότερο από μια αλλαγή κυβέρνησης.

Για να καταλάβεις πώς φτάσαμε σε εκείνο το πρωινό, πρέπει να γυρίσουμε λίγο πίσω. Η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος το χίλια εννιακόσια εξήντα — μια ανεξαρτησία που, παραδόξως, δεν την είχε ονειρευτεί σχεδόν κανείς. Οι Ελληνοκύπριοι, οχτώ στους δέκα κάτοικοι του νησιού, ήθελαν την Ένωση με την Ελλάδα. Οι Τουρκοκύπριοι φοβούνταν αυτό το ενδεχόμενο — οι δικοί τους εθνικιστές μιλούσαν για διχοτόμηση. Η ανεξαρτησία ήταν ο συμβιβασμός που δεν χωρούσε κανένα από τα δύο όνειρα.

Και μέσα στις συμφωνίες που τη γέννησαν κρυβόταν μια παράγραφος που θα αποδεικνυόταν μοιραία: τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις» — η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βρετανία — κρατούσαν το δικαίωμα να επέμβουν στο νησί, αν ποτέ ανατρεπόταν η συνταγματική του τάξη. Κράτησε αυτή τη λεπτομέρεια. Θα επιστρέψει.

Πρώτος πρόεδρος εκλέχτηκε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος — ιεράρχης και αρχηγός κράτους μαζί, μια μορφή που δεν έμοιαζε με καμία άλλη στον κόσμο.

Τα Χριστούγεννα του χίλια εννιακόσια εξήντα τρία, η εύθραυστη συμβίωση έσπασε. Ένοπλες συγκρούσεις ξέσπασαν ανάμεσα στις δύο κοινότητες — μέσα σε λίγες εβδομάδες, πάνω από εκατό νεκροί μόνο στη Λευκωσία, οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι. Και μια νύχτα του Δεκέμβρη, ένας Βρετανός στρατηγός έσκυψε πάνω από τον χάρτη της πόλης κρατώντας ένα πράσινο μολύβι — πράσινο, γιατί το μπλε ήταν το χρώμα της μιας σημαίας και το κόκκινο της άλλης — και τράβηξε μια γραμμή εκεχειρίας από άκρη σε άκρη. Την είπαν «Πράσινη Γραμμή». Υποτίθεται πως ήταν κάτι προσωρινό. Κρατάει μέχρι σήμερα. Χιλιάδες Τουρκοκύπριοι αποτραβήχτηκαν τότε σε θύλακες, πίσω από οδοφράγματα, για χρόνια.

Στην Αθήνα, στο μεταξύ, η δημοκρατία είχε πέσει από το χίλια εννιακόσια εξήντα εφτά, όταν ο συνταγματάρχης Παπαδόπουλος κατέλυσε το πολίτευμα με δικό του πραξικόπημα και επέβαλε στρατιωτική δικτατορία. Χωρίς εκείνο το πραξικόπημα, δεν θα υπήρχε καν χούντα να στήσει, χρόνια αργότερα, το δικό της πραξικόπημα στην Κύπρο.

Και η ίδια αυτή δικτατορία είχε ήδη φέρει το νησί μια ανάσα από τον πόλεμο, πολύ πριν το εβδομήντα τέσσερα. Τον Νοέμβριο του εξήντα εφτά, μετά από μια αιματηρή σύγκρουση στην Κοφίνου, η Τουρκία απείλησε ανοιχτά με εισβολή αν η Ελλάδα δεν αποσύρει τον στρατό της από την Κύπρο και δεν ανακαλέσει τον στρατηγό Γρίβα, τον θρυλικό ηγέτη του παλιού αγώνα κατά των Βρετανών. Ο Παπαδόπουλος υποχώρησε. Η ελληνική μεραρχία έφυγε από το νησί, κι ο πόλεμος αποφεύχθηκε — για την ώρα.

