Μετάβαση στο περιεχόμενο
Πίσω στο βιβλίο

11 Σεπτεμβρίου: Η Μέρα που Άλλαξε τον Κόσμο

Απομαγνητοφώνηση

Ένας άντρας τραγουδάει. Στέκεται στον τεσσαρακοστό τέταρτο όροφο ενός ουρανοξύστη, κρατάει ένα μεγάφωνο, και τραγουδάει έναν παλιό ουαλικό πολεμικό ύμνο, ενώ γύρω του καπνός ανεβαίνει από τον διπλανό πύργο και τα ηχεία της εταιρείας του επαναλαμβάνουν, ξανά και ξανά, να μείνουν όλοι στις θέσεις τους. Ο άντρας αυτός λέγεται Ρικ Ρέσκορλα, είναι υπεύθυνος ασφαλείας μιας τράπεζας, και έχει ήδη αποφασίσει να αγνοήσει την εντολή. «Άντρες της Κορνουάλης, σταματήστε το όνειρο», τραγουδάει, και οι εργαζόμενοι, όροφο τον όροφο, αρχίζουν να κατεβαίνουν τις σκάλες.

Ο Ρέσκορλα δεν είναι τυχαίος. Βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ, είχε προειδοποιήσει τα ανώτερα στελέχη της εταιρείας του, χρόνια πριν, ότι οι δίδυμοι πύργοι ήταν στόχος και είχε επιβάλει, παρά τις αντιδράσεις, τακτικές ασκήσεις εκκένωσης σε κάθε εργαζόμενο. Το πρωί εκείνο, η προετοιμασία εκείνων των ασκήσεων γίνεται η μόνη διαφορά ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο για περίπου δύο χιλιάδες επτακόσιους ανθρώπους.

Η ανησυχία του δεν ήταν αφηρημένη. Οκτώ χρόνια πριν, στις είκοσι έξι Φεβρουαρίου του χίλια εννιακόσια ενενήντα τρία, ένα φορτηγό-βόμβα είχε ήδη εκραγεί στο υπόγειο γκαράζ του ίδιου συμπλέγματος, σκοτώνοντας έξι ανθρώπους και τραυματίζοντας πάνω από χίλιους. Οι δράστες εκείνης της επίθεσης είχαν στην πραγματικότητα σκοπό να ρίξουν τον έναν πύργο πάνω στον άλλο απέτυχαν, αλλά ο στόχος δεν κρύφτηκε ποτέ. Για τους περισσότερους, εκείνη η βόμβα έμεινε στη μνήμη ως ένα μεμονωμένο περιστατικό που είχε ήδη λήξει. Για τον Ρέσκορλα, ήταν απόδειξη πως κάποιος είχε ξεκάθαρα δοκιμάσει, και θα ξαναδοκίμαζε.

Είκοσι λεπτά πριν αρχίσει να τραγουδάει, στις οκτώ και σαράντα έξι το πρωί, ένα αεροπλάνο της American Airlines έχει ήδη πέσει πάνω στον βόρειο πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, στη Νέα Υόρκη. Οι πρώτες αναφορές μιλούν για ατύχημα ένα μικρό αεροπλάνο, ίσως, που χάθηκε μέσα στην πρωινή καταχνιά. Κάμερες ειδήσεων γυρίζουν προς τον καπνισμένο πύργο, και εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο παρακολουθούν ζωντανά, ανυποψίαστοι, όταν στις εννιά και τρία ένα δεύτερο αεροπλάνο, της United Airlines, εμφανίζεται στην οθόνη και χώνεται κατευθείαν στον νότιο πύργο. Δεν υπάρχει πια περιθώριο για τη λέξη «ατύχημα». Ένα αεροπλάνο μπορεί να χαθεί. Δύο, μέσα σε δεκαεπτά λεπτά, στο ίδιο ακριβώς σύμπλεγμα κτιρίων, είναι επίθεση.

Ο Ρέσκορλα βρίσκεται στον νότιο πύργο, εκείνο ακριβώς που μόλις χτυπήθηκε. Θα μπορούσε να τρέξει ο ίδιος πρώτος προς την έξοδο. Αντ' αυτού, σηκώνει το μεγάφωνο, και για την επόμενη ώρα κατεβάζει, όροφο τον όροφο, όλους τους εργαζόμενους της εταιρείας του ήρεμος, τραγουδώντας, σαν να μην συμβαίνει τίποτα ασυνήθιστο. Οι συνάδελφοί του θα θυμούνται αργότερα πως η φωνή του ήταν το μόνο πράγμα που τους κράτησε να μη πανικοβληθούν στις σκοτεινές, καπνισμένες σκάλες.

