Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

Άγιο Όρος: Πώς Επιβίωσε ένα Άβατο Χίλια Χρόνια

Απομαγνητοφώνηση

Σε ένα μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η μέρα δεν αρχίζει τα μεσάνυχτα. Αρχίζει με τη δύση του ήλιου. Τα ρολόγια ρυθμίζονται ξανά ανάλογα με την ώρα της δύσης, και το ημερολόγιο μένει δεκατρείς μέρες πίσω από το δικό μας. Κανείς εκεί δεν το βρίσκει παράξενο, γιατί ο χρόνος δεν είναι το μόνο που μετριέται αλλιώς. Ο τόπος λέγεται Άγιον Όρος. Και το πιο εντυπωσιακό δεν είναι ότι υπάρχει. Είναι ότι το Σύνταγμα ενός σύγχρονου κράτους, της Ελλάδας, τον προστατεύει στο όνομα της παράδοσης.

Για να το δεις, ξεκινάς από την Ουρανούπολη, με το καΐκι. Αν είσαι άνδρας και έχεις την ειδική άδεια, που λέγεται διαμονητήριο, το καΐκι σε αφήνει στη Δάφνη, το λιμάνι του βουνού. Αν είσαι γυναίκα, ένα άλλο καΐκι κάνει τον γύρο της ακτής, αλλά κρατά απόσταση τουλάχιστον πεντακοσίων μέτρων από την ξηρά. Από το κατάστρωμα βλέπεις μοναστήρια κρεμασμένα πάνω από τη θάλασσα και, στο βάθος, την κορυφή του Άθω, που υψώνεται στα δύο χιλιάδες τριάντα τρία μέτρα. Όμως δεν θα πατήσεις ποτέ το χώμα του. Κι ένα ερώτημα σε ακολουθεί σε όλη τη διαδρομή: πώς φτάνει ένας τέτοιος τόπος ως το δύο χιλιάδες είκοσι έξι, και μάλιστα μέσα στην Ευρώπη;

Η απάντηση δεν είναι μόνο η πίστη. Είναι μια σειρά από συμφωνίες, που ξαναγράφονται κάθε φορά που αλλάζει ο κυρίαρχος του βουνού. Θα τις δούμε μία μία. Πρώτα όμως, τι ακριβώς προστατεύουν; Η χερσόνησος του Άθω έχει μήκος πενήντα χιλιόμετρα και πλάτος από επτά έως δώδεκα, και ανήκει σε είκοσι μονές. Οι μοναχοί της, κάπου ανάμεσα σε χίλιους πεντακόσιους και δύο χιλιάδες, τη διοικούν μέσω της Ιεράς Κοινότητας, με έδρα τις Καρυές, όπου κάθε μονή στέλνει έναν αντιπρόσωπο. Το άρθρο εκατόν πέντε του ελληνικού Συντάγματος τη χαρακτηρίζει αυτοδιοίκητο τμήμα του ελληνικού κράτους, και δίνει την ελληνική ιθαγένεια σε όποιον γίνεται εκεί μοναχός. Αυτό είναι όμως μόνο το τελευταίο κεφάλαιο μιας ιστορίας που κρατά πάνω από χίλια χρόνια.

Ο Άθως τρόμαζε τους ανθρώπους πολύ πριν γίνει άγιος. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι το τετρακόσια ενενήντα δύο προ Χριστού, ο περσικός στόλος του Μαρδόνιου έχασε στους βράχους και στις θύελλες γύρω από το ακρωτήρι περίπου τριακόσια πλοία. Δέκα περίπου χρόνια αργότερα, ο Ξέρξης έσκαψε διώρυγα στον ισθμό, ώστε ο στόλος του να μη χρειαστεί να παραπλεύσει το βουνό. Ένα μέρος που ακόμη και οι βασιλιάδες το απέφευγαν ήταν ακριβώς αυτό που αναζητούσαν όσοι ήθελαν να μείνουν μόνοι. Πάνω από χίλια διακόσια χρόνια αργότερα, τον ένατο αιώνα μετά Χριστόν, οι πρώτοι ερημίτες ζούσαν ήδη εκεί, μόνοι ή σε μικρές παρέες. Έλειπε όμως κάποιος που θα μετέτρεπε αυτή την ερημιά σε θεσμό.

