Η Αλήθεια Που Μόνο Λίγοι Βλέπουν (Ή Έτσι Νομίζουν)
Απομαγνητοφώνηση
Μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει ένας μικρός, κοιμισμένος σπόρος: η ανάγκη να νιώσει σημαντικός. Τις περισσότερες μέρες μένει θαμμένος, αόρατος, χωρίς να τον προσέχουμε καν. Δεν χρειάζεται πολλά, όμως, για να φυτρώσει. Και όταν φυτρώνει, δεν παράγει απλώς μια ιδέα. Παράγει μια ταυτότητα — έναν άνθρωπο που ξέρει αυτό που οι άλλοι αγνοούν.
Αυτό το βιβλίο είναι η ιστορία αυτού του σπόρου: τι τον κάνει να φυτρώνει, ποιος τον ποτίζει, και γιατί σήμερα μεγαλώνει πιο γρήγορα απ' ό,τι σε καμία άλλη εποχή. Κι έχει μια συνέπεια που αξίζει να πούμε εξαρχής, γιατί λύνει ένα φαινομενικό μυστήριο: ο φανατικός οπαδός μιας παράταξης και ο άνθρωπος που πιστεύει σε κρυφά τσιπ μέσα σε ταυτότητες δεν είναι δύο διαφορετικά είδη ανθρώπων. Είναι ο ίδιος άνθρωπος, με τον ίδιο σπόρο μέσα του, που απλώς φύτρωσε σε διαφορετικό χώμα. Η θεωρία συνωμοσίας είναι απλώς η πιο ακραία, πιο ευδιάκριτη μορφή του φανατισμού — γι' αυτό και το πιο καθαρό παράδειγμα για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί ο μηχανισμός σε όλες του τις μορφές.
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τον ίδιο τον σπόρο, γιατί χωρίς αυτόν τίποτα από όσα ακολουθούν δεν εξηγείται.
Ο ψυχολόγος Αντριάν Λαντιάν και οι συνεργάτες του μελέτησαν κάτι που ονομάζεται need for uniqueness — η ανάγκη να νιώθεις μοναδικός, διαφορετικός από τον μέσο άνθρωπο. Το κατέγραψαν ως σταθερό χαρακτηριστικό προσωπικότητας και βρήκαν κάτι εντυπωσιακό: όσο πιο έντονη είναι αυτή η ανάγκη σε κάποιον, τόσο πιο πιθανό να πιστέψει σε συνωμοσίες — ακόμη κι όταν πρόκειται για θεωρίες εντελώς επινοημένες, που του παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά μέσα στο ίδιο το πείραμα. Η ελκυστικότητα μιας θεωρίας, δηλαδή, δεν εξαρτάται τόσο από το περιεχόμενό της. Εξαρτάται από το πόσο ικανοποιεί αυτή την ανάγκη να νιώσεις διαφορετικός από τους πολλούς.
Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό στην ίδια έρευνα. Όταν είπαν σε συμμετέχοντες πως μια συγκεκριμένη άποψη την πίστευε η πλειοψηφία —ας πούμε το ογδόντα ένα τοις εκατό του κόσμου— η πίστη τους σε αυτήν μειώθηκε αμέσως. Καμία απόδειξη δεν άλλαξε· άλλαξε μόνο η αντίληψη για το πόσο σπάνια ήταν αυτή η γνώση. Μόλις έγινε δημοφιλής, έγινε λιγότερο ελκυστική.
Αυτό σημαίνει πως μια πεποίθηση μπορεί να λειτουργεί σαν κάρτα εισόδου σε μια μικρή, εκλεκτή παρέα — τους «ξυπνημένους», όπως αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται. Και προσφέρει, ταυτόχρονα, τρία κέρδη: γνωστική ανωτερότητα («εγώ το κατάλαβα, οι άλλοι κοιμούνται ακόμα»), ανήκειν σε μια κοινότητα που σε επιβεβαιώνει καθημερινά, και ηθική ανωτερότητα — δεν είσαι απλώς πιο έξυπνος, είσαι κι αυτός που νοιάζεται αρκετά ώστε να ψάξει την αλήθεια, σε αντίθεση με τους «βολεμένους» που προτιμούν να μην ξέρουν.
