Τσε Γκεβάρα: Ο Άνθρωπος και το Εικόνισμα
Απομαγνητοφώνηση
Δεκαέξι χρόνια. Τόση ήταν η απόσταση ανάμεσα σε δύο στιγμιότυπα του ίδιου ανθρώπου. Στο πρώτο, είναι ένας εικοσιτριάχρονος φοιτητής ιατρικής, πάνω σε μια σπασμένη μοτοσικλέτα που ίσα που αντέχει ως το επόμενο χωριό. Στο δεύτερο, είναι τριάντα εννιά ετών, εξαντλημένος κι άρρωστος, με τα χέρια δεμένα, λίγα λεπτά πριν τον εκτελέσουν σε ένα άδειο σχολείο της Βολιβίας. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο στιγμιότυπα, ο ίδιος άνθρωπος πρόλαβε να γίνει αντάρτης στα βουνά της Κούβας, κομαντάντε μιας νικηφόρας επανάστασης, υπουργός, διοικητής ενός φρουρίου όπου υπέγραφε θανατικές καταδίκες, και τελικά η πιο αναπαραγόμενη φωτογραφία του εικοστού αιώνα. Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα έγινε εικόνα πολύ πιο εύκολα απ' όσο έγινε ιστορία.
Πριν γίνει αντάρτης, γιατρός ή υπουργός, ο Ερνέστο ήταν ένα παιδί που δύσκολα ανέπνεε. Γεννήθηκε στις δεκατέσσερις Ιουνίου του χίλια εννιακόσια είκοσι οκτώ στο Ροσάριο της Αργεντινής, σε αστική οικογένεια με ιρλανδικές και ισπανικές ρίζες, και από τα δύο του χρόνια τον ταλαιπωρούσαν κρίσεις βαρέος άσθματος που κρατούσαν την οικογένεια σε συνεχή μετακόμιση, αναζητώντας κλίμα που να τον ανακουφίζει. Το παράδοξο είναι ότι το ίδιο παιδί που πάλευε να πάρει ανάσα μεγάλωσε παίζοντας ράγκμπι, κολυμπώντας, ανεβαίνοντας βουνά, σαν να ήθελε να αποδείξει στο ίδιο του το σώμα ότι δεν θα το περιόριζε. Σπούδασε ιατρική στο Μπουένος Άιρες, κι αποφοίτησε το χίλια εννιακόσια πενήντα τρία. Δεν το ήξερε ακόμα, αλλά το πτυχίο εκείνο δεν θα το χρησιμοποιούσε ποτέ όπως το φαντάζονταν οι καθηγητές του.
Ό,τι τον άλλαξε πραγματικά δεν έγινε σε αμφιθέατρο. Το χίλια εννιακόσια πενήντα ένα, πριν καν πάρει το πτυχίο, ανέβηκε σε μια παλιά μοτοσικλέτα μαζί με τον φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο και διέσχισε τη Λατινική Αμερική, από την Αργεντινή ως τη Βενεζουέλα. Είδε από κοντά λεπρούς αποκλεισμένους σε αποικίες στο Περού, ανθρακωρύχους της Χιλής να δουλεύουν για ψίχουλα, ιθαγενείς κοινότητες χωρίς γη, νερό ή φωνή. Δεν ήταν έκπληξη ότι υπήρχε φτώχεια· ήταν έκπληξη το μέγεθός της, πάντα το ίδιο, από χώρα σε χώρα, σαν να μην ήταν ατύχημα αλλά σχέδιο. Αργότερα θα το περιέγραφε ο ίδιος ως το ταξίδι που τον έκανε να δει τη Λατινική Αμερική όχι σαν σύνολο χωρών, αλλά σαν έναν ενιαίο λαό με το ίδιο πρόβλημα. Το ερώτημα που έφερε πίσω μαζί του δεν ήταν πια «πώς θεραπεύω έναν άρρωστο», αλλά «ποιος τον αρρωσταίνει».