Ήταν ο Αθανάσιος, που είχε γεννηθεί γύρω στο εννιακόσια είκοσι στην Τραπεζούντα. Έφτασε στον Άθω το εννιακόσια πενήντα οκτώ, και είχε έναν ισχυρό προστάτη: τον Νικηφόρο Φωκά, στρατηγό και σύντομα αυτοκράτορα, που στήριξε με χρήματα το σχέδιό του. Το εννιακόσια εξήντα τρία, τη χρονιά που ο Νικηφόρος ανέβηκε στον θρόνο, άρχισε να χτίζεται η Μεγίστη Λαύρα, το πρώτο μεγάλο κοινόβιο του βουνού, με κοινή προσευχή, κοινό τραπέζι και κοινή περιουσία. Λέγεται ότι ο ίδιος ο αυτοκράτορας ήθελε να αφήσει τον θρόνο και να γίνει μοναχός εκεί. Αυτή ήταν η πρώτη συμφωνία: ο Αθανάσιος έπαιρνε προστασία και χρήματα, και ο αυτοκράτορας έπαιρνε προσευχές.

Η συμφωνία δοκιμάστηκε αμέσως. Οι ερημίτες του βουνού, που ζούσαν μόνοι τους και χωρίς κανόνες, έβλεπαν στο μεγάλο μοναστήρι μια απειλή για τον τρόπο ζωής τους. Το εννιακόσια εξήντα εννιά ο Νικηφόρος δολοφονήθηκε, και ο Αθανάσιος έμεινε χωρίς προστάτη. Οι αντίπαλοί του τον ανάγκασαν να φύγει στην Κύπρο. Γύρισε όταν ο νέος αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Τσιμισκής, τον αποκατέστησε. Και ο Τσιμισκής έκανε κάτι που σώζεται ως σήμερα: γύρω στο εννιακόσια εβδομήντα δύο υπέγραψε τον πρώτο κανονισμό για όλο το βουνό, γραμμένο σε ρολό από δέρμα κατσίκας, μακρύ πάνω από τρία μέτρα. Τον λένε Τράγο, και φυλάσσεται ακόμη στις Καρυές. Ο Αθανάσιος πέθανε πάνω στη δουλειά του. Γύρω στο χίλια τρία, ο τρούλος μιας εκκλησίας που έχτιζε κατέρρευσε και τον σκότωσε.

Στους αιώνες που ακολούθησαν, ο τόπος απέκτησε και τον κανόνα που τον έκανε γνωστό σε όλον τον κόσμο: ούτε γυναίκες, ούτε θηλυκά ζώα. Η παράδοση λέει ότι η Παναγία, σε ένα ταξίδι της με τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, ευλόγησε το βουνό και το ζήτησε για κήπο της, και ότι από τότε είναι η μόνη γυναίκα του βουνού. Οι ιστορικοί συζητούν πότε ακριβώς έγινε γραπτός κανόνας. Τα έγγραφα που τον αναφέρουν ανήκουν στον δέκατο και στον ενδέκατο αιώνα. Οι εξαιρέσεις είναι πρακτικές: οι γάτες, για τα ποντίκια, και οι κότες, για τα αβγά. Ο ελληνικός νόμος προβλέπει φυλάκιση για όποια παραβιάσει το όριο, κι όμως δεν έλειψαν όσοι δοκίμασαν. Το χίλια εννιακόσια είκοσι εννιά, μια Γαλλίδα δημοσιογράφος, η Μαρίζ Σουαζί, ισχυρίστηκε ότι μπήκε μεταμφιεσμένη σε άνδρα. Στις μέρες μας, ο κανόνας προκαλεί και διαμαρτυρίες, αλλά το κράτος και η Ιερά Κοινότητα τον στηρίζουν με το επιχείρημα της θρησκευτικής παράδοσης.

Τι προστατεύει όμως όλος αυτός ο φράχτης; Μια ησυχία. Οι μοναχοί του Άθω τη λένε ησυχασμό: την προσπάθεια να φτάσει κανείς στην εσωτερική σιωπή, επαναλαμβάνοντας ασταμάτητα μια σύντομη προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Τον δέκατο τέταρτο αιώνα, αυτή η πρακτική βρέθηκε στο στόχαστρο. Ένας λόγιος, ο Βαρλαάμ, την επέκρινε, και ο Γρηγόριος Παλαμάς, μοναχός του Άθω, ανέλαβε να την υπερασπιστεί, από το χίλια τριακόσια τριάντα επτά. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το χίλια τριακόσια σαράντα ένα, μια σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη υιοθέτησε τη δική του διδασκαλία. Από τότε ο ησυχασμός μένει η καρδιά της αθωνικής ζωής. Και αυτό εξηγεί γιατί το βουνό ζητά τόση προστασία. Η σιωπή είναι εύθραυστη.