Δεν κράτησε πολύ. Μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, το ίδιο καθεστώς έστειλε τον Γρίβα πίσω στην Κύπρο, κρυφά, για να στήσει μια νέα παραστρατιωτική οργάνωση — την ΕΟΚΑ Βήτα — με έναν και μόνο στόχο: να αναγκάσει τον Μακάριο να παραιτηθεί από την ανεξαρτησία και να δεχτεί την Ένωση, με όποιο κόστος. Η βίαιη καμπάνια εναντίον της δικής του κυβέρνησης ξεκίνησε, δηλαδή, υπό τον ίδιο τον Παπαδόπουλο — χρόνια πριν φτάσουμε στο πραξικόπημα.

Ο ίδιος όμως δεν θα έβλεπε πού θα κατέληγε αυτό. Τον Νοέμβριο του εβδομήντα τρία, μετά την αιματηρή καταστολή στο Πολυτεχνείο, ανατράπηκε με τη σειρά του από έναν ακόμα πιο σκληρό αξιωματικό — τον ταξίαρχο Ιωαννίδη, τον «αόρατο δικτάτορα», που δεν εμφανιζόταν πουθενά δημόσια κι όμως αποφάσιζε για όλα. Ο Ιωαννίδης κληρονόμησε την ΕΟΚΑ Βήτα έτοιμη, και θα την οδηγούσε στο τελευταίο, πιο ακραίο της βήμα.

Για εκείνον, όπως και για τον προκάτοχό του, ο Μακάριος ήταν εμπόδιο και απειλή. Πολύ ανεξάρτητος. Πολύ φιλικός με την Ανατολή — στην Ουάσιγκτον κάποιοι τον αποκαλούσαν «Κάστρο της Μεσογείου». Και πάνω στο νησί, η ΕΟΚΑ Βήτα δολοφονούσε ήδη στο όνομα της Ένωσης.

Οι εξακόσιοι πενήντα Έλληνες αξιωματικοί που διοικούσαν την Εθνική Φρουρά ήταν, υποτίθεται, εκεί για να υπερασπίζονται το νησί. Στην πράξη, δεν άκουγαν πια τον Μακάριο. Άκουγαν την Αθήνα. Και αρκετοί απ' αυτούς έκλειναν το μάτι στην ΕΟΚΑ Βήτα — την ίδια οργάνωση που τον ήθελε νεκρό. Ο ίδιος του ο στρατός βρισκόταν, ουσιαστικά, στα χέρια της συνωμοσίας εναντίον του.

Στις δύο Ιουλίου, ο Μακάριος έκανε την πιο ριψοκίνδυνη κίνηση της ζωής του. Έστειλε στην Αθήνα μια επιστολή που ήταν σχεδόν τελεσίγραφο: κατηγορούσε ανοιχτά τη χούντα ότι συνωμοτεί εναντίον του, και απαιτούσε να αποσυρθούν όλοι αυτοί οι αξιωματικοί από την Κύπρο. Ζητούσε, ουσιαστικά, από τους ίδιους τους συνωμότες να παραδώσουν το όπλο της συνωμοσίας.

Η απάντηση ήρθε δεκατρείς μέρες αργότερα. Με τα άρματα, κάτω από τα παράθυρά του.

Στη θέση του, οι πραξικοπηματίες όρκισαν «πρόεδρο» τον Νίκο Σαμψών — άνθρωπο γνωστό από τα νιάτα του ως εκτελεστή, τον πιο ακραίο που μπορούσαν να βρουν. Για την Άγκυρα, ήταν δώρο. Αν έψαχνε απόδειξη ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει την Κύπρο, η Αθήνα μόλις της την είχε προσφέρει — δεμένη με κορδέλα. Η Τουρκία περίμενε χρόνια ένα τέτοιο πρόσχημα. Η χούντα, μέσα σε μια νύχτα, της το χάρισε.

Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ετσεβίτ πέταξε στο Λονδίνο και πρότεινε στη Βρετανία — την τρίτη εγγυήτρια, με στρατιωτικές βάσεις πάνω στο ίδιο το νησί — να επέμβουν μαζί. Η Βρετανία αρνήθηκε. Η Τουρκία θα προχωρούσε μόνη, κραδαίνοντας εκείνη την παράγραφο της συνθήκης — το δικαίωμα της επέμβασης.

Στις δεκαεννιά Ιουλίου, ο Μακάριος — φυγαδευμένος πια από τους Βρετανούς έξω από το νησί — ανέβηκε στο βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Και είπε μια φράση που θα τη συζητούν για πάντα: ονόμασε το πραξικόπημα «εισβολή της Ελλάδας στην Κύπρο». Ζητούσε αποκατάσταση της δημοκρατίας, όχι πόλεμο. Αλλά η λέξη «εισβολή», στα χείλη του ίδιου του προέδρου, έδωσε στην Άγκυρα το τελευταίο πρόσχημα που χρειαζόταν.

Το ξημέρωμα της επόμενης μέρας — είκοσι Ιουλίου, πέντε και μισή το πρωί — οι κάτοικοι της Κερύνειας είδαν στον ορίζοντα κάτι που καμία γενιά Κυπρίων δεν είχε ξαναδεί: αποβατικά πλοία. Τουρκικά στρατεύματα πάτησαν στην ακτή Πεντεμίλι, αλεξιπτωτιστές έπεφταν από τον ουρανό, και τα ραδιόφωνα της Άγκυρας μιλούσαν για «ειρηνευτική επιχείρηση». Η ιστορία θα τη θυμάται με το όνομα του σχεδίου της: Αττίλας.

Η Εθνική Φρουρά και οι λιγοστοί Έλληνες στρατιώτες του νησιού πολέμησαν σκληρά. Αλλά όλοι περίμεναν το ίδιο πράγμα: την Ελλάδα. Η χούντα κήρυξε γενική επιστράτευση — κι εκεί αποκαλύφθηκε σε τι κατάσταση βρισκόταν πραγματικά ο στρατός της. Έφεδροι έπαιρναν τυφέκια χωρίς σφαίρες. Άλλοι περίμεναν ώρες σε στρατόπεδα όπου δεν υπήρχε κανένα όπλο να τους δοθεί. Σε κάποιες μονάδες, δύο και τρεις άντρες μοιράζονταν ένα τυφέκιο. Και πέρα από το χάος, υπήρχε κι ένας πιο ψυχρός υπολογισμός: η ίδια η χούντα ήξερε πως, σε ανοιχτό πόλεμο με την Τουρκία, η Ελλάδα δεν είχε πιθανότητες. Η «μητέρα πατρίδα», που για χρόνια ορκιζόταν στην Ένωση, δεν είχε ούτε την ετοιμότητα ούτε το κουράγιο να στείλει σχεδόν τίποτα.

Έστειλε μία νυχτερινή αποστολή απελπισίας. Τη νύχτα της εικοστής πρώτης προς εικοστή δεύτερη Ιουλίου, μεταγωγικά αεροπλάνα γεμάτα καταδρομείς απογειώθηκαν από την Κρήτη για να ενισχύσουν τη Λευκωσία — πετώντας ξυστά στο κύμα, με σβηστά φώτα, σε απόλυτη σιγή ασυρμάτου. Ήταν τόσο μυστική, που κανείς δεν πρόλαβε να ειδοποιήσει εγκαίρως τους αντιαεροπορικούς σκοπευτές στη Λευκωσία — και μέσα στο σκοτάδι, εκείνοι πέρασαν τα αεροπλάνα για τουρκικά. Το τέταρτο αεροσκάφος — κωδικός «Νίκη τέσσερα» — έπεσε φλεγόμενο λίγο πριν από τον διάδρομο. Τριάντα ένας άντρες σκοτώθηκαν από φίλια πυρά. Είχαν έρθει να σώσουν την Κύπρο· τους σκότωσε το χάος εκείνων που τους έστειλαν.

