Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Χρυσός: Η Ιστορία μιας Εμμονής

Απομαγνητοφώνηση

Στις είκοσι τέσσερις Ιανουαρίου του χίλια οκτακόσια σαράντα οκτώ, ένας μαραγκός ονόματι Τζέιμς Μάρσαλ σκύβει πάνω από ένα ρυάκι στην Καλιφόρνια και βλέπει κάτι να λάμπει μέσα στο νερό. Δουλεύει για έναν άντρα ονόματι Τζον Σάτερ, χτίζοντας έναν νερόμυλο πάνω σε μια έκταση που ο ίδιος ο Σάτερ έχει χτίσει με χρόνια δουλειάς χωράφια, βοσκοτόπια, ένα μικρό οχυρό που λειτουργεί σαν ολόκληρος οικισμός. Ό,τι μόλις βρήκε ο Μάρσαλ θα κάνει τριακόσιες χιλιάδες ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα πάντα και να ορμήσουν σε αυτή ακριβώς τη γη. Μέσα σε λίγους μήνες, οι τυχοδιώκτες πατούν τα χωράφια του Σάτερ, σφάζουν τα ζώα του, διαλύουν το οχυρό του πέτρα-πέτρα για να πάρουν το ξύλο, και διεκδικούν τη γη του στα δικαστήρια σαν να μην ήταν ποτέ δική του. Ο άνθρωπος στο έδαφος του οποίου γεννήθηκε ολόκληρος αυτός ο πυρετός πεθαίνει χρόνια αργότερα, φτωχός και ξεχασμένος, ενώ γύρω του έχουν ήδη βγει πάνω από δύο δισεκατομμύρια δολάρια σε χρυσό.

Πώς γίνεται ένα μέταλλο να καταστρέφει τον ίδιο τον άνθρωπο που το βρήκε πρώτος; Η ιστορία του Σάτερ δεν είναι μεμονωμένη είναι απλώς η πιο πρόσφατη επανάληψη ενός μοτίβου που επαναλαμβάνεται, με εκπληκτική συνέπεια, σε κάθε ήπειρο και κάθε εποχή που ο άνθρωπος έχει συναντήσει αυτό το συγκεκριμένο μέταλλο. Για να καταλάβουμε γιατί, πρέπει πρώτα να ρωτήσουμε κάτι πιο βασικό: τι έχει ο χρυσός που δεν έχει τίποτε άλλο;

Η απάντηση ξεκινά από τη χημεία, όχι από τον μύθο. Ο χρυσός είναι από τα ελάχιστα στοιχεία στη φύση που δεν σκουριάζει, δεν θαμπώνει, δεν αντιδρά σχεδόν με τίποτα ένα κομμάτι χρυσού που βγήκε από τάφο πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια λάμπει σήμερα ακριβώς όπως έλαμπε τότε, ενώ ένα κομμάτι σίδερο από την ίδια εποχή θα είχε διαλυθεί εδώ και καιρό σε σκουριά. Είναι επίσης απίστευτα εύπλαστο· ένα μόνο γραμμάριο μπορεί να απλωθεί σε φύλλο αρκετά λεπτό ώστε να καλύψει ένα ολόκληρο δωμάτιο, χωρίς να σπάσει. Και είναι σπάνιο με έναν τρόπο που ο ανθρώπινος εγκέφαλος δύσκολα συλλαμβάνει: όλος ο χρυσός που έχει βγει ποτέ από τη γη, σε όλη την ανθρώπινη ιστορία κάθε δαχτυλίδι, κάθε νόμισμα, κάθε ράβδος σε κάθε θησαυροφυλάκιο του πλανήτη θα χωρούσε σε έναν κύβο μόλις είκοσι δύο μέτρων πλευρά. Όσο ένα επταώροφο κτίριο, τίποτα παραπάνω. Λαμπρός, άφθαρτος, σπάνιος: τρεις ιδιότητες που, μαζί, εξηγούν γιατί κανένας πολιτισμός στον πλανήτη δεν χρειάστηκε να διδαχθεί από άλλον για να τον λατρέψει τον ανακάλυψαν όλοι, ανεξάρτητα, και κατέληξαν όλοι στο ίδιο συμπέρασμα.