Η απάντηση φάνηκε να παίρνει σάρκα και οστά τρία χρόνια αργότερα, στη Γουατεμάλα. Εκεί, ο εκλεγμένος πρόεδρος Χακόμπο Άρμπενς είχε ξεκινήσει αγροτική μεταρρύθμιση που απαλλοτρίωνε ακαλλιέργητη γη μεγάλων εταιρειών, ανάμεσά τους της αμερικανικής United Fruit, για να τη μοιράσει σε ακτήμονες αγρότες. Ο Ερνέστο έφτασε εκεί το χίλια εννιακόσια πενήντα τρία, κι έζησε από πρώτο χέρι αυτό που ακολούθησε: το χίλια εννιακόσια πενήντα τέσσερα, η CIA οργάνωσε και χρηματοδότησε πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Άρμπενς μέσα σε λίγες μέρες. Δεν ήταν πια θεωρία σε βιβλίο. Ήταν μια εκλεγμένη κυβέρνηση που διαλυόταν επειδή ενόχλησε ξένα συμφέροντα. Ο Ερνέστο βγήκε από τη Γουατεμάλα πεπεισμένος για κάτι που δεν θα ξεχνούσε ποτέ: ότι η αλλαγή μέσα στους υπάρχοντες κανόνες δεν αρκούσε, κι ότι μόνο τα όπλα θα μπορούσαν να την υπερασπιστούν.
Με αυτή την πεποίθηση έφτασε στο Μεξικό, όπου το χίλια εννιακόσια πενήντα πέντε γνώρισε δύο εξόριστους Κουβανούς αδερφούς, τον Φιντέλ και τον Ραούλ Κάστρο. Ο Φιντέλ σχεδίαζε ένοπλη εισβολή στην Κούβα για να ανατρέψει τον δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα, κι ο Ερνέστο εντάχθηκε αμέσως, όχι ως στρατιωτικός, αλλά ως γιατρός της αποστολής. Οι Κουβανοί σύντροφοί του άρχισαν να τον φωνάζουν «Τσε», μια αργεντίνικη επιφωνηματική έκφραση που ο ίδιος χρησιμοποιούσε συνέχεια στην ομιλία του. Το παρατσούκλι κόλλησε τόσο πολύ που αντικατέστησε το ίδιο του το όνομα. Τον Δεκέμβριο του χίλια εννιακόσια πενήντα έξι, ογδόντα δύο άντρες αποβιβάστηκαν κρυφά στην Κούβα με το πλοιάριο «Γκράνμα». Ο στρατός του Μπατίστα τους περίμενε, και μέσα σε λίγες μέρες οι περισσότεροι είχαν σκοτωθεί ή συλληφθεί. Μόνο μια χούφτα έφτασαν ζωντανοί στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα. Ο Τσε ήταν ένας απ' αυτούς.
Στη Σιέρα Μαέστρα ο γιατρός έγινε μαχητής, και μετά κάτι παραπάνω. Ο Τσε αποδείχτηκε πειθαρχημένος, αυστηρός με τον εαυτό του και με τους άλλους, ικανός να σχεδιάζει επιχειρήσεις με ψυχρή λογική ακόμα κι όταν το άσθμα του τον έπνιγε ανάμεσα σε μάχες. Τον Ιούλιο του χίλια εννιακόσια πενήντα εφτά, ο Φιντέλ τον προήγαγε σε «κομαντάντε», τον πρώτο μη Κουβανό που πήρε ποτέ αυτόν τον βαθμό στο κίνημα. Δεν ήταν τιμητικός τίτλος· σήμαινε ανεξάρτητο πεδίο δράσης, δικό του τάγμα, δικές του αποφάσεις ζωής και θανάτου. Ο άνθρωπος που πριν λίγα χρόνια περιέγραφε τη δυστυχία των άλλων σε ένα ημερολόγιο ταξιδιού, τώρα την πολεμούσε με όπλο στο χέρι, πεπεισμένος ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος.