Και τότε, στις είκοσι τρεις Ιουλίου, συνέβη κάτι που λίγοι περίμεναν τόσο γρήγορα. Η χούντα, συντετριμμένη κάτω από το βάρος του ίδιου της του εγκλήματος, κατέρρευσε. Οι στρατηγοί παρέδωσαν την εξουσία στους πολιτικούς, και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε από το Παρίσι μέσα σε ξέφρενους πανηγυρισμούς. Η δημοκρατία γύρισε στην Ελλάδα. Την ίδια μέρα, στη Λευκωσία, κατέρρευσε και ο Σαμψών.

Στάσου σε αυτό για μια στιγμή: η Μεταπολίτευση — η δημοκρατία που ζει στην Ελλάδα μέχρι σήμερα — γεννήθηκε πάνω στην καταστροφή της Κύπρου. Οι δύο ιστορίες έχουν την ίδια ημερομηνία γέννησης.

Στη Γενεύη άρχισαν διαπραγματεύσεις. Αλλά η Τουρκία, με στρατό πια πάνω στο νησί, κέρδιζε χρόνο και μετέφερε ενισχύσεις. Και ο κόσμος κοιτούσε αλλού: στις εννιά Αυγούστου, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ρίτσαρντ Νίξον παραιτήθηκε για το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ. Η υπερδύναμη που θα μπορούσε να πει «σταματήστε» ήταν απασχολημένη με τον εαυτό της.

Τα ξημερώματα της δέκατης τέταρτης Αυγούστου, στη Γενεύη, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών σήκωσε το τηλέφωνο και είπε στον πρωθυπουργό του μια φράση που ακουγόταν εντελώς αθώα: «Η Αϊσέ να πάει διακοπές.» Η Αϊσέ ήταν η κόρη του — και η φράση, συμφωνημένος κωδικός, μην τυχόν και οι γραμμές παρακολουθούνταν. Σήμαινε: προχωρήστε.

Μέσα σε τρεις μέρες, ο «Αττίλας ο δεύτερος» σάρωσε τον βορρά. Όταν σίγησαν τα όπλα, ο τουρκικός στρατός κρατούσε πάνω από το ένα τρίτο του νησιού — την Αμμόχωστο, τη Μόρφου, ολόκληρη τη χερσόνησο της Καρπασίας.

Στην Αμμόχωστο υπήρχε μια συνοικία που τη ζήλευε όλη η Μεσόγειος: τα Βαρώσια. Χρυσές παραλίες, ολοκαίνουρια ξενοδοχεία, διεθνές τζετ σετ — εδώ έκαναν διακοπές η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και η Μπριζίτ Μπαρντό. Μέσα σε μια μέρα, καθώς πλησίαζε ο στρατός, οι τριάντα εννιά χιλιάδες κάτοικοί της έφυγαν. Άφησαν ρούχα στις ντουλάπες, πιάτα στα τραπέζια, αυτοκίνητα στις εκθέσεις. «Για λίγες μέρες», σκέφτηκαν. Ο τουρκικός στρατός περιέφραξε τη συνοικία με συρματόπλεγμα — και την κράτησε σφραγισμένη. Πάνω από πενήντα χρόνια μετά, τα Βαρώσια στέκονται ακόμα εκεί: μια πόλη-φάντασμα, με τα ξενοδοχεία του εβδομήντα τέσσερα να σαπίζουν πάνω από μια άδεια χρυσή παραλία.