Αυτό το κοινό συμπέρασμα, στην αρχαία Αίγυπτο, πήρε μια συγκεκριμένη μορφή: πριν καν ο χρυσός γίνει χρήμα, ήταν κάτι πολύ πιο βαρύ ιερός. Εκεί τον έλεγαν «η σάρκα των θεών» πίστευαν πως το δέρμα του ήλιου θεού Ρα ήταν φτιαγμένο ακριβώς από αυτό το μέταλλο. Ο φαραώ, ως απόγονος του θεού, ζούσε κυριολεκτικά περιτριγυρισμένος από αυτό: έπιπλα, σκεύη, προσωπίδες, σύμβολα εξουσίας. Το ίδιο το όνομα της Νουβίας, της περιοχής νότια της Αιγύπτου όπου έβρισκαν το μεγαλύτερο μέρος του, προέρχεται από την αρχαία αιγυπτιακή λέξη για τον χρυσό μια ολόκληρη γη ονομάστηκε από το μέταλλο που έκρυβε.

Ο χρυσός λοιπόν ξεκίνησε ως κάτι ιερό, όχι ως χρήμα. Η μετάβαση από το ένα στο άλλο συνέβη σε ένα συγκεκριμένο μέρος: στη Λυδία της Μικράς Ασίας, γύρω στο πεντακόσια πενήντα πριν από τον Χριστό. Εκεί, στο ποτάμι Πακτωλός, οι κάτοικοι έβρισκαν φυσικό κράμα χρυσού και ασημιού. Ο βασιλιάς Κροίσος ήταν ο πρώτος που κατάφερε να διαχωρίσει τα δύο μέταλλα και να κόψει καθαρά χρυσά νομίσματα, σταθερής αξίας, αναγνωρίσιμα παντού. Η φράση «πλούσιος σαν τον Κροίσο» δεν είναι τυχαία προέρχεται κυριολεκτικά από αυτόν τον άνθρωπο. Για πρώτη φορά, ο χρυσός δεν ήταν απλώς ιερός. Ήταν μετρήσιμος.

Κι όμως, ο ίδιος ο Κροίσος θα γίνει η πρώτη απόδειξη πως αυτός ο πλούτος δεν προστατεύει κανέναν αντίθετα, μπορεί να τον τυφλώσει. Πριν κηρύξει πόλεμο στους Πέρσες, συμβουλεύεται το Μαντείο των Δελφών, που του απαντά πως αν περάσει τον ποταμό, θα καταστρέψει μια μεγάλη αυτοκρατορία. Ο Κροίσος ακούει ό,τι θέλει να ακούσει, και επιτίθεται σίγουρος για τη νίκη. Η αυτοκρατορία που καταστράφηκε ήταν η δική του. Ο Κύρος της Περσίας τον νικά, καταλαμβάνει τη Σάρδεις, και ο πλουσιότερος άνθρωπος της εποχής του χάνει τα πάντα ακριβώς επειδή εμπιστεύτηκε τον ίδιο πλούτο που τον είχε κάνει τόσο σίγουρο για τον εαυτό του.

Σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, στην άλλη άκρη του κόσμου, ένας άνθρωπος αποδεικνύει το αντίθετο πρόβλημα: όχι πόσο εύκολα καταστρέφεται ο πλούτος, αλλά πόσο εύθραυστη είναι η ίδια η αξία του. Ο Μάνσα Μούσα, βασιλιάς του Μάλι, ξεκινά το χίλια τριακόσια είκοσι τέσσερα ένα προσκύνημα στη Μέκκα, συνοδευόμενος από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και ασύλληπτες ποσότητες χρυσού. Σε κάθε πόλη που περνά Κάιρο, Μεδίνα μοιράζει χρυσό απλόχερα, σαν δώρο. Το αποτέλεσμα δεν είναι ευγνωμοσύνη· είναι κατάρρευση. Η αξία του χρυσού στο Κάιρο πέφτει τόσο απότομα, που η πόλη χρειάζεται σχεδόν μια δεκαετία για να συνέλθει. Ο πιθανότατα πλουσιότερος άνθρωπος που έζησε ποτέ κατάφερε, μόνο με τη γενναιοδωρία του, να αποδείξει ότι ακόμα και ο χρυσός δεν έχει καμία απόλυτη αξία μόνο σχετική, μόνο όσο παραμένει σπάνιος.