Η απόδειξη ήρθε στα τέλη του χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ. Με λιγότερους από τριακόσιους άντρες, ο Τσε προχώρησε προς τη Σάντα Κλάρα, στρατηγικό σιδηροδρομικό κόμβο στο κέντρο της Κούβας. Εκεί έστησε ενέδρα σε τεθωρακισμένο τρένο που μετέφερε ενισχύσεις και πυρομαχικά για τον Μπατίστα, το εκτροχίασε καταστρέφοντας τις γραμμές, και το κατέλαβε μέσα σε ώρες. Η πτώση της Σάντα Κλάρα έπεισε τον Μπατίστα ότι το παιχνίδι είχε τελειώσει. Την πρωτοχρονιά του χίλια εννιακόσια πενήντα εννέα, ο δικτάτορας εγκατέλειψε τη χώρα κρυφά, μέσα στη νύχτα, κι άφησε πίσω μια κυβέρνηση χωρίς κεφάλι. Ο άνθρωπος που εφτά χρόνια πριν έβλεπε τη φτώχεια σαν επισκέπτης πάνω σε μια μοτοσικλέτα, είχε μόλις βοηθήσει να ανατραπεί μια ολόκληρη χώρα.
Η νίκη, όμως, έφερε αμέσως το πιο σκοτεινό κεφάλαιο της ζωής του. Ο Φιντέλ ανέθεσε στον Τσε τη διοίκηση του φρουρίου Λα Καμπάνια στην Αβάνα, με εντολή να δικαστούν γρήγορα πρώην αξιωματούχοι, βασανιστές και συνεργάτες του καθεστώτος Μπατίστα. Στήθηκαν επαναστατικά δικαστήρια, με ελάχιστες εγγυήσεις υπεράσπισης, κι οι καταδικασμένοι εκτελούνταν σύντομα μετά την ετυμηγορία. Οι ιστορικοί διαφωνούν έντονα για τον ακριβή αριθμό: κάποιες εκτιμήσεις μιλούν για γύρω στις πενήντα πέντε εκτελέσεις, άλλες για πάνω από διακόσιες. Ο ίδιος ο Τσε δεν το αρνήθηκε ποτέ ούτε το μετάνιωσε δημόσια. Χρόνια αργότερα, μιλώντας στον ΟΗΕ, θα το έλεγε ξεκάθαρα: εκτελέσεις έγιναν, εκτελέσεις γίνονται, κι εκτελέσεις θα συνεχίσουν να γίνονται όσο χρειάζεται, γιατί επρόκειτο, όπως το έθετε ο ίδιος, για πόλεμο μέχρι θανάτου ενάντια στην αντεπανάσταση.
Οι υποστηρικτές του τόνιζαν το πλαίσιο: το καθεστώς Μπατίστα είχε βασανίσει και σκοτώσει χιλιάδες, κι ένα νέο κράτος όφειλε να απονείμει δικαιοσύνη κάπου. Οι επικριτές έβλεπαν κάτι διαφορετικό: δίκες χωρίς πραγματική υπεράσπιση, ετυμηγορίες γνωστές πριν καν αρχίσει η ακρόαση, κι έναν άνθρωπο που πίστευε ότι η δική του ηθική βεβαιότητα αρκούσε για να στείλει κάποιον στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το ερώτημα δεν λύθηκε ποτέ οριστικά, ούτε τότε ούτε τώρα. Σίγουρο είναι μόνο πόσο γρήγορα ο γιατρός που κάποτε περιέθαλπε λεπρούς στο Περού, είχε γίνει ο άνθρωπος που υπέγραφε θανατικές καταδίκες με το ίδιο ήρεμο χέρι.