Να γιατί, όταν φέρνεις σε κάποιον στοιχεία που τον διαψεύδουν, εκείνος δεν το βιώνει σαν «έμαθα κάτι καινούριο». Το βιώνει σαν απειλή στην ίδια του την ταυτότητα. Δεν παλεύεις με έλλειψη πληροφορίας. Παλεύεις με έναν σπόρο που έχει ήδη φυτρώσει.
Ο σπόρος, όμως, δεν φυτρώνει από μόνος του. Χρειάζεται βροχή. Και η βροχή αυτή έχει όνομα: απώλεια ελέγχου.
Το δύο χιλιάδες οκτώ, οι ψυχολόγοι Τζένιφερ Γουίτσον και Άνταμ Γκαλίνσκι δημοσίευσαν στο περιοδικό Science ένα πείραμα-σταθμό. Έφεραν ανθρώπους σε καταστάσεις όπου ένιωθαν έλλειψη ελέγχου —τους έδιναν, λόγου χάρη, τυχαία σχόλια που δεν είχαν καμία σχέση με τις πραγματικές τους επιλογές— και μετά τους έδειξαν εικόνες με καθαρό, τυχαίο θόρυβο: στατικό «χιόνι» σε οθόνη, τυχαίες σειρές χρηματιστηριακών αριθμών. Το εύρημα: όσοι είχαν βιώσει έλλειψη ελέγχου έβλεπαν μοτίβα, σχήματα, «τάσεις» μέσα σε αυτό το καθαρό χάος — πράγματα που απλούστατα δεν υπήρχαν — πολύ πιο συχνά από τους υπόλοιπους. Το ονόμασαν illusory pattern perception, αντίληψη φανταστικού μοτίβου.
Ο νους δεν ανέχεται το χάος. Όταν καταρρέει η αίσθηση προσωπικού ελέγχου —χάνεις τη δουλειά σου, δεν καταλαβαίνεις τι συμβαίνει με την οικονομία, μια πανδημία αναποδογυρίζει τη ζωή σου μέσα σε λίγες εβδομάδες— αναζητά αλλού μια τάξη για να αναπληρώσει ό,τι έχασε. Η ψυχολογία το ονομάζει compensatory control, αντισταθμιστικό έλεγχο. Και εδώ βρίσκεται το σημείο όπου η βροχή συναντά τον σπόρο: μια απλή ανάγκη για τάξη θα αρκούσε να σε κάνει να πιστέψεις σε κάτι δομημένο — έναν θεό, έναν νόμο της φύσης. Αλλά όταν η ίδια απώλεια ελέγχου βρει μπροστά της κι έναν σπόρο που ήδη ζητά σημασία, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια πεποίθηση σε τάξη. Είναι μια πεποίθηση σε τάξη που εσύ, και λίγοι ακόμα, την είδατε πρώτοι.
Να γιατί η πίστη σε συνωμοσίες αυξάνεται συστηματικά σε περιόδους κρίσης — οικονομικής κατάρρευσης, τρομοκρατικών επιθέσεων, πανδημιών — χωρίς η θεωρία να χρειάζεται καν να σχετίζεται λογικά με τη συγκεκριμένη κρίση. Αρκεί η γενική αίσθηση απειλής για να ποτίσει τον σπόρο.
Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς μακριά για να δει πού εφαρμόζεται αυτό. Μια χώρα σαν την Ελλάδα πέρασε σχεδόν δεκαπέντε συναπτά χρόνια χωρίς ανάσα: οικονομική κρίση, μνημόνια, εισοδήματα σε κατάρρευση, ανεργία νέων που κάποια στιγμή ξεπέρασε το μισό μιας ολόκληρης γενιάς. Μόλις άρχισε να ηρεμεί, ήρθε μια πανδημία με αντιφατικές οδηγίες και δύο χρόνια εγκλεισμού. Ύστερα ενεργειακή κρίση, πληθωρισμός, ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα που άφησε πίσω του ερωτήματα δίχως σαφείς απαντήσεις για καιρό. Δεκαπέντε σχεδόν αδιάκοπα χρόνια βροχής, πάνω σε σπόρο που ήδη υπήρχε — όχι επειδή ο κόσμος εδώ είναι πιο εύπιστος, αλλά επειδή το συσσωρευμένο βάρος της αβεβαιότητας ήταν αντικειμενικά τεράστιο. Και το μοτίβο αυτό δεν έχει ιδεολογία· φυτρώνει εξίσου σε όποιον πιστεύει πως μια κυβέρνηση σχεδίασε επίτηδες μια πανδημία και σε όποιον πιστεύει πως μόνο η δική του παράταξη βλέπει καθαρά μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο «χειραγωγημένους».