Αν η αφθονία μπορεί να καταστρέψει την αξία του χρυσού, η έλλειψή του μπορεί να καταστρέψει την κρίση όσων τον ψάχνουν. Δύο αιώνες μετά τον Μάνσα Μούσα, στη σημερινή Κολομβία, οι Ισπανοί κατακτητές ακούν για μια πραγματική τελετή των Μουίσκα: ο νέος αρχηγός τους καλυπτόταν με χρυσόσκονη, ανέβαινε σε μια σχεδία, και βουτούσε σε μια ιερή λίμνη προσφέροντας χρυσά αντικείμενα στους θεούς. Οι Ισπανοί ακούν την ιστορία, την παρανοούν, και τη μεγαλοποιούν: ο «χρυσός άνθρωπος» γίνεται μια ολόκληρη «χρυσή πόλη» το Ελ Ντοράντο. Αποστολές εξοπλισμένες με όπλα και ελπίδα χάνονται μέσα στη ζούγκλα ψάχνοντας μια πόλη που δεν υπήρξε ποτέ με αυτή τη μορφή. Η πραγματική τελετή ήταν αληθινή. Ο μύθος που γεννήθηκε από αυτήν ήταν αρκετός για να στοιχίσει ζωές για αιώνες.

Το Ελ Ντοράντο ήταν η ιστορία μιας χούφτας εξερευνητών που τρελάθηκαν για ένα μέρος. Τρεις αιώνες αργότερα, στο ρυάκι του Τζέιμς Μάρσαλ, βλέπουμε την ίδια δίψα, αλλά τώρα σε βιομηχανική κλίμακα, οργανωμένη γύρω από ένα πραγματικό εύρημα αντί για μύθο. Το ίδιο ακριβώς σκηνικό θα επαναληφθεί μισό αιώνα αργότερα στο Κλοντάικ του Καναδά, με χιλιάδες ανθρώπους να διασχίζουν παγωμένα βουνά με τα πάντα στην πλάτη τους. Ο μηχανισμός είναι πάντα ο ίδιος: μια είδηση, μια φήμη, και ξαφνικά χιλιάδες ζωές αλλάζουν κατεύθυνση ταυτόχρονα λίγοι πλουτίζουν, οι περισσότεροι καταστρέφονται, και όποιος στεκόταν ήδη εκεί, σαν τον Σάτερ, πληρώνει το τίμημα για όλους.

Οι κυβερνήσεις, βλέποντας αυτή τη δύναμη να ξεφεύγει επανειλημμένα από κάθε έλεγχο, προσπάθησαν τελικά να τη δαμάσουν επίσημα. Το χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα, στο Μπρέτον Γουντς των Ηνωμένων Πολιτειών, οι νικήτριες δυνάμεις του πολέμου έδεσαν το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα στο δολάριο, και το δολάριο σε συγκεκριμένη ποσότητα χρυσού. Για πρώτη φορά, η χιλιόχρονη δίψα για το μέταλλο έγινε επίσημος, διεθνής θεσμός. Δεν κράτησε πολύ: το χίλια εννιακόσια εβδομήντα ένα, με τα αμερικανικά αποθέματα να αδειάζουν, ο πρόεδρος Νίξον έκοψε μονομερώς τη σύνδεση. Το δολάριο έμεινε στηριγμένο μόνο σε μια υπόσχεση. Ο χρυσός, όμως, δεν έφυγε πουθενά απλώς επέστρεψε στο ρόλο που είχε πριν από κάθε επίσημο σύστημα: καταφύγιο, όχι εργαλείο.

Και αυτό ακριβώς βλέπουμε να συμβαίνει ξανά σήμερα. Οι κεντρικές τράπεζες του κόσμου αγοράζουν χρυσό με ρυθμούς που δεν έχουν ξαναφανεί η Κίνα, αδιάκοπα, εδώ και είκοσι έναν συνεχόμενους μήνες· η Πολωνία, φοβούμενη τη γειτονιά της με τη Ρωσία· δεκάδες άλλες χώρες, καθεμία με τον δικό της φόβο. Η τιμή έφτασε σε ιστορικό ρεκόρ μέσα στο δύο χιλιάδες είκοσι έξι, κοντά στα πέντε χιλιάδες πεντακόσια ογδόντα εννέα δολάρια η ουγκιά, πριν καταρρεύσει κάτω από τις τέσσερις χιλιάδες μέσα σε λίγους μήνες η ίδια απότομη άνοδος και πτώση που είδαμε στην Καλιφόρνια, στο Κάιρο, στη ζούγκλα της Κολομβίας, τώρα μετρημένη σε δισεκατομμύρια αντί για σακούλες σκόνης.