Κι όμως, στην ίδια αυτή περίοδο, ο Τσε έδειχνε και μια πλευρά που ακόμα κι οι πιο σκληροί επικριτές του δυσκολεύονται να αμφισβητήσουν. Ως πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας και μετέπειτα υπουργός Βιομηχανίας, δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τη θέση του για προσωπικό όφελος. Ζούσε λιτά, φορούσε τις ίδιες φθαρμένες στολές, και κάθε Σαββατοκύριακο δούλευε εθελοντικά σε εργοστάσια ή χωράφια ζαχαροκάλαμου, όχι για επίδειξη, αλλά επειδή πίστευε ότι ένας ηγέτης δεν έχει δικαίωμα να ζητά θυσίες που ο ίδιος δεν είναι διατεθειμένος να κάνει. Παράλληλα στήριξε την εθνική εκστρατεία αλφαβητισμού του χίλια εννιακόσια εξήντα ένα, που μέσα σε έναν μόνο χρόνο κατέβασε τον αναλφαβητισμό στην Κούβα από πάνω από είκοσι τοις εκατό σε κάτω από τέσσερα τοις εκατό — ένα από τα πιο αναγνωρισμένα επιτεύγματα της επανάστασης, αναγνωρισμένο ακόμα κι από διεθνείς οργανισμούς έξω από την Κούβα.
Στην οικονομία, όμως, η ίδια πεποίθηση που τον έκανε αδιάφθορο τον έκανε και επικίνδυνα δογματικό. Ως υπουργός Βιομηχανίας, επέμενε ότι οι εργάτες έπρεπε να δουλεύουν με ηθικά, όχι υλικά κίνητρα — περισσότερη δουλειά όχι για περισσότερο μισθό, αλλά επειδή το χρωστούσαν στην επανάσταση. Η θεωρία ακουγόταν ευγενική. Στην πράξη, η παραγωγικότητα κατέρρευσε, οι ελλείψεις πολλαπλασιάστηκαν, κι ακόμα και συμπαθούντες ιστορικοί σήμερα αναγνωρίζουν τη θητεία του στην οικονομία ως το πιο αδύναμο κεφάλαιο της καριέρας του. Ο ίδιος άνθρωπος που αρνιόταν να δεχτεί προνόμια για τον εαυτό του, αρνιόταν εξίσου πεισματικά να δεχτεί ότι οι άλλοι μπορεί να χρειάζονταν κάτι παραπάνω από ιδεολογία για να ζήσουν.
Το ίδιο δόγμα καθόριζε και τη θέση του απέναντι στην ελευθερία έκφρασης. Ο Τσε υποστήριζε ανοιχτά το μονοκομματικό σύστημα, θεωρώντας τον αστικό πλουραλισμό απάτη που εξυπηρετούσε τελικά το κεφάλαιο, όχι τον λαό. Δεν ζήτησε ποτέ δημοκρατικές εκλογές πολλαπλών κομμάτων για την Κούβα, ούτε αμφισβήτησε δημόσια τον περιορισμό του τύπου. Στα μάτια του, η επανάσταση δεν χρειαζόταν κάλπες· χρειαζόταν πειθαρχία και συνέχεια. Ήταν η ίδια λογική που είχε δικαιολογήσει τις εκτελέσεις στη Λα Καμπάνια, τώρα εφαρμοσμένη σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα: όποιος πίστευε αρκετά δυνατά στον σκοπό, δεν χρειαζόταν να εξηγήσει τις μεθόδους.