Πώς μοιάζει μια μέρα ενός μοναχού; Χωρίζεται σε τρία οκτάωρα: προσευχή, εργασία και ανάπαυση. Ο μοναχός ξυπνά μέσα στη νύχτα, με τις καμπάνες, και η πρώτη ακολουθία κρατά ώρες. Έπειτα έρχεται το διακόνημα, η δουλειά που του έχει ανατεθεί: στον κήπο, στην κουζίνα, στη βιβλιοθήκη, στο εργαστήριο των εικόνων. Τρώει δύο φορές τη μέρα, ποτέ κρέας, και τις Δευτέρες, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές μόνο μία. Ο ρυθμός ακολουθεί τον ήλιο και όχι το ρολόι των ανθρώπων, και γι' αυτό η μέρα μετράει από το ηλιοβασίλεμα. Και επειδή το ημερολόγιο είναι το παλαιό, τα Χριστούγεννα γιορτάζονται εκεί στις επτά Ιανουαρίου, με μια αγρυπνία που κρατά όλη τη νύχτα.

Δεν ζουν όμως όλοι οι μοναχοί μέσα στις είκοσι μονές. Γύρω τους απλώνονται οι σκήτες, χωριουδάκια ασκητών με μια κεντρική εκκλησία, τα κελιά, σπίτια όπου μένουν λίγοι μοναχοί υπό την καθοδήγηση ενός γέροντα, και τα ασκητήρια, καλύβες και σπήλαια για όσους θέλουν να μείνουν εντελώς μόνοι. Είναι ένας κόσμος που ζητά, πάνω απ' όλα, να μην τον ταράζουν. Και ο κόσμος αυτός δεν ήταν ποτέ ασφαλής.

Μετά την Τέταρτη Σταυροφορία, το χίλια διακόσια τέσσερα, το βουνό πέρασε είκοσι χρόνια υπό τους Φράγκους της Θεσσαλονίκης, και οι μονές έχασαν περιουσίες. Το χίλια τριακόσια επτά ήρθε κάτι χειρότερο: οι μισθοφόροι της Καταλανικής Εταιρείας λεηλάτησαν τον Άθω για δύο χρόνια, ως το χίλια τριακόσια εννιά. Μονές καταστράφηκαν και θησαυροί χάθηκαν. Σχεδόν τριακόσια πενήντα χρόνια μετά την ίδρυση της Λαύρας, φάνηκε ότι οι συμφωνίες των αυτοκρατόρων δεν αρκούσαν όταν η αυτοκρατορία ήταν πια αδύναμη. Το βουνό χρειαζόταν έναν νέο προστάτη. Και τον βρήκε από εκεί που κανείς δεν τον περίμενε.

Το χίλια τετρακόσια τριάντα, όταν ο σουλτάνος Μουράτ ο Δεύτερος κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, οι μοναχοί του Άθω δήλωσαν υποταγή. Εκείνος τους αναγνώρισε τις περιουσίες και τα προνόμια, και ο Μωάμεθ ο Δεύτερος τα επικύρωσε μετά την Άλωση της Πόλης. Το αντίτιμο ήταν ένας κεφαλικός φόρος και βαριές έκτακτες επιβαρύνσεις. Ήταν μια νέα συμφωνία, με έναν νέο κυρίαρχο, και κράτησε σχεδόν πεντακόσια χρόνια. Κι όσο κράτησε, το βουνό συσσώρευσε έναν από τους μεγαλύτερους θησαυρούς του κόσμου. Στις βιβλιοθήκες των μονών φυλάσσονται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, περίπου δεκαπέντε χιλιάδες ελληνικά χειρόγραφα, δηλαδή το ένα τέταρτο περίπου όσων σώζονται σε όλο τον κόσμο. Οι φορητές εικόνες ξεπερνούν τις δεκαπέντε χιλιάδες. Η Ουνέσκο ανακήρυξε το βουνό μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς το χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ. Τίποτα από αυτά δεν σώθηκε επειδή ήταν κρυμμένο. Σώθηκε επειδή, τις περισσότερες φορές, κάποιος ισχυρός είχε συμφέρον να μην αγγίξει το βουνό.