Ο απολογισμός εκείνου του καλοκαιριού μετριέται δύσκολα. Σχεδόν διακόσιες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους — περίπου ένας στους τρεις. Έφυγαν κρατώντας ό,τι χωρούσε στα χέρια τους… και τα κλειδιά τους. Δεκάδες χιλιάδες Τουρκοκύπριοι πήραν τον αντίθετο δρόμο, προς τον βορρά. Και εδώ η αλήθεια απαιτεί να ειπωθεί ολόκληρη: ο πόνος σε αυτή την ιστορία δεν μίλησε μόνο ελληνικά. Εκείνον τον Αύγουστο, τουρκοκυπριακά χωριά γνώρισαν σφαγές αμάχων από ελληνοκυπριακά χέρια. Αθώοι χάθηκαν και από τις δύο πλευρές.

Και υπάρχουν κι εκείνοι που δεν βρέθηκαν ποτέ — ούτε ζωντανοί, ούτε νεκροί. Δύο χιλιάδες δύο άνθρωποι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, καταγράφηκαν αγνοούμενοι. Για δεκαετίες, μανάδες στέκονταν στα οδοφράγματα κρατώντας ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ρωτώντας όποιον περνούσε. Μέχρι σήμερα, μια διακοινοτική επιτροπή σκάβει σε πηγάδια και σε χωράφια, αναζητώντας τους έναν έναν. Σχεδόν οι μισοί δεν έχουν ταυτοποιηθεί ακόμα.

Τον Δεκέμβριο του εβδομήντα τέσσερα, ο Μακάριος γύρισε στην Κύπρο, μπροστά σε ένα πλήθος που έκλαιγε. Το πραξικόπημα που στήθηκε για να τον θάψει είχε πεθάνει πριν από εκείνον. Χωρίς αυτό, η Τουρκία δεν θα είχε ούτε τον χρόνο ούτε το πρόσχημα να κινηθεί έτσι, τόσο γρήγορα. Και εδώ βρίσκεται η πιο πικρή ειρωνεία ολόκληρης της ιστορίας: εκείνοι που άρπαξαν την εξουσία για να ενώσουν την Κύπρο με την Ελλάδα, δεν έφεραν την Ένωση. Έφεραν τον διαμελισμό.

Σήμερα, η Λευκωσία είναι η τελευταία μοιρασμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης. Η Πράσινη Γραμμή — εκείνη η γραμμή από πράσινο μολύβι, μια νύχτα του εξήντα τρία — πέρασε μέσα από τα στενά της παλιάς πόλης και δεν έφυγε ποτέ. Στη μέση της νεκρής ζώνης, ένα ολόκληρο διεθνές αεροδρόμιο ρημάζει παγωμένο στον χρόνο. Και το κράτος που ανακήρυξε αργότερα η τουρκοκυπριακή πλευρά στον βορρά δεν το έχει αναγνωρίσει καμία χώρα στον κόσμο — εκτός από την Τουρκία.

Κάθε χρόνο, στις είκοσι Ιουλίου, στις πέντε και μισή το πρωί, οι σειρήνες ουρλιάζουν σε ολόκληρη την ελεύθερη Κύπρο — την ίδια ακριβώς ώρα που φάνηκαν τα αποβατικά στην Κερύνεια. Και στα σχολεία, γενιές ολόκληρες παιδιά μεγάλωσαν με τον ίδιο χάρτη στο τετράδιο — ένα νησί με το πάνω μέρος του βαμμένο σαν πληγή — και δύο λέξεις από κάτω: «Δεν ξεχνώ».

Γιατί σε σπίτια προσφύγων, σε συρτάρια και σε κορνίζες, φυλάγονται ακόμα κλειδιά. Σκουριασμένα πια, βαριά, πενήντα χρόνων. Κλειδιά για πόρτες που ίσως δεν υπάρχουν. Όσο όμως τα κρατούν, λένε κάτι που δεν χρειάζεται μετάφραση: μια πατρίδα δεν χάνεται όταν σου την παίρνουν.

Χάνεται μόνο αν την ξεχάσεις.

Η Εισβολή στην Κύπρο — Akoofy