Παράξενα, ο ίδιος αυτός άνθρωπος που έχτιζε το νέο κράτος δεν είχε καμία πρόθεση να μείνει μέσα του. Τον Απρίλιο του χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε εξαφανίστηκε από τη δημόσια ζωή της Κούβας χωρίς εξήγηση, κι έξι μήνες αργότερα ο Φιντέλ διάβασε δημόσια ένα γράμμα αποχαιρετισμού που ο Τσε του είχε αφήσει. Στο γράμμα παραιτούνταν από όλα του τα αξιώματα, από την κουβανέζικη υπηκοότητα που είχε αποκτήσει, ακόμα κι από τη θέση του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Δεν ζητούσε τίποτα για τον εαυτό του. Έγραφε ότι άλλα έθνη της γης ζητούσαν την ταπεινή του συμβολή, κι ότι το κομμάτι καθήκοντος που τον έδενε στην κουβανέζικη επανάσταση είχε πια εκπληρωθεί. Ο άνθρωπος που θα μπορούσε να κρατήσει εξουσία για μια ζωή, την άφηνε οικειοθελώς, για να πάει να πολεμήσει κάπου αλλού.
Το «αλλού» ήταν πρώτα το Κονγκό. Τον Απρίλιο του χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε, ο Τσε έφτασε εκεί κρυφά, με ψεύτικο όνομα, για να εκπαιδεύσει αντάρτες που πολεμούσαν την κυβέρνηση του Κονγκό με υποστήριξη Δυτικών και μισθοφόρων. Η αποστολή κατέρρευσε μέσα σε λίγους μήνες. Στο προσωπικό του ημερολόγιο, που δημοσιεύτηκε αργότερα, ο ίδιος περιέγραφε με σκληρή, σχεδόν απαξιωτική γλώσσα την έλλειψη πειθαρχίας των Κονγκολέζων συμμάχων του — μια κριτική που πολλοί σχολιαστές έχουν διαβάσει εκ των υστέρων ως αποικιοκρατική στάση, παράδοξη για κάποιον που πολεμούσε ακριβώς ενάντια στην αποικιοκρατία. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου αποχώρησε ηττημένος, χωρίς να έχει πετύχει σχεδόν τίποτα από όσα σχεδίαζε.
Δεν τον σταμάτησε. Τον Νοέμβριο του χίλια εννιακόσια εξήντα έξι, ο Τσε μπήκε κρυφά στη Βολιβία, πεπεισμένος ότι η χώρα ήταν έτοιμη για την ίδια ένοπλη εξέγερση που είχε πετύχει στην Κούβα. Έκανε όμως ένα λάθος που δεν είχε κάνει τη δεκαετία πριν: δεν είχε χτίσει πρώτα σχέση εμπιστοσύνης με τον ντόπιο πληθυσμό. Οι αγρότες της περιοχής, στην πλειοψηφία τους αυτόχθονες, δεν μιλούσαν καν την ίδια γλώσσα με τους αντάρτες, κι έβλεπαν τους ξένους με καχυποψία, όχι σαν απελευθερωτές. Το κομμουνιστικό κόμμα της Βολιβίας, που ο Τσε περίμενε ως σύμμαχο, αρνήθηκε τελικά να στηρίξει την εξέγερση. Ο άνθρωπος που στην Κούβα είχε βρει έναν λαό έτοιμο να τον ακολουθήσει, βρέθηκε τώρα ολομόναχος, σε ένα βουνό που δεν τον ήξερε.
Ο στρατός της Βολιβίας, εκπαιδευμένος και καθοδηγούμενος από Αμερικανούς συμβούλους, έκλεισε σιγά σιγά τον κλοιό. Στις οκτώ Οκτωβρίου του χίλια εννιακόσια εξήντα εφτά, εξαντλημένος και άρρωστος, ο Τσε συνελήφθη στο φαράγγι Κεμπράδα ντελ Γιούρο, μαζί με τα τελευταία μέλη του αντάρτικου του. Πέρασε τη νύχτα δεμένος σε ένα άδειο σχολείο του χωριού Λα Ιγκέρα. Το πρωί της επόμενης μέρας, η βολιβιανή κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη Αμερικανών αξιωματούχων της CIA που βρίσκονταν επιτόπου, αποφάσισε την άμεση εκτέλεσή του, χωρίς δίκη. Ο στρατιώτης που τράβηξε τη σκανδάλη ήταν λιγότερο σίγουρος απ' όσο θα περίμενε κανείς· ο Τσε, λένε οι μαρτυρίες, του είπε να ηρεμήσει και να σκοπεύσει καλά. Ήταν τριάντα εννιά ετών.