Στις εννιά και τριάντα επτά, ένα τρίτο αεροπλάνο, της American Airlines, πέφτει πάνω στο Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον. Η χώρα καταλαβαίνει πλέον ότι δεν πρόκειται για μία επίθεση, αλλά για μια συντονισμένη σειρά επιθέσεων, και δεν ξέρει ακόμα πόσες θα ακολουθήσουν.

Υπάρχει και ένα τέταρτο αεροπλάνο, το οποίο, εκείνη τη στιγμή, οι επιβάτες του δεν το ξέρουν ακόμα. Η πτήση ενενήντα τρία της United Airlines έχει απογειωθεί με καθυστέρηση από τη Νέα Υόρκη, και στις εννιά και είκοσι οκτώ, καταλαμβάνεται από τέσσερις αεροπειρατές. Ο πιλότος δεν προλαβαίνει να στείλει κανονικό σήμα κινδύνου μόνο ήχους πάλης, που καταγράφονται από τον πύργο ελέγχου. Οι επιβάτες, όμως, έχουν κάτι που δεν είχαν οι επιβάτες των τριών προηγούμενων πτήσεων: κινητά τηλέφωνα, και χρόνο. Μέσα από κλήσεις σε συζύγους, γονείς, χειριστές τηλεφωνικών κέντρων, μαθαίνουν τι έχει ήδη συμβεί στη Νέα Υόρκη και στην Ουάσιγκτον, και καταλαβαίνουν ότι η δική τους πτήση δεν προορίζεται για προσγείωση, αλλά για έναν τρίτο, άγνωστο στόχο πιθανότατα το Καπιτώλιο, η έδρα του αμερικανικού Κογκρέσου.

Και τότε παίρνουν μια απόφαση. Ψηφίζουν, εκεί, ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων, να επιτεθούν οι ίδιοι στους αεροπειρατές. Ένας επιβάτης, ο Τοντ Μπίμερ, μιλάει για δεκατρία λεπτά με μια χειρίστρια τηλεφωνικού κέντρου, τη Λίζα Τζέφερσον, της ζητάει να καλέσει την οικογένειά του αν δεν τα καταφέρει, και μαζί απαγγέλλουν, λέξη προς λέξη, την Κυριακή Προσευχή. Μετά λέει τη φράση που θα μείνει για πάντα συνδεδεμένη με εκείνη την πτήση: «Εντάξει. Πάμε.» Είναι εννιά και πενήντα επτά. Οι επιβάτες ορμούν προς το πιλοτήριο. Δεν προλαβαίνουν να πάρουν πίσω τον έλεγχο του αεροπλάνου στις δέκα και τρία, η πτήση πέφτει σε ένα χωράφι κοντά στο Σανξβιλ της Πενσιλβανίας, χωρίς επιζώντες. Αλλά ο στόχος στην Ουάσιγκτον δεν χτυπιέται ποτέ. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ με απόλυτη σιγουριά τι ακριβώς θα είχε συμβεί εκείνο το πρωί, αν εκείνοι οι σαράντα άνθρωποι δεν είχαν αποφασίσει, μέσα σε λίγα λεπτά, να ρισκάρουν τη ζωή τους που ήδη ήταν χαμένη.

Στη Νέα Υόρκη, ο χρόνος τελειώνει πρώτος για τον νότιο πύργο. Στις εννιά και πενήντα εννέα, πενήντα έξι λεπτά μετά το χτύπημα, καταρρέει μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα, μπροστά σε κάμερες που μεταδίδουν ζωντανά σε όλον τον πλανήτη. Ο βόρειος πύργος αντιστέκεται λίγο περισσότερο, αλλά στις δέκα και είκοσι οκτώ καταρρέει και αυτός. Ο Ρέσκορλα, εκείνη τη στιγμή, έχει ήδη κατεβάσει σχεδόν όλους τους ανθρώπους της εταιρείας του αλλά έχει ξανανέβει, για μία ακόμη σάρωση, να σιγουρευτεί ότι δεν έμεινε κανείς πίσω. Δεν βγαίνει ποτέ. Σώζει, σύμφωνα με τους περισσότερους υπολογισμούς, γύρω στους δύο χιλιάδες επτακόσιους ανθρώπους. Χάνει τη δική του ζωή για κάποιους ακόμα.