Ο σπόρος υπήρχε πάντα. Η βροχή, μέσα από κρίσεις, ήρθε κι αυτή πολλές φορές στην ιστορία. Αυτό, όμως, που δεν υπήρχε ποτέ πριν είναι ένας μηχανισμός φτιαγμένος ειδικά για να βρίσκει κάθε βλαστάρι, σε δισεκατομμύρια ανθρώπους ταυτόχρονα, και να το σπρώχνει να μεγαλώσει γρηγορότερα απ' όσο θα μεγάλωνε από μόνο του. Αυτός ο μηχανισμός λέγεται αλγόριθμος, κι είναι σαν ένα τεράστιο θερμοκήπιο.
Οι πλατφόρμες όπου περνάμε τις ώρες μας δεν έχουν σκοπό να μας ενημερώσουν σωστά· έχουν σκοπό να μας κρατήσουν εκεί όσο περισσότερο γίνεται, γιατί έτσι βγάζουν χρήματα. Και ό,τι κρατάει την προσοχή περισσότερο δεν είναι η νηφάλια ανάλυση — είναι το περιεχόμενο που σε κάνει να νιώθεις απειλή, ή να νιώθεις εκλεκτός. Συχνά και τα δύο μαζί. Το δύο χιλιάδες δεκαοκτώ, ερευνητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης μελέτησαν εκατομμύρια αναρτήσεις στο Twitter και κατέγραψαν πως οι ψευδείς και ακραίες ειδήσεις διαδίδονταν περίπου έξι φορές ταχύτερα από τις αληθινές. Όχι επειδή ήταν πιο πειστικές. Επειδή ήταν πιο σοκαριστικές, κι από πάνω, χάριζαν σε όποιον τις μοιραζόταν την αίσθηση πως αποκάλυπτε κάτι.
Το σώμα μας συνεργεί σε αυτό, χωρίς να το θέλει. Μπροστά σε κάτι απειλητικό ενεργοποιείται η αμυγδαλή, το τμήμα του εγκεφάλου που εξελίχθηκε εκατομμύρια χρόνια για να μας κρατάει ζωντανούς μπροστά σε κίνδυνο· η προσοχή προσηλώνεται αυτόματα, γιατί κάποτε το να αγνοήσεις μια απειλή κόστιζε πολύ περισσότερο από το να αγνοήσεις κάτι ουδέτερο. Η ηθική αγανάκτηση —ο θυμός απέναντι σε κάποιον που θεωρούμε άδικο— πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα: ενεργοποιεί και τα κυκλώματα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Θυμώνουμε μαζί, το μοιραζόμαστε, παίρνουμε επιβεβαίωση, κι ο αλγόριθμος μαθαίνει τι μας αρέσει. Μας δίνει κι άλλο απ' αυτό. Έτσι κλείνει ένας κύκλος που δεν σχεδίασε κανείς επίτηδες, αλλά που κανείς δεν έχει κίνητρο να τον σπάσει.
Αυτό το ίδιο θερμοκήπιο, που βρίσκει τον σπόρο μέσα σε κάθε άνθρωπο υπό πίεση και τον σπρώχνει να μεγαλώσει, παράγει δύο αποτελέσματα που μοιάζουν αντίθετα αλλά είναι, στην πραγματικότητα, το ίδιο πράγμα.