Υπάρχει μια ειρωνία εδώ που κανένας βιογράφος δεν παραλείπει. Ο άνθρωπος που είχε υπογράψει εκτελέσεις χωρίς πλήρη δίκη στη Λα Καμπάνια, οκτώ χρόνια νωρίτερα, πέθανε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: χωρίς δίκη, με απόφαση που πάρθηκε γρήγορα από ανθρώπους πεπεισμένους ότι είχαν δίκιο. Δεν είναι ηθικό δίδαγμα με τακτοποιημένο τέλος· είναι απλώς αυτό που συνέβη. Το σώμα του θάφτηκε κρυφά, σε άγνωστο σημείο, από τον βολιβιανό στρατό που ήθελε να αποφύγει τάφο-προσκύνημα. Χρειάστηκαν τριάντα χρόνια για να το εντοπίσουν οι ερευνητές, το χίλια εννιακόσια ενενήντα εφτά, και να το επαναπατρίσουν στην Κούβα.
Κι όμως, όσο ο άνθρωπος έσβηνε κάτω από το χώμα, η εικόνα του μόλις άρχιζε. Εφτά χρόνια πριν τον θάνατό του, το χίλια εννιακόσια εξήντα, ο Κουβανός φωτογράφος Αλμπέρτο Κόρδα τον είχε φωτογραφίσει για μερικά δευτερόλεπτα, σε μια κηδεία θυμάτων έκρηξης στην Αβάνα, με βλέμμα στραμμένο στο βάθος. Η φωτογραφία, γνωστή σήμερα ως «Ηρωικός Αντάρτης», δεν δημοσιεύτηκε καν εκείνη την εποχή. Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησε παντού, αναπαρήχθη αμέτρητες φορές σε αφίσες, μπλουζάκια, σημαίες, ντεκόρ καφετεριών, χωρίς ο ίδιος ο Κόρδα να πάρει ποτέ δεκάρα από την εμπορική της χρήση — ζήτησε μόνο να μην χρησιμοποιείται σε διαφημίσεις που πρόσβαλαν τη μνήμη του, και μία φορά μήνυσε επιτυχώς μια εταιρεία βότκας γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο.
Σήμερα, ο περισσότερος κόσμος που φοράει εκείνο το πρόσωπο σε ένα μπλουζάκι δεν έχει διαβάσει ποτέ για τη Λα Καμπάνια, ούτε για το Κονγκό, ούτε καν για το ίδιο το μανιφέστο που έγραψε ο Τσε στα είκοσι τρία του χρόνια πάνω σε μια μοτοσικλέτα. Βλέπει μόνο το βλέμμα, το αστέρι στο μπερέ, την ιδέα της εξέγερσης χωρίς το κόστος της. Ο πραγματικός άνθρωπος ήταν και τα δύο πράγματα μαζί, χωρίς το ένα να αναιρεί το άλλο: ο γιατρός που παράτησε την άνετη ζωή για να πολεμήσει τη φτώχεια που είδε με τα ίδια του τα μάτια, και ο κομαντάντε που υπέγραφε θανατικές ποινές με την ίδια ηρεμία που δούλευε εθελοντικά σε ένα χωράφι. Την επόμενη φορά που θα δεις εκείνο το πρόσωπο σ' ένα μπλουζάκι, θυμήσου: δεν κοιτάς έναν μύθο. Κοιτάς έναν άνθρωπο που δεν έκανε ποτέ έκπτωση σε τίποτα — ούτε στην αφοσίωσή του, ούτε στη σκληρότητά του.