Ο συνολικός αριθμός των νεκρών εκείνης της μέρας φτάνει τις δύο χιλιάδες εννιακόσιους εβδομήντα επτά χωρίς να υπολογίζονται οι ίδιοι οι δεκαεννέα αεροπειρατές. Στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου χάνονται δύο χιλιάδες επτακόσιοι πενήντα τρεις άνθρωποι, ανάμεσά τους τριακόσιοι σαράντα τρεις πυροσβέστες που είχαν μπει στους πύργους για να σώσουν άλλους. Στο Πεντάγωνο πεθαίνουν εκατόν ογδόντα τέσσερις. Κοντά στο Σανξβιλ, σαράντα. Είναι, μέχρι σήμερα, η πιο θανατηφόρα επίθεση σε αμερικανικό έδαφος στην ιστορία της χώρας.

Πίσω από τις τέσσερις πτήσεις βρίσκονται δεκαεννέα άντρες, μέλη της οργάνωσης αλ Κάιντα, με επικεφαλής τον Οσάμα μπιν Λάντεν έναν πρώην πολεμιστή του πολέμου κατά της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν, που είχε στρέψει πλέον τη μανία του εναντίον της ίδιας της Δύσης που κάποτε είχε βοηθήσει έμμεσα να εξοπλίσει. Ο σχεδιασμός είχε ξεκινήσει χρόνια πριν, με πιλότους που εκπαιδεύτηκαν νόμιμα σε αμερικανικές σχολές αεροπορίας, ακριβώς για να μάθουν να κατευθύνουν, όχι να προσγειώνουν, τα αεροπλάνα που θα χρησιμοποιούσαν ως όπλα.

Το πρωί εκείνο κλείνει με μια εικόνα που κανείς ζωντανός τότε δεν ξεχνά: ο εναέριος χώρος πάνω από τις Ηνωμένες Πολιτείες, για πρώτη φορά στην ιστορία, αδειάζει εντελώς, με εντολή να προσγειωθεί κάθε αεροπλάνο, οπουδήποτε βρίσκεται. Πρεσβείες κλείνουν, σύνορα σφίγγουν, και σε δεκάδες πόλεις σε όλο τον κόσμο, άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με τη Νέα Υόρκη ή την Ουάσιγκτον καταλαβαίνουν, βλέποντας την τηλεόραση, ότι κάτι έχει αλλάξει και για τους ίδιους, όχι μόνο για τους Αμερικανούς.

Και δεν είναι μόνο εντύπωση. Ανάμεσα στα θύματα του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου βρίσκονται πολίτες από περίπου ενενήντα διαφορετικές χώρες τραπεζικοί υπάλληλοι, σερβιτόροι, καθαριστές, επισκέπτες, άνθρωποι που απλά δούλευαν εκείνο το πρωί σε ένα κτίριο που συνέβαινε να είναι το ψηλότερο της πόλης. Την επόμενη μέρα, η γαλλική εφημερίδα Le Monde τυπώνει έναν τίτλο που θα μείνει διάσημος, «Είμαστε όλοι Αμερικανοί», και σε πλατείες από το Παρίσι μέχρι το Βερολίνο, άγνωστοι μεταξύ τους κρατούν κεριά για μια χώρα που οι περισσότεροι δεν είχαν επισκεφτεί ποτέ. Είναι η στιγμή της μεγαλύτερης παγκόσμιας συμπάθειας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες στη σύγχρονη ιστορία τους μια συμπάθεια που, όπως θα αποδειχτεί στα επόμενα χρόνια, δεν θα κρατήσει ανέπαφη μέχρι το τέλος.

Η πρώτη απάντηση είναι στρατιωτική. Στις επτά Οκτωβρίου, δύο χιλιάδες ένα, λιγότερο από έναν μήνα μετά, αμερικανικές και βρετανικές δυνάμεις εισβάλλουν στο Αφγανιστάν, με στόχο να ανατρέψουν το καθεστώς των Ταλιμπάν που είχε φιλοξενήσει τον μπιν Λάντεν, και να διαλύσουν την αλ Κάιντα. Ο πόλεμος αυτός, που ξεκινά ως αστραπιαία επιχείρηση, θα διαρκέσει είκοσι ολόκληρα χρόνια τον μακρύτερο πόλεμο στην αμερικανική ιστορία χωρίς ποτέ να φτάσει σε μια καθαρή, οριστική νίκη.