Το πρώτο: μας κάνει να νομίζουμε πως ο κάμπος γύρω μας είναι κατάφυτος. Σε κάθε κοινωνικό δίκτυο, μια μικρή μερίδα χρηστών παράγει το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού περιεχομένου —έρευνες την τοποθετούν γύρω στο έξι τοις εκατό των πιο ενεργών χρηστών, υπεύθυνη για πάνω από τα δύο τρίτα των πολιτικών αναρτήσεων— και αυτή η μερίδα είναι σταθερά πιο ακραία από τον μέσο άνθρωπο. Ο αλγόριθμος επιλέγει να μας δείχνει ακριβώς αυτούς, γιατί προκαλούν την πιο έντονη αντίδραση, κι ο νους μας, που γενικεύει από ό,τι είναι συναισθηματικά έντονο, το κωδικοποιεί σαν «έτσι είναι όλοι εκεί». Μια μελέτη του οργανισμού More in Common, το δύο χιλιάδες δεκαεννιά, έδειξε το παράδοξο αποτέλεσμα: όσο περισσότερο κάποιος καταναλώνει ειδήσεις και social media, τόσο χειρότερα —όχι καλύτερα— μαντεύει τις πραγματικές θέσεις της απέναντι πλευράς. Ο περισσότερος κάμπος, δηλαδή, δεν είναι τόσο κατάφυτος όσο νομίζουμε. Απλώς βλέπουμε συνέχεια τα ίδια λίγα βλαστάρια που το θερμοκήπιο επέλεξε να μας δείξει.
Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι το ακριβώς αντίθετο, κι έρχεται από το ίδιο θερμοκήπιο: κάποια από αυτά τα βλαστάρια είναι πραγματικά, και μεγαλώνουν αληθινά. Κάποιος ξεκινά απλώς δυσαρεστημένος· ο αλγόριθμος τον τροφοδοτεί με ολοένα πιο ακραίο περιεχόμενο, γιατί αυτό κρατά την προσοχή· και μήνες αργότερα βρίσκεται να πιστεύει πράγματα που στην αρχή θα απέρριπτε. Αυτός ο δρόμος έχει παράξει, τεκμηριωμένα, πραγματικές βίαιες ή εγκληματικές οργανώσεις στην πρόσφατη ιστορία — από ένοπλες ομάδες της δεκαετίας του εβδομήντα μέχρι κόμματα που μπήκαν σε κοινοβούλια με πραγματικά ποσοστά και καταδικάστηκαν αργότερα δικαστικά ως εγκληματικές. Ο πυρήνας αυτός είναι μικρός, αλλά υπαρκτός, και έχει δυσανάλογη επιρροή, ακριβώς επειδή το ίδιο θερμοκήπιο που τον μεγαλώνει είναι κι αυτό που τον κάνει να φαίνεται μεγαλύτερος απ' ό,τι είναι.
Δύο αλήθειες, λοιπόν, όχι μία, κι απορρέουν και οι δύο από τον ίδιο μηχανισμό: ο περισσότερος κόσμος δεν είναι τόσο ακραίος όσο νομίζουμε· και ταυτόχρονα, υπάρχει πραγματική ακρότητα, μεγαλωμένη μέσα στο ίδιο θερμοκήπιο που μας κάνει να βλέπουμε κάμπους εκεί που υπάρχουν μόνο λίγα χόρτα.
Το χώμα, βέβαια, αλλάζει ανάλογα με το ποιος καλλιεργεί — και γι' αυτό ο φανατισμός φοράει τόσα διαφορετικά προσωπεία. Άλλοτε είναι ο θαυμασμός για έναν ισχυρό ηγέτη μιας άλλης χώρας, γιατί δίνει την αίσθηση πως κάπου υπάρχει τάξη, ακόμα κι αν είναι η τάξη ενός ξένου. Άλλοτε είναι ο ακραίος εθνικισμός, που μετατρέπει την ανάγκη για ανήκειν σε ανάγκη για εχθρό. Άλλοτε είναι μια παλιά, σκοτεινή προκατάληψη —όπως ο αντισημιτισμός— που ξαναζωντανεύει ακριβώς επειδή προσφέρει έτοιμο ένοχο σε μια εποχή χωρίς σαφείς εξηγήσεις. Το χώμα διαφέρει· το φυτό είναι πάντα το ίδιο είδος, κι έχει πάντα το ίδιο σχήμα: μια μικρή ομάδα που ξέρει, απέναντι σε έναν κόσμο που —υποτίθεται— δεν ξέρει.