Κι όσο κι αν άλλαξε η μορφή αυτής της δίψας μέσα στους αιώνες, ένα πράγμα δεν άλλαξε ποτέ: η σπανιότητα του χρυσού δεν είναι απλώς οικονομική σύμβαση, κάτι που θα μπορούσε μια μέρα να καταρρεύσει. Ο χρυσός είναι χημικό στοιχείο, με δικό του πυρήνα δεν μπορείς να τον «φτιάξεις» όπως ένα συνθετικό διαμάντι, αλλάζοντας απλώς τη διάταξη ατόμων άνθρακα. Θα χρειαζόταν να αλλάξεις τον ίδιο τον πυρήνα ενός άλλου στοιχείου, μέσα σε επιταχυντή σωματιδίων, με κόστος δισεκατομμυρίων, για να πάρεις πίσω μερικά αόρατα μικρογραμμάρια, συχνά ραδιενεργά, που διαλύονται πριν προλάβεις καν να τα κρατήσεις. Η σπανιότητα που έκανε τον Κροίσο βασιλιά και τον Σάτερ ζητιάνο δεν είναι λοιπόν ανθρώπινη σύμβαση. Είναι γραμμένη μέσα στους νόμους της φύσης.

Αυτή η φυσική σταθερά είναι το μόνο πράγμα που δεν άλλαξε ποτέ, ανάμεσα στις χιλιάδες χρόνια που χωρίζουν τον Κροίσο από τη σημερινή κεντρική τράπεζα της Κίνας. Η μορφή άλλαξε ολοκληρωτικά νομίσματα, σχεδίες, ρυάκια, ηλεκτρονικά αποθέματα. Το ίδιο το ένστικτο, όμως, δεν έχει αλλάξει καθόλου: κάθε φορά που ο άνθρωπος νιώθει ανασφαλής, γυρίζει στο ίδιο ακριβώς μέταλλο, σαν να θυμάται κάτι πολύ παλιό.

Και ίσως πραγματικά θυμάται. Γιατί ο χρυσός δεν φτιάχνεται πουθενά στη Γη. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί μέσα σε έναν κανονικό ήλιο· χρειάζεται κάτι ασύγκριτα πιο βίαιο, δύο νεκρούς αστέρες νετρονίων να συγκρουστούν, απελευθερώνοντας μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αρκετή ενέργεια για να συνθέσει τα βαρύτερα στοιχεία του σύμπαντος. Το είδαμε να συμβαίνει πραγματικά το δύο χιλιάδες δεκαεπτά, όταν αστρονόμοι κατέγραψαν για πρώτη φορά μια τέτοια σύγκρουση και παρακολούθησαν χρυσό να γεννιέται μέσα στο σκοτάδι. Όταν η Γη σχηματιζόταν, ακόμα λιωμένη, ο χρυσός βυθίστηκε σχεδόν ολόκληρος στον πυρήνα της. Ό,τι εξορύσσουμε σήμερα έφτασε αργότερα, μέσα από αστεροειδείς που χτύπησαν τον πλανήτη αφού ο φλοιός του είχε ήδη στερεοποιηθεί κατάλοιπα μιας καταστροφής αστέρων, σκορπισμένα κοντά στην επιφάνεια, για να τα βρουν, δισεκατομμύρια χρόνια αργότερα, ανθρώπινα χέρια που δεν είχαν ιδέα τι κρατούσαν.

Ίσως αυτό εξηγεί το γιατί: όχι η αξία, όχι το χρήμα, όχι καν η λάμψη αλλά το ότι κρατάμε στο χέρι μας κάτι γεννημένο σε μια βία τόσο μεγάλη, που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη κατανόηση. Ο Σάτερ δεν το ήξερε αυτό εκείνο το πρωινό στο ρυάκι. Κανείς από όσους τρελάθηκαν γι' αυτό το μέταλλο, σε καμία εποχή, δεν το ήξερε. Κι όμως, κάθε φορά, κάτι μέσα τους αναγνώριζε το κομμάτι του νεκρού άστρου που κρατούσαν στα χέρια τους, και δεν μπορούσε να τ' αφήσει.