Ο κύκλος αυτός κλείνει με μια εικόνα που λίγοι θα περίμεναν το δύο χιλιάδες ένα: στις δεκαπέντε Αυγούστου του δύο χιλιάδες είκοσι ένα, μόλις λίγες μέρες πριν την προγραμματισμένη τελική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων, οι Ταλιμπάν μπαίνουν ξανά στην Καμπούλ σχεδόν χωρίς αντίσταση, και ξαναπαίρνουν τον έλεγχο της χώρας απ' όπου είχαν εκδιωχθεί είκοσι χρόνια πριν. Ο πόλεμος που ξεκίνησε για να τους ανατρέψει, τελειώνει με την επιστροφή τους στην εξουσία μια από τις πιο πικρές ειρωνείες σε όλη αυτή την ιστορία.

Πίσω στο δύο χιλιάδες ένα, η εσωτερική αλλαγή στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι εξίσου βαθιά. Στις είκοσι έξι Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους υπογράφει τον νόμο «Πάτριοτ», που δίνει στις υπηρεσίες ασφαλείας εξουσίες παρακολούθησης πολιτών χωρίς προηγούμενο, στο όνομα της πρόληψης νέας επίθεσης. Δημιουργείται μια εντελώς νέα υπηρεσία, αποκλειστικά για την ασφάλεια των αερολιμένων, και το πέρασμα από τον έλεγχο σε κάθε αεροδρόμιο του κόσμου —η αφαίρεση των παπουτσιών, ο περιορισμός στα υγρά, οι λεπτομερείς σωματικές έρευνες— γίνεται μια καθημερινή τελετουργία που δισεκατομμύρια ταξιδιώτες θα ζήσουν, χρόνο με τον χρόνο, χωρίς πια να αναρωτιούνται από πού ξεκίνησε. Η ίδια λογική φτάνει και μέσα στο ίδιο το πιλοτήριο: μέχρι τον Απρίλιο του δύο χιλιάδες τρία, κάθε αεροπλάνο των Ηνωμένων Πολιτειών οφείλει να έχει ενισχυμένη πόρτα πιλοτηρίου, αδιαπέραστη από πυροβολισμό, ενώ ο αριθμός των μυστικών αστυνομικών που ταξιδεύουν ανάμεσα στους επιβάτες, από τους τριάντα έξι που υπήρχαν πριν, πολλαπλασιάζεται σε λίγους μήνες.

Η ίδια λογική πρόληψης, όμως, οδηγεί και σε πιο σκοτεινά μονοπάτια. Στις έντεκα Ιανουαρίου του δύο χιλιάδες δύο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανοίγουν στη ναυτική βάση του Γκουαντάναμο, στην Κούβα, ένα κέντρο κράτησης ειδικά για υπόπτους τρομοκρατίας, εκτός του συνηθισμένου αμερικανικού δικαστικού συστήματος. Εκατοντάδες άνθρωποι θα κρατηθούν εκεί, πολλοί χωρίς δίκη, για χρόνια και η ίδια η ύπαρξη του κέντρου θα γίνει, για τα επόμενα είκοσι χρόνια, σύμβολο μιας χώρας που, στην προσπάθειά της να προστατευτεί, δέχεται να αναθεωρήσει ακόμα και τις δικές της αρχές δικαίου.

Ο μπιν Λάντεν, ο άνθρωπος πίσω από όλα αυτά, εξαφανίζεται. Κρύβεται για σχεδόν μια δεκαετία, ενώ μια ολόκληρη γενιά αναλυτών της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών αφιερώνει τη σταδιοδρομία της αποκλειστικά στο να τον εντοπίσει. Το ίχνος που τελικά τον προδίδει δεν είναι ηλεκτρονικό, αλλά ανθρώπινο ένας αγγελιοφόρος τον οποίο παρακολουθούν για μήνες, μέχρι που τους οδηγεί σε ένα φυλαγμένο συγκρότημα στην πόλη Αμπότταμπαντ του Πακιστάν, μόλις λίγα χιλιόμετρα από τη στρατιωτική ακαδημία της χώρας. Στις δύο Μαΐου, δύο χιλιάδες έντεκα, ειδικές δυνάμεις του αμερικανικού ναυτικού εισβάλλουν στο συγκρότημα τη νύχτα και τον σκοτώνουν. Η επιχείρηση κρατά λιγότερο από σαράντα λεπτά.