Αν ο σπόρος, η βροχή και το θερμοκήπιο είναι, όπως είδαμε, τρία στάδια μιας ίδιας διαδικασίας, τότε η αντίστασή τους θα πρέπει κι εκείνη να βρίσκεται πάνω στην ίδια αλυσίδα — κι έτσι είναι.
Όσοι σταματούν μια στιγμή πριν πιστέψουν κάτι, ρωτώντας τον εαυτό τους «πόσο σίγουρος είμαι στ' αλήθεια», πιστεύουν συστηματικά λιγότερο σε ψευδείς ειδήσεις, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης — δεν ξεριζώνουν τον σπόρο, απλώς δεν τον ποτίζουν εύκολα. Όσοι έχουν ανοχή στην αβεβαιότητα, η ικανότητα να ζεις άνετα με ένα «δεν ξέρουμε ακόμα» αντί να χρειάζεσαι απόλυτη βεβαιότητα, χρειάζονται περισσότερη βροχή για να νιώσουν την ανάγκη να πιστέψουν κάτι. Όσοι έχουν μια αίσθηση σταθερότητας κάπου αλλού στη ζωή τους —δουλειά, οικογένεια, ρουτίνα— έχουν ήδη βαθιές ρίζες εκεί όπου θα χτυπούσε η απώλεια ελέγχου. Κι όσοι έχουν φιλίες έξω από τη δική τους ιδεολογική φούσκα κόβουν, χωρίς καν να το προσπαθήσουν, το φως του θερμοκηπίου στη μέση: είναι δύσκολο να πιστέψεις πως «η απέναντι πλευρά είναι όλο τέρατα ή αφελείς» όταν γνωρίζεις προσωπικά κάποιον φυσιολογικό εκεί.
Κι όλο αυτό δεν αφορά μόνο τον απόμακρο «άλλον», τον συνωμοσιολόγο κάπου εκεί έξω. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε κρυφά τσιπ μέσα σε ταυτότητες για να νιώσεις αυτόν τον ίδιο σπόρο μέσα σου. Αρκεί μια στιγμή απόλυτης σιγουριάς για κάτι πολύπλοκο, μια στιγμή περιφρόνησης για όποιον σκέφτεται διαφορετικά. Ο φανατισμός δεν χρειάζεται πάντα ακραίο περιεχόμενο· χρειάζεται μόνο βεβαιότητα, κι η βεβαιότητα, όσο κι αν δεν το παραδεχόμαστε εύκολα, νιώθεται σαν ζεστό χώμα.
Ίσως το δυσκολότερο κομμάτι αυτής της ιστορίας δεν είναι να καταλάβεις γιατί ο άλλος πιστεύει αυτό που πιστεύει, αλλά να αναγνωρίσεις πού, μέσα στη δική σου σκέψη, κάτι έχει ήδη φυτρώσει — πού η ανάγκη να έχεις δίκιο έχει γίνει πιο σημαντική από την ανάγκη να καταλάβεις.
Την επόμενη φορά που μια πεποίθηση θα σε κατακλύσει με τόση δύναμη που δεν θα αντέχεις καν να την αμφισβητήσεις, στάσου μια στιγμή δίπλα της, σαν να στέκεσαι μπροστά σε κάτι που μόλις φύτρωσε στον δικό σου κήπο. Ρώτησε: αυτό που νιώθω τώρα, μου δίνει απαντήσεις — ή μου δίνει απλώς ρίζες; Κι αν αυτή η πεποίθηση ξεραθεί κάποια στιγμή μπροστά σε ένα καλό επιχείρημα, τι θα χάσεις στ' αλήθεια; Μια ιδέα — ή τη θέση σου ανάμεσα στους λίγους που, όπως πίστευες, καλλιεργούσαν κάτι που οι άλλοι δεν είχαν καν προσέξει;