Η εποχή των σουλτάνων τελείωσε τον Νοέμβριο του χίλια εννιακόσια δώδεκα, όταν ελληνικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στον Άθω, κατά τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο. Δεν τελείωσε όμως η αβεβαιότητα. Το βουνό δεν είναι μόνο ελληνικό: εκτός από τις ελληνικές μονές, υπάρχουν μια σερβική, η Χιλανδαρίου, μια βουλγαρική, του Ζωγράφου, και μια ρωσική, του Αγίου Παντελεήμονος. Η Ρωσία ζήτησε να εξαιρεθεί ο Άθως από τα εδάφη που έχανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία και να γίνει αυτόνομη ή ουδέτερη περιοχή. Το χίλια εννιακόσια δεκατρία, πενήντα Βούλγαροι στρατιώτες κατέλαβαν παράνομα τη μονή του Ζωγράφου και ύψωσαν τη βουλγαρική σημαία. Το ερώτημα είχε γίνει ξαφνικά τεράστιο: ποιος θα έπαιρνε τη θέση των σουλτάνων;

Η Ρωσία έδωσε μια πρώτη απάντηση με τον πιο απροσδόκητο τρόπο. Το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια δεκατρία, στη ρωσική μονή του Αγίου Παντελεήμονος, πολλοί μοναχοί υποστήριζαν ότι το όνομα του Θεού είναι ο ίδιος ο Θεός. Η Ιερά Σύνοδος της Ρωσίας το καταδίκασε ως αίρεση, και το ρωσικό ναυτικό έστειλε περίπου εκατόν είκοσι στρατιώτες. Δύο πλοία, ο «Τσάρος» και ο «Χερσών», μετέφεραν πάνω από εξακόσιους μοναχούς στην Οδησσό. Ανάμεσα στο χίλια εννιακόσια δέκα και στο χίλια εννιακόσια δεκατέσσερα, οι Ρώσοι μοναχοί του βουνού έπεσαν από σχεδόν τρεισήμισι χιλιάδες σε λιγότερους από δύο χιλιάδες. Ήταν μια υπενθύμιση ότι κάθε προστάτης έρχεται με τους δικούς του όρους.

Την τελική απάντηση την έδωσε η διπλωματία. Η ελληνική κυριαρχία στον Άθω επικυρώθηκε οριστικά με τη Συνθήκη της Λωζάννης, το χίλια εννιακόσια είκοσι τρία, και το χίλια εννιακόσια είκοσι έξι ένας νόμος επικύρωσε τον Καταστατικό Χάρτη του βουνού, το κείμενο που ρυθμίζει μέχρι σήμερα τη λειτουργία του. Ήταν η τρίτη μεγάλη συμφωνία. Το κράτος κρατά την κυριαρχία, ο Οικουμενικός Πατριάρχης την πνευματική δικαιοδοσία, και οι μοναχοί τη διοίκηση. Τρεις πλευρές, λοιπόν, και καθεμιά με ένα κομμάτι της εξουσίας.

Μια συμφωνία με τρεις πλευρές όμως μπορεί και να τρίξει. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η μονή Εσφιγμένου. Οι μοναχοί της διαφώνησαν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τον διάλογό του με το Βατικανό, αρνήθηκαν να το μνημονεύουν και ύψωσαν μαύρη σημαία. Το Πατριαρχείο τους κήρυξε σχισματικούς, και το δύο χιλιάδες δύο η παλιά αδελφότητα κηρύχτηκε παράνομη. Δικαστικές αποφάσεις του δύο χιλιάδες δεκαοκτώ και του δύο χιλιάδες είκοσι, για την αποβολή τους από δύο κτίρια, έγιναν τελεσίδικες τον Ιούνιο του δύο χιλιάδες είκοσι τρία. Το καλοκαίρι του δύο χιλιάδες είκοσι τέσσερα όμως η αστυνομική επιχείρηση πάγωσε, με την Ιερά Κοινότητα να ανησυχεί για βία και να θυμίζει επεισόδια του δύο χιλιάδες έξι και του δύο χιλιάδες δεκατρία. Η υπόθεση σέρνεται εδώ και δεκαετίες και παραμένει ανοιχτή.