Την ταυτότητά του την επιβεβαιώνουν σχεδόν αμέσως με σύγκριση DNA με μια αδελφή του που είχε πεθάνει χρόνια πριν στη Βοστώνη· το σώμα του πλένεται και τυλίγεται σε σάβανο σύμφωνα με τη μουσουλμανική παράδοση, και μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες βυθίζεται στα νερά της Αραβικής Θάλασσας από το κατάστρωμα ενός αμερικανικού αεροπλανοφόρου ώστε να μην αποκτήσει ποτέ έναν τάφο που θα μπορούσε να γίνει τόπος προσκυνήματος. Δέκα χρόνια, μήνα με τον μήνα, μέχρι να βρεθεί ο άνθρωπος που είχε αφήσει, εκείνο το πρωί του Σεπτεμβρίου, τη Νέα Υόρκη με κομμένη την ανάσα.

Δεν ήταν όμως η μοναδική, ούτε η πιο αμφιλεγόμενη συνέπεια. Το δύο χιλιάδες τρία, επικαλούμενες τον ίδιο κλίμα φόβου και τον κίνδυνο όπλων μαζικής καταστροφής που τελικά αποδείχτηκε ότι δεν υπήρχαν, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν και στο Ιράκ μια χώρα χωρίς αποδεδειγμένη σχέση με τις επιθέσεις της εντεκάτης Σεπτεμβρίου. Ο πόλεμος αυτός θα διχάσει τη διεθνή κοινότητα, θα κοστίσει εκατοντάδες χιλιάδες ζωές, και θα τροφοδοτήσει, χρόνια αργότερα, την άνοδο νέων εξτρεμιστικών οργανώσεων στην περιοχή. Σήμερα, με απόσταση δεκαετιών, πολλοί ιστορικοί θεωρούν το Ιράκ ως το πιο ακριβό, και το πιο αμφισβητούμενο, κομμάτι της απάντησης στην εντεκάτη Σεπτεμβρίου εκείνο όπου ο φόβος εκείνης της μέρας οδήγησε σε μια απόφαση που η ίδια η επίθεση δεν δικαιολογούσε.

Κι όμως, πέρα από στρατούς και νόμους, αυτό που άλλαξε πιο μόνιμα ήταν κάτι πιο δυσδιάκριτο: ο τρόπος που ο κόσμος αντιμετωπίζει έναν άγνωστο χώρο. Πριν από την εντεκάτη Σεπτεμβρίου, μπορούσες να συνοδέψεις έναν φίλο μέχρι την πόρτα του αεροπλάνου. Σήμερα, ένα αφημένο τσαντάκι σε ένα σταθμό μετρό αρκεί για να αδειάσει ολόκληρος όροφος. Μια γενιά ολόκληρη μεγάλωσε μέσα σε αυτή την καινούρια κανονικότητα, χωρίς να ξέρει καν πως κάποτε ήταν διαφορετικά.

Κάθε χρόνο, στις έντεκα Σεπτεμβρίου, στο σημείο όπου κάποτε στέκονταν οι δίδυμοι πύργοι, διαβάζονται δυνατά, ένα προς ένα, τα ονόματα των δύο χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα επτά ανθρώπων που δεν γύρισαν σπίτι εκείνη τη μέρα. Ανάμεσά τους, κάθε χρόνο, ακούγεται και το όνομα του Ρικ Ρέσκορλα του άντρα που τραγουδούσε, ενώ γύρω του καιγόταν ένας πύργος, γιατί ήξερε πως η δική του ήρεμη φωνή ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να δώσει, εκείνη τη στιγμή, σε ανθρώπους που δεν είχαν κανέναν άλλο λόγο να πιστέψουν ότι θα τα καταφέρουν. Δεν έσωσε τον εαυτό του. Έσωσε όλους τους άλλους. Και είκοσι και πλέον χρόνια μετά, αυτή παραμένει η πιο απλή, και η πιο δυνατή, εικόνα που έχει απομείνει από μια μέρα που άλλαξε, με έναν ή άλλο τρόπο, τη ζωή σχεδόν κάθε ανθρώπου στον πλανήτη.