Μια δεύτερη ένταση αφορά το χρήμα. Το δύο χιλιάδες οκτώ ξέσπασε το σκάνδαλο των ανταλλαγών της Μονής Βατοπεδίου: η μονή παρέδωσε στο Δημόσιο τη λίμνη Βιστωνίδα και παραλιακές εκτάσεις, και πήρε σε αντάλλαγμα περίπου διακόσια εξήντα ακίνητα, αρκετά από αυτά πολύτιμα. Ο ηγούμενος Εφραίμ έμεινε τρεις μήνες προφυλακισμένος το δύο χιλιάδες δώδεκα. Εννιά χρόνια μετά το σκάνδαλο, τον Μάρτιο του δύο χιλιάδες δεκαεπτά, το δικαστήριο αθώωσε και τους δεκατέσσερις κατηγορούμενους, καθώς η εισαγγελέας είχε πει ότι δεν υπήρχε απόδειξη πρόθεσης. Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς, η υπόθεση έδειξε ότι η αυτοδιοίκηση δεν σημαίνει απομόνωση. Το βουνό έχει περιουσίες, και το κράτος τις βλέπει.

Η μεγαλύτερη πίεση όμως δεν έρχεται από τα δικαστήρια, αλλά από τους προσκυνητές. Το βουνό δεν έμεινε ποτέ εντελώς κλειστό στον κόσμο. Ο γέροντας Παΐσιος, που πέθανε το χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα, αγιοποιήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον Ιανουάριο του δύο χιλιάδες δεκαπέντε, είκοσι περίπου χρόνια μετά. Ο γέροντας Πορφύριος, που πέθανε το χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, αγιοποιήθηκε το δύο χιλιάδες δεκατρία. Και οι δύο ήταν μοναχοί του Άθω, και η φήμη τους ταξίδεψε πολύ έξω από τα όριά του. Στο πρώτο εξάμηνο του δύο χιλιάδες είκοσι πέντε, ογδόντα πέντε χιλιάδες προσκυνητές πέρασαν στο βουνό, από εβδομήντα πέντε χιλιάδες την ίδια περίοδο του προηγούμενου χρόνου. Για κάτι λιγότερο από δύο χιλιάδες μοναχούς, αυτό σημαίνει πάνω από σαράντα επισκέπτες για τον καθένα μέσα σε έξι μήνες. Σε αυτούς προστίθενται περίπου τέσσερις χιλιάδες εργάτες με άδεια εργασίας.

Από το δύο χιλιάδες είκοσι τρία, πολλοί ορθόδοξοι από τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία διαλέγουν τον Άθω αντί για τους Αγίους Τόπους, εξαιτίας της αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Η Ιερά Κοινότητα μίλησε ανοιχτά για «τουριστικοποίηση» και για κίνδυνο να χαθεί ο ησυχαστικός χαρακτήρας του τόπου, αναφέροντας συνωστισμό, τροχαία ατυχήματα και ιδιωτικά αυτοκίνητα που δεν επιτρέπονται. Από την πρώτη Ιανουαρίου του δύο χιλιάδες είκοσι πέντε, κάθε σκήτη, κάθε κελί και κάθε μικρό εκκλησάκι δέχεται πολύ λιγότερους επισκέπτες τον μήνα: ένα κελί, για παράδειγμα, το πολύ είκοσι προσκυνητές. Ομάδες πάνω από πέντε άτομα δεν γίνονται δεκτές, και κάθε επίσκεψη πρέπει να δηλώνεται μία μέρα νωρίτερα. Για πρώτη φορά, το βουνό ζητά προστασία όχι από στρατούς ή σουλτάνους, αλλά από όσους το αγαπούν.

Το καΐκι γυρίζει πίσω προς την Ουρανούπολη όταν πέφτει το φως. Στην ξηρά, η μέρα τελειώνει. Στο βουνό που μένει πίσω, μόλις αρχίζει. Η Παναγία, λέει η παράδοση, ζήτησε αυτό το βουνό για κήπο της, κι ένας κήπος θέλει πάντα φύλακες. Ο Άθως βρήκε τους δικούς του κάθε φορά: έναν αυτοκράτορα που ήθελε προσευχές, έναν σουλτάνο που ήθελε υποταγή, ένα κράτος που ήθελε κυριαρχία. Ο φύλακας του σήμερα δεν έχει στέμμα ούτε στρατό. Είναι ο επισκέπτης, δηλαδή εσύ, εγώ και ο καθένας μας, που φτάνει με το καΐκι και ρωτά πώς επιβιώνει ένα τέτοιο μέρος. Και ίσως η απάντηση να είναι ότι ένας τέτοιος τόπος επιβιώνει όσο κάποιος αποφασίζει, ξανά και ξανά, να σεβαστεί το